Η ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΜΙΓΚΕΛ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ ΣΑΑΒΕΡΔΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΜΑΞ ΠΛΑΝΚ

Image

Ο μεγαλοφάνταστος ιδαλγός Δον Κιχώτης ντε λα Μάντσα μια χαρά το κατάλαβε:
εκείνοι οι γίγαντες με τα ανοικονόμητα χέρια έπρεπε να βγουν απ´ τη μεση!
μόνο που, καθε φορά που τους τρύπαγε με το δόρυ του/
τα πτέρυγια ενός ανεμόμυλου
αποκαλύπτονταν…

´Ομοια κι ο δύστυχος Μαξ Πλανκ/
γιός κι εγγονός θεολόγου και πατέρας επαναστάτη/
ανάδοχος πατέρας της Θεωρίας του Φωτός/
βαθύς κι ουσιαστικός
γνώστης των μυστικών της φύσης/
θέλησε να ξεκλειδώσει την κυκλόθυμη υπόσταση της ύλης/
όμως η ίδια η φύση του του ανθρώπου το απαγόρευε:
για να δει/
όφειλε να φωτίσει/
αλλά καθε που φώτιζε/
εκεί στο πάρτυ φωτονίων/
η ύλη άλλαζε δια παντός/

εκεί λοιπόν κατέληξε:
καλύτερα να επιλέξεις την άγνοια και το σκοταδισμό/
παρά να παραποιείς/
να στρεβλώνεις/
και να λερώνεις το σκοτάδι/
με κβάντα φωτός/
κάτω από τις λάμπες/
το σκοτάδι δεν είναι πια σκοτάδι/

…ο γιός του, Έρβιν – τουναντίον –
εκτελεσθείς για τη συμμετοχή του στην απόπειρα δολοφονίας του Αδόλφου/
επέλεξε να φωτίσει/
…κι ας κυνηγούσε ανεμόμυλους…

Εικόνα: Tilting at windmills του Gustave Doré – γκραβούρα

Advertisements

ΚΟΥΜΠΩΜΑ

Image

…στην παγίδα του βράχου/

μπορεί να χωρέσει όλη η θάλασσα;/

λευκός εκείνος/

ζητιανεύει το δικό της αζούλιο/

όσο διαθλώντας φως

και τρίμματα πέτρας/

τρίζει/

τη μέρα/

μετά στην τσέπη της νύχτας/

θηλυκώνεται/

άσχημος με χαλασμένο δόντι δρακόστομα/

και τα πλοκάμια του σηψαιμούν

ορθά χάδι του νηστικού απογεύματος/

είναι να απορείς:

γιατί δεν κουμπώνει η μια αγάπη με την άλλη;/

χρόνος είναι που σπαρταράει/

και όχι ψάρι..

ΑΚΙΝΗΣΙΑ

Image

…η νύχτα ακίνητο λυχνάρι

φλόγα ακίνητη

αυτό είναι το ευεργέτημα της ακινησίας

που δε θα σβήσει ο καιρός

με το ξημέρωμα

και τα πουλιά δίχως όρια

θα τραγουδήσουν

μια νέα εικόνα αρνητικού μαύρου…

ΕΔΩ ΜΕΓΑΛΩΣΑ

   

Εδώ μεγάλωσα/

σ´ ένα χωριό καμένων ανθρώπων/
δυτικός άνεμος κάθε οκτώ μέρες/
ανατολικός κάθε επτά/
ποτέ βοριάς/

ποτέ νοτιάς/

Εδώ μεγάλωσα/
σε αυτές τις πήλινες γλάστρες
πρωτοφύτεψα/
αυτά τα σκυλιά μου κάμαν συντροφιά/
κι αυτά πρωτάκουσαν από τα χείλη μου για την αγάπη/
αρνητικό θρύμμα
ο αιματίτης/
δάκος και θερινό μαμούνι σε ορθή στοίχιση/
το οπλοστάσιο των δέντρων/

SONY DSC

Εδώ μεγάλωσα/
όλοι οι γνωστοί
φευγάτοι και πένητες/
αναχωρητές/
κι οι γυναίκες που αγάπησα/
δικές τους γυναίκες/
ανθάκια στον αυλόγυρο/
μεσίστια φουστάνια στις γιορτές/
λεχώνες ζαργάνες στο γιαλό/
και φρέσκα χόρτα/

SONY DSC

Εδώ μεγάλωσα/
αλλά την κάθε νύχτα/
στην κάθε ξένη πόλη/
μικραίνω ως του απόλυτου αφανισμού/
σε λίγο δε θα με διακρίνεις/
έτσι που κατάντησα/
μια κουκίδα από σταφύλι/
στην ποδιά της μάνας μου/
χρόνος στη γυάλα/
του χρόνου η γυάλα/
άνευρος σφυγμός/
ασιδέρωτο πουκάμισο και σίδερο καυτό…

IN MEMORIAM

Image

Εις μνήμην/

ενός λευκού κορυδαλλού/
και του ουράνιου ίχνους του/
στην καμπύλη του εαρινού τόξου/
σιωπή/
όπου βυθίστηκε/

χωρίς τη νύχτα/
κόκκινο λάφυρο/

Εις μνήμην/
δυό αχνών χαδιών/
με φόβο σάλεψαν/
κάτω απ´ τα ρούχα/
στα φανάρια της Ιπποκράτους με Σόλωνος/
δυό διμοιρίες ακροβολίζονται με κρότο/
οι μπότες/
εκκωφαντικές στη μαύρη φλόγα/
η πόλη που ονειρεύεσαι τις έναστρες βραδιές/

εξωγήινο τοπίο/

Image

Εις μνήμην/
του καϊκιού της μνήμης που αδράνησε/
σε παγωμένο νερό να ξεδιψάσει/
στα ίσαλα έφηβοι αυτοδύτες/
μυρωδάτες μέδουσες λάμνουν στα αχαμνά τους/
σάλια και σπέρμα αχόρταγα συλλέγοντας/
στον αφρό..

Εις μνήμην/
ενός καλοκαιριού που δεν ολοκληρώθηκε/
σε νησιά της άγονης γραμμής κι άλλα εξωτικά/
που δεν ευόδωσε/
πάρα κακόδωσε/
χυμούς/
σε αβρούς γλουτούς/
και σε βουβές μασχάλες..
Που δεν έγλυψε
βότσαλα στου κύματος τον οίστρο/
παρά τα όρισε να δεχθούν το πρώτο χιόνι/
σα να ‘ταν τίποτα κροκάλες στεριανές/
φωλιές του κάβουρα/
και της σταχτιάς νυφίτσας/

Έχει άλλωστε πια, καταστεί σαφές/
ότι αυτό, δεν ήταν καλοκαίρι/
ήταν ο εφιάλτης των εραστών/
που ενώ περήφανοι απόλαυσαν κορμιά και ιδέες/
ξάφνου κατάλαβαν πως ο σπασμός του τέλους/
ήτανε μάλλον κάλπικος/
μια πρόβα τζενεράλε/
του επερχόμενου χιονιά/

ξηρασίες Ι,ΙΙ,ΙΙΙ

Image

ΞΗΡΑΣΙΑ Ι

ξέρω πως ξεράθηκες να περιμένεις/

ενώ μια απλή βροχούλα αρκούσε/

για να ενυδατωθείς/

ή λίγα κρύα πρωινά χάδια/

σπρωξιές και νυχιές/

στο κύμα του πλήθους

Image

ΞΗΡΑΣΙΑ ΙΙ

…και τέλος πάντων/
που είναι αυτή η θάλασσα;/
που είναι κι ατέλειωτη, και γαλήνια, κι έτσι/
εγώ… γιατί δεν την έχω δει;/
χρόνια και χρόνια προσπαθώ… και τίποτα/
μόνο τα λιβάδια/
απέραντα κι ατέλειωτα/
μόνο λιβάδια/
ξεπλυμένα/
μ’ ένα χρώμα στεγνό/
σαν ξεραμένη ώχρα/
ή σαν κατακάθι του καφέ/
και χάρτινα, χάρτινα λουλούδια από γκοφρέ σταφιδιασμένο χαρτί/
κι όλα τα πουλιά, κακότεχνα οριγκάμι/
κι ούτε ένα τόσο δα ψαράκι/
κι ας μην είναι χρυσόψαρο/
κι ας μην είναι ασημόψαρο/
ας είναι και γατόψαρο/
ούτε ένα τόσο δα/

Image

ΞΗΡΑΣΙΑ ΙΙΙ

«-ορίστε/
εδώ μπορείς να σταθείς…»
είπες/
κι έδειξες τούτο το στεγνό χώμα/
γύρω να ρέει με θόρυβο αίμα σε τσίγκινα κιούγκια/
και ένα τσούρμο μέρμηγκες/
να σαρώνουν τη ματωμένη λάσπη/
«-να ξυπνάς μες στο σώμα σου/
που είναι άλλο σώμα/
διψασμένος για χάδι/
κι αν θέλεις να χαϊδεύεσαι…»/
είπες…
«-ποιός θα σε ποτίσει κι αν ριζώσεις/
είναι άλλο…»/

ΟΥΣΑΚ

…αν και με τα χρόνια/

έρχεται αυτό που λέμε παγωνιά/

α-συναισθησία – αναισθησία/

εγώ τόσο πιο πολύ σ’ αγαπώ/

όπως μαγκώνει τη σάρκα υγρό άζωτο/

όσο στιβαρό κι αν είναι το δόντι του λύκου/

Image

και της κουκουβάγιας ανατριχιαστικό το κρώξιμο/

τα μεσάνυχτα ο αργός λουλάς σου/

μετράει τα δόντια της νύχτας μου ένα ένα/

και ξεριζώνει τα γκαζοφάναρα ως να ματώσει τα ούλα της/

τι έφταιξε το χάδι μου να το αποδιώχνεις τώρα δα;/

…τιποτένιο χάδι σαν σαλιγκαρόσαλιο το ξέρω/

αλλά πόσες φορές δεν καβάλησες το κύμα του;/

εσύ/

ανέμελη, κοιτώντας αλλού/

ντυμένη χάρτινα άμφια και μπρούτζινα κουδούνια/

ιέρεια της Δήμητρας, της Πίνα και του Μπρεχτ/

στης απουσίας του οργασμού σου το λυγμό/

ένα ουσακ σπαρακτικό σε ρε έλασσον/

θα παράγεις/

ρε-μιb-φα-σολ-λα-σιb-ντο-ρε/

και πάει το κρύο, ο χειμώνας κι η εποχή των παγετώνων/

μικρά μυρωδάτα ανθάκια/

αρχίζουν να προβάλουν δειλά/

απ’ τις μασχάλες σου…

 

ΩΡΑΙΑ ΡΕΜΕΔΙΟΣ

…και αφού βιωθεί το τελετουργικό ως σιωπή/

αμήχανοι να σταθούμε/

πρώτα οι μικρότεροι, χαμηλά ως τα γόνατα, τα παιδιά κι οι έφηβοι/

έπειτα οι γέροντες ως το στέρνο και τη

Image

μέση αν γέρνουν/

και πίσω εμείς/
υγεία και δύναμη και φλέβες σε έκταση/
αίμα σε διάταση/
πόθος ξερός και τραχύς, αγγίγματα δέρματα/
τριβές και ζέστη/
σπίρτα κι οινοπνεύματα/
ρακές/
κάτω απ’ τους πλάτανους και τις φιλύρες/
χαλαρά τα ρούχα στο διερευνητικό αεράκι/
ιδρός αχός κι ευωδιαστός, ανθόμελο/
έρωτας παντοτινός κι αιώνιες αγκαλιές/

ως το λαιμό χωμένοι/

στο βάλτο της ζωής/
…………………………………………………………
και στην άκρη του ματιού μας/
να διασχίζει/
τη γλυκιά παραβολή της ως να αποκτήσει ταχύτητα διαφυγής/
η ωραία Ρεμέδιος…

λεμονανθός

Προσδοκώ μια Ανάσταση των πόρων,
-εκεί όπου η νύχτα δεν μεταμφιέζεται
στο μαρτύριο που θρυλείται-

ένα θεσπέσιο ξυράφι,
ας με κόψει/

κι οι ρωγμές μου πάνω σας
-τα σώματα των σβησμένων φίλων που αιωρούνται-
να αρνηθούν να με καταδώσουν/
εν πλήρη συνειδήσει

το κενό μου
-ένα κενό παιδιόθεν άμοιρο-
να μεγαλώνει και να μακρύνεται/
τεχνούργημα θεϊκής βιολογίας,
ώστε να καταλήγω στον τρυφερό μου χρόνο
ξανά,
σαν να ξεκινάει η ζωή
σφιχτή,
γύρω από το ίδιο δάκρυ/

να γυρίσω,
δροσερός λεμονανθός,
ένυδρος, κι αίολος κι αψύς
να μην έχω καν γεννήσει,
ούτε ένα τόσο δα λεμόνι/