ΔΥΟ ΜΕΤΑΓΩΓΑ ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΡΟΜΟ

Image

Τρεις ήμασταν κι αν ήταν άλλοι, θα κρύβονταν. Και το πηγαίναμε τάχιστα όπως μου είπες, που έλεγε ο νόμος του υπουργού, να είναι ανεβασμένοι τόσοι κόμβοι (πόσοι; Δέκα!) να κάνουμε δέκα ναυτικά μίλια την ώρα, να το νιώθουμε το τρέμουλο στις πατούσες, να μην τις βλέπουμε τις στροφές που χαράζονται, αλλά να τις ακολουθεί το σώμα σα δεμένη κλωστή απάνω στην καμπύλη τους. Έτσι τις πηγαίναμε. Ειδικά εκείνη την 180ο λίγο πριν το χάνι του Καμπόλη, γύρισα και είδα την άκρη και ζαλίστηκα, αλλά δεν έπρεπε. Ούτε την άκρη να βλέπω, ούτε να ζαλιστώ, μπόσικα δεν υπήρχαν, μόνο ο δρόμος να ανέβει, να συναντήσουμε το SS Ιεριχώς, να σταυρωθούμε, να χαιρετισθούμε, κι όποιος αντέξει, να καβαλήσει απέναντι με ένα σάλτο, αν θέλει να αλλάξει το βράδυ σώβρακο πίσω. Αλλιώς σε μια βδομάδα πάλι θα το απαντούσαμε κοντά στη Ζωοδόχο Πηγή, και πριν το Φράγμα του Μόρνου, έτσι έλεγε ο Χάρτης, κοντά στο πατρικό της μάνας μου, εκείνη  την καλύβα που κρατούσαν προς τα κάτω να ξεχειμωνιάζουν στα χειμαδιά πριν την Κατοχή, να μην τους αρπάζει ο χειμώνας, δέκα νοματαίοι, παιδιά σκυλιά, κι ογδόντα γίδια. Μόλις θα αγγίζαμε στα ίσαλα και ξεκινούσε εκείνος ο εκκωφαντικός ήχος απ’ την τριβή, θα έπαιρνες φόρα και θα εκτοξευόσουνα. Μετρημένα δώδεκα δευτερόλεπτα, ήταν, το είχα λογαριάσει, δεν ήταν άχρηστη η Φυσική.  Ένα απλό πρόβλημα Α’ Λυκείου ήταν, ένα πρόβλημα συνάντησης. Επειδή κι οι δυο με την ίδια ταχύτητα, και μεις και το SS Ιεριχώς, αν στεκόσουν στην πλώρη, είχες χρόνο περίπου ως το μισό μας μήκος να περάσει… Μισό μήκος όχι ολόκληρο σου είπα, γιατί κινιόμασταν κι εμείς όπως κι αυτοί, αλλά με αντίθετη ταχύτητα, ήθελε και το μισό χρόνο για να διανυθεί… Άρα 10 κόμβοι την ώρα, μας έβγαζε περίπου 5 μέτρα το δευτερόλεπτο, για να διανύσουμε τα εξήντα, που είναι το μισό μας μήκος, θέλουμε 12 δευτερόλεπτα… αλλά ίσως το προφταίναμε και τώρα! Από κάτω, το νερό αιχμηρό, αλλά επίπεδο (πως γινόταν;) εκμαυλιστικό. – Και γιατί να φοβάσαι το γκρεμό στις στροφές; είπα του Παναγιώτη. – Νερό και στη ρότα μας, νερό κι από κάτω…. και θυμήθηκα εκείνη την αίσθηση που έχουμε πριν πέσουμε βουτιά από το βατήρα, που είναι σαν να έχει ανέβει όλος ο βυθός απάνω, δυό δάχτυλα πριν την επιφάνεια, και σου την έχει στημένη να τσακιστείς… έτσι ακριβώς ήτανε με το νερό από κάτω, για αυτό σου λέω δεν ήταν να κοιτάς, ούτε να προβληματίζεσαι πως λειτουργεί όλο αυτό. Κάποιος το είχε κανονίσει. Ήταν ο Λευτέρης, και κάποιος τον έβαλε τιμονιέρη; Ήταν κάποιος κρυμμένος τιμονιέρης, κάπου μες στον κορμό του πλοίου και δεν τον είχαμε δει ποτέ;  Ήταν η Τίνκερμπελ, που ξεπρόβαλε εκεί στις προβλήτες, όπου τάχα σταματάγαμε και  «κατεβαίναμε» για κατούρημα, κι άνοιγε εκείνο το λευκό δωμάτιο, με τις σαγρέ ράμπες και τις λάμπες πυράκτωσης; Και πώς με μια στιγμή που κοίταζε το τιμόνι, το πήγαινε τέσσερις μέρες, μια τόση δα νεράιδα, ολόκληρο μεταγωγό; Μυστήριο ήταν (άλλο ένα μυστήριο). Μυστήρια πολλά εν πάση περιπτώσει… αλλά όταν στεκόσουν και κατάπινες τον αέρα στη γέφυρα, ποιος τους έδινε σημασία; Ήταν αυτή η γεύση του, πυκνό μέλι με ρίγανες, φασκόμηλα, μαντζουράνες, χοντρό αλάτι, ιώδιο και στυφό μελάνι απ’ τις σουπιές… Μετά τις τρεις νύχτες έλεγα να πεθάνω μέσα σ’ αυτές τις μυρουδιές, αυτός είναι ο παράδεισος… μετά όσο κι αν το συνήθισα, αρκεί λίγο να ξεχαστώ, και νάτο πάλι εκεί στα ρουθούνια και στη γλώσσα, το ακατάπαυστο τσιμπούσι, σα να σου ηλεκτρίζει το μυαλό… Σκέπτομαι, όμως αυτό είμαστε, αυτό είναι ο άνθρωπος. Οι μυρωδιές του και οι γεύσεις του, τα χάδια του κι οι αγκαλιές του, τα κορμιά που ακούμπησε και απόλαυσε με όλες του τις αισθήσεις… όχι μόνο κορμιά ερωτικά, αλλά και των γονιών του, των αδελφών του και των φίλων του. Πως το θυμάμαι το κορμί του πατέρα μου  παλιά, που άνθιζε σαν ξερό  ξύλο μετά τις βροχές, με πείσμα προς τα πάνω, και ίσιωνε, και φούσκωνε, γεμάτος φλέβες, και μπράτσα και ορμή .  Πως τον θυμάμαι στη δουλειά απάνω, να ιδρώνει, περήφανα την κάθε κίνηση. Γερνώντας σταφίδιασε τον πέτυχε κι η αρρώστια, μαράζωσε, όμως προς τα στερνά, δεν ήξερα να πω, ήταν τα γεράματα, ή το κακό το φίδι, μια εικόνα τους που έβλεπα τσαλακωμένη, στερημένη από το όλον, έπειτα ακόμη πιο στερημένη, κι από κινήσεις, κι από αγγίγματα, μόνο η φωνή που κράτησε τον ίσιο της, κι εκείνο το σφύριγμα που άφησε πριν καταλήξει. Αλλά την άλλη μέρα που ξύπνησα, δεν ήταν που μου έλλειπε εκείνος, το κορμί του με έλλειπε, μια συλλογή ύλης, που έπιανε έναν όγκο, μίλαγε έναν ήχο και διαθλούσε έτσι το φως στις κόρες του. Όλα αυτά όπως τον έβλεπα (κι όπως μου παρουσιαζόταν, έτσι τα περιγράφω) αυτό ζούσα ως πατέρα μου, την πρόσληψή του, από το βαθύ εαυτό μου, πιο βαθύ δε γίνεται, γιατί μας πήγαινε πίσω πολύ στις πρώτες πρώτες μέρες. Εκεί που δεν μπορείς να σταθείς, κι ο άλλος σε σηκώνει πιο πάνω κι απ’ το σβέρκο του. Εκεί που δεν μπορείς να ταϊστείς, κι έρχεται η τροφή στο στόμα. Εκεί που πρέπει να καθαριστείς, και είναι αυτονόητο, πως θα καθαριστείς, θα πλυθείς, θα σε περάσουν ταλκ, και θα σε τακτοποιήσουν στις πάνες σου, στο κρεβατάκι σου, στην κούνια σου. Πες κάτι από τον κόσμο σου, που να μη φτιάχτηκε απ’ τους γονείς σου, και να μην τοποθετήθηκε γύρω σου, ακριβώς για να υπάρχεις, απόλυτα για να υπάρχεις και μόνο. Αυτό είναι το σύμπαν μας (αυτό και η φυλακή μας) Οι αισθήσεις φτιάχνουν τον κόσμο μας.

   – Ορίστε γιατί θα παλαβώσω, λέει ο Παναγιώτης. Είναι κόσμος αυτός που μας έφτιαξαν οι αισθήσεις μας;

  • Μια χαρά είναι φίλε προς το παρόν, απαντάω… αρκεί να μην τσακιστούμε στο νερό από κάτω…

Δεν πολυβλεπόμαστε και με τον Παναγιώτη, να πω την αλήθεια. Εκεί στο κατούρημα πιο πολύ (ή οτιδήποτε χρειαστούμε για ανάγκη μας), και αν καθυστερήσουμε λίγο, κάτι τα καζανάκια, κάτι που γλιστράει η ράμπα, κάτι που σε τυφλώνει η λάμπα πυρακτώσεως, κι έχεις και το άγχος μην κατουρηθείς, μη λερώσεις το σώβρακο, πως μας θαμπώνει και τους δυό,  πως τη χαζεύουμε αμέσως να βγαίνει σβουριχτή μέσα απ’ τα πεύκα, όμοια με τζιτζίκι, ή σαν πολύχρωμο κολιμπρί… Λίγο που βλέπω τα μαλλιά της, είναι κόκκινα. Έπειτα γίνονται γκρι απ’ την ταχύτητα που κουνάει τα φτερά, στην πράξη όχι γκρι, λευκά. Είναι το ίδιο εφέ που κάνουμε με το δίσκο του Νεύτωνα, όπου όλα τα χρώματα διαλύονται στο λευκό λόγω της περιστροφής. Η φύση το έχει αυτό, να παίζει με τα χρώματα. Η Τίνκερμπελ εδώ, είναι η Φύση. Την έχω δει ξαφνικά χαράματα με την άκρη του ματιού, να διασχίζει τη γραμμή από τη λάμπα στην μπουκαπόρτα. Εγώ είμαι ξαπλωμένος στην κουκέτα κι έχω κλειστά τα μάτια, δηλαδή νομίζει πως κοιμάμαι. Στην πράξη, σιγά μην κοιμάμαι, όλο αυτό που ζω νομίζω, είναι σα να κοιμάμαι, οπότε δεν ξεχωρίζει ο ύπνος απ’ τον ξύπνιο, αλλά αυτή δεν το ξέρει. Νομίζει πως κοιμάμαι. Έτσι μέχρι να τρεμοπαίξω τα βλέφαρα προλαβαίνω κι αρπάζω την εικόνα της ζεστή ελάχιστα, την κρατάω στο μάτι… Αυτή είναι πολύ σβέλτη, τα είπαμε, αν ήταν ποντίκι, θα είχε κάνει καριέρα μη ανίχνευσης, τόσο γρήγορα που κινείται. Τα ποντίκια ούτε να τα βλέπω. Αυτό είναι που με ανατριχιάζει, που κινούνται γρήγορα, κι αν δεν προσέξεις μπορεί να ακουμπήσουν το πόδι σου (η χειρότερα, να σου ανέβουν στο μπατζάκι)! Εκείνη δεν είναι ποντίκι καθόλου, είναι νεράιδα (και ωραία μάλλον), απ’ όσο δείχνει η ζεστή εικόνα που κρατάω στο μάτι, για λίγο. Για ποιόν είναι ωραία, δεν το ξέρω… για μένα, για τον Παναγιώτη, ή …πολύ φοβούμαι, για το Λευτέρη;  Τέλος πάντων, να ερωτευτώ αποκλείεται… ο στόχος μου είναι να επικεντρωθώ στην προσέγγιση, να προλάβω να αλλάξω σώβρακο, αυτή τη βδομάδα. Δεν το κάνω για αυτή… Για μένα το κάνω, είναι θέμα προσωπικής υγιεινής…

Image

 

ΠΙΝΑΚΕΣ: Δημήτρης Γέρος

 

Advertisements

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

Ενύπνια Ψιχίων

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/10/blog-post_17.html

Η σκάλα υπηρεσίας είναι σε αχρηστία πλέον. Λόγω πρόσφατης ανακαίνισης των προσωπικών αρχών μας, αποφασίσαμε να απολύσουμε την Κάντια, την υπηρέτρια, παρόλο που διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα: φωτεινό χαμόγελο, ευέλικτους γοφούς, διακριτική υποτέλεια και άκρα αξιοζήλευτα σε σχέση με θέματα που άπτονται της στιβαρότητας — τα πόδια μας ενδιέφεραν κυρίως, διότι είχαμε ρητά αποφασίσει πως κάποιος, επιτέλους, θα ’πρεπε να στέκεται όρθιος εδώ μέσα. Αν και της δώσαμε τελικά το πασαπόρτι, ακολουθήσαμε, κατά την έξοδό της από την κύρια είσοδο, αξιοπρεπείς διαδικασίες, για λόγους καθωσπρεπισμού και ευγενείας, ενστερνιστήκαμε ύφος πένθιμο με συγκαλυμμένη βλοσυρότητα, λυπούμαστε ειλικρινά, της είπαμε, με χαμηλωμένο βλέμμα, όταν της χώναμε μαζί με το μηνιάτικο κι ένα λευκό μαντήλι με ξεραμένο αντίδωρο για πουρμπουάρ στην τσέπη (δεν είχαμε άλλα σταυρουδάκια), αν και προσωπικά είχα επισημάνει πως ίσως να ήταν υπερβολική η κίνηση για τα νεύρα της μητέρας, δεν  μοιραζότανε ποτέ τα εκκλησιαστικά παρασκευάσματα.John atkinson 6 Η Κάντια ήταν…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.177 επιπλέον λέξεις

ΑΣΤΕΓΟΙ

Image

Νύχτα διάσπαρτη/

ψείρες λεντάκια και φανάρια μηχανών/

πλάγιασε στα κράσπεδα/

έκαψε παπούτσια στις στροφές/

κολύμπησε/

μια ρότα η άσφαλτος/

με διαγραμμισμένα κύματα/

στιγμές/

άνοιξε τις μεμβράνες της/

γαλάζιες αλλά και μαβιές/

πεθαμένες φλέβες/

στα γερασμένα μου δάχτυλα/

ανάδευσε τη γλυκερή μυρωδιά του μελωμένου μήλου/

στο λάκκο της φορμόλης/

μαλλί της γριάς που δε λέει να τελειώσει

στους αιώνες των αιώνων/

δρασκελιά τη δρασκελιά/

φτωχούληδες μπάμπουρες/

που χαρχαλεύουν τα σκουπίδια/

φόρεσαν κουβέρτες/

φόρεσαν σταυρωτά ένα θρυψαλιασμένο παραμύθι/

και που έχουν να φοράνε, πολύ τους είναι/

(καθόλου μπάμπουρες καθόλου/

γεροντόμαγκες σαν εσένα και μένα/

παλικαράκια/

στην ανάγκη σου και στην ανάγκη μου/

κοινωνοί)

σβήνοντας ένα ένα τα φώτα του δρόμου/

σβήνουν το τραγούδι με λίγη στάχτη και λίγο κρασί/

στα Τουρκοβούνια/

ο ήλιος τσακίζεται/

στις κατακόρυφες σκιές/

και στα σπασμένα βράχια/

όλες οι φωνές χωράνε σε ένα αχ/

απόψε αγάπη μου /

δε σε εφευρίσκω πια/

ούτε καν στα ψόφια καπνογόνα/

μια φωτιά η πόλη ολόκληρη/

με καρδιά κατεψυγμένη…

photo: homeless Jesus Xmas eve, 2011, Matt Weber

 

ΑΝΤΡΕΪ (ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ)

nostalgia2

..ένα άρρωστο σκυλί/
ένας φαλακρός άντρας/
ξερό και άρρωστο χώμα

stalker.cd2[(020810)18-15-38]
και σκυλί και άντρας/
μια αγροικία πνιγμένη/

sacrifice
ένα λευκό κορμί/
γεμάτο χυμούς/
γεμάτο έρωτα/

ivanschildhood1 (1)     

υπερίπταται της κλίνης σαβανωμένο/
το νυχτερινό τρένο/
με θολά κόκκινα φανάρια/
υγρό και δύσοσμο/
αγκομαχητό/
μηχανές/
εκτυπώνουν την αλήθεια/

nostalghia_ii
σύντροφοι σκυμμένοι σε σοβιετικά μανουάλια/
βουίζουν στα αυτιά σου/
σφήκες του Αυγούστου/
άδειο το παρτέρι από ριχόσπερμα/
το σάψαλο του χρόνου/
στραγγισμένο από αίμα/

andrei-rublev1
πλέει στο διάστημα/
τα μάτια της μπλε σαν άστρο που γεννιέται/
η μέρα/
μέρα τη μέρα/
λιγότερο μέρα/
η στέπα/
όσο φτάνει το μάτι κι άλλο τόσο/
κι άλλο τόσο/
κι άλλο τόσο/

IVAN'S CHILDHOOD
το σύμπαν μια
τρύπα χωρίς τα χνώτα σου/
η αγάπη/
ένα δάκρυ ιδρώτα στο πηγούνι σου/
ο θάνατος/
για άλλους τέλος και λύτρωση και φόρεμα/
άλικο του πετρίτη/
γι άλλους σιωπή/
παντοτινή/
και στάχτη/

ακίνητη…

mirror

photos: από τις ταινίες, Νοσταλγία, Ο Καθρέφτης, Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν, Αντρέι Ρουμπλιόφ, Η Θυσία, Στάλκερ του Αντρέι Ταρκόφσκι

Επιλογή τέλους

20131128-034346.jpg
Σύννεφα μαζεύονταν σφικτές πέτρες/
το μάγουλο/
ένας εντεταλμένος καθρέφτης/
-πονούσε- αλλά δεν άντεχε το φως και έσβηνε/
με τα πολλά η σκιά της/
μαζεύτηκε συρίζοντας/
όφις περιδινούμενος/
ζαλίστηκα κι έκατσα να ξαποστάσω/
μα η βροχή διασάλευε και απέτυχα/
άδεια περίπτερα κατάφωτα στην ομίχλη/
τις νύχτες τις χώρεσα/
πιο ψηλά τις παλιές/
στον πάτο τις ψεύτικες/
κι όταν ήρθε στην όψη καμένη
τη δέχτηκα/
χυμός στο ντέρτι της/
το άδειο τσαντάκι/
μύριζε έρωτα και κομμάτια ζωής/
μύριζε θέωση/
και το επώνυμο της εξώπορτας/
κι ενα σώμα λάγνα γεωγραφία/
κάθε μελανιά/
ένα σεντόνι δίφυλλο/
στον τοίχο τα υγρά παράθυρα/ διέτρεχαν τη ζωή με εγκάρσιο φως/
και ο χειμώνας ήταν δύο/
ένας μέσα/
ένας έξω/
έτσι την κράτησα/
ως ζεστή ρανίδα/
και φορτώθηκα μαζί της χρόνια/
κι έζησα μια μέρα άσπρη/
χωρίς αλάτι/
στο μπαλκόνι που και που η βροχή/
έφτιαχνε λιμνούλες/
κι η οροφή στην κάμαρα/
μάζευε υγρασία/
κατά τα άλλα καλά…

I, IS THE OTHER

20131124-193250.jpg
Rimpaud is dead
and the boat of passion that floated
over River Indos and Gaggis
entered alone
into the darkish waters of Acherontas
sadly giving up the steering wheel

Rimbaud is dead
and as much of the flame was based
on a thin candle’s chimney
ignorant
shuttered upon the ice of his dead lips

Rimbaud is dead
but all the lavdanum he poured all the absinthe
is breathing for ever free
into the bodies of breastless girls

Rimbaud is dead
inside the dust scattered
the necklace of his adolescent mind
but his Self is Our Selves
inside the infinity
of the fire of unstoppable action

Rimbaud is dead
but out of his grave is shouting through the boulevards of rebellion
«I, Is the Other!»
how many summers must he deliver
for us, eternal Winters,
a dead child?

photos: David Wojnarowicz
Arthur Rimbaud in New York
1978-1979 / 2004
Aus der 44-teiligen Serie
Gelatinesilberabzug
32.8 x 24.5 cm
© Estate of David Wojnarowicz / SAMMLUNG VERBUND, Wien
Courtesy Estate of P.P.O.W. Gallery, New York and Cabinet Gallery, London

 

Έχει συμβεί στο νότο του χειμώνα

20131124-080748.jpg
Έχει συμβεί στο νότο του χειμώνα/
ένα παιδί που το έτεκεν η εφηβεία/
και το παράτησε να μεγαλώνει αντίστροφα/
σταμάτησε το ξύρισμα/
ήπιε τις πληγές του/
και σώπασε τα λόγια του/
έως να καταλήξει βρέφος/
εκεί στη δειλή ανυπαρξία του θανάτου πίσω/
επανέκτησε/
τον οίστρο του έρωτα/
του φρέσκου σπέρματος τη θεία λειτουργία/
κι ενώ το δέρμα του τανύζονταν βουβά/
της όστριας αντηρίδα/
απάνω στην απόχη της/
όλη τη γύμνια της αφήνιασε στο δάκρυ του/
κι έμπηξε δόντια στο λευκό λαιμό της/
κι αντρώθηκε ανύπαρκτο/
κι έγινε κοτσύφι/
και κάθε μια ριπή/
το σβούριζε γλυκά στης μικρομάνας τη φωλιά/
και στο καυτό της φύλο/
κι άφηνε το φεγγάρι της/
στυλίτη απισχνούμενο στου βάλτου το σεντόνι/
να γράφει τη βουτιά του/
σε ένα τεφτέρι αριθμών/
Εκεί βγήκε και φώναξε:
-Δε θα αλυχτήσω την ψυχή μου να τη βρώ
μες στο κορμί σου!
Θα περιμένω εκείνη να με ξετρυπώσει,
κι ας κάνει να με βρει
και μια ζωή…
…είπε,
και πέθανε βουβά,
έμβρυο τρυφερό – έμπλεο αμνιακών υγρών
με μια στύση ταύρου…

photo: F. Holland Day (American, 1864-1933)
The Vision (Orpheus Scene)
1907
Platinum print
The Royal Photographic Society Collection at the National Media Museum, Bradford, United Kingdom

ΚΟΥΡΟ ΣΙΒΟ

20131123-180000.jpg
…νεύρα διάφανα/
ή αγγεία χιονιού/
ή γαρδένιας/
ή νερό άδειο στου χώρου το απόβαρο/
ή το αίμα που δεν/
μετά τις σπηλιές/
στεγνά δαμάσκηνα και η ζέστη δάνειο/
της Ψερίμου/
που τραγουδάς και σκέφτεσαι/
τρύπησε τη συρτή/
χάλκινο δελφίνι με στύση νεροβούβαλου/
ο Ιούλιος/
ο κάθε Ιούλιος/
σε κάθε κόκκο χειμώνα/
πήρε τον ποιητή στο οδοντωτό βαγόνι/
κάτω απ´ το Μονπαρνάς ως τη Ζεόντ/
φωβ νερά και ήλιος σκύλος/
που να παραδοθεί;/
δίπλα οι Αλγερινοί/
ρύζι με αρνί/
η νύχτα/
μπλε βασάλτης/
ζεμάτισε τα χάχανα/
και μια χοντρή μουλάτα/
σιδέρωσε τα πούπουλα/
ανάποδα σα λέπια/
με κάμα δίστομη/
Κούβα δεν είναι/
(ούτε τα Ζιταν Κοχίμπα)
αλλά ο Σηκουάνας/
θα ντυθεί/
το Κούρο Σίβο μου/
φέτος τον Απρίλη…

photo: Eugène Atget
La Conciergerie et la Seine, brouillard en hiver, 1er arrondissement
[The Conciergerie and the Seine, fog in winter, 1st district]
1923
Tirage sur papier albuminé mat
Paris, musée Carnavalet
© Eugène Atget / Musée Carnavalet / Roger-Viollet

EVENT HORIZON

20131122-103909.jpg

Ένα μαύρο άστρο ορίζοντας/
γέννα σου στη διάταση ή στη διάσταση/
εντρυφόν στη ζωή εντός/
-δίχως την πνοή της άμμου-
περιέχει έκταση και ρυθμό/
περιέχει κοινωνία/
αλλά κενό όγκου/
και κενό στερεού πυρήνα/
-παρότι διάχυτο αερίων και πλάσματος-
έτσι όταν πιάστηκα στην ξώβεργα δίκρανο του πεδίου/
τυφλός από το φως του/
που ήταν σκοτάδι έν εξελίξει/
γκρι γεράκι – μαύρο κοτσύφι/
πτήση ασαφής σε ανίσχυρο ενδιαίτημα/
συστράφηκε το εγχειρίδιο
αριστερόστροφα/
κι ο κρότος
των σπασμένων φτερών συντριπτικός/
αλλά σιωπηλά/
υδρολύθηκε το πηδάλιο
και χαμήλωσε/
έως να χωρίζονται οι νύχτες από τις μέρες με χρόνια/
και τα χρόνια απ´ τους αιώνες με λεπτά/
φούσκωσε ο χρόνος αντίστροφος/
κι η γραμμικότητα διάπυρη αναδύθηκε στη θέση του/
μια εικόνα μου -εισόδου με τσακισμένα φτερά- στερεοποιήθηκε/
κι έκλαψα το αιώνιο δάκρυ/
με το κεφάλι γερτό στη μασχάλη σου/
έμβρυο και χειμώνας σε αέναο πλου/
μετά σε είδα Εκάβη/
που σταύρωσες τα χέρια ευχέλαιο σα να μην υπήρχα/
ένα παιδί που συστήθηκε δήμιος/
και γονάτισε ο ίδιος στο ικρίωμα/
ένα παιδί μήλο του Μαγκρίτ χωρίς καπέλο/
ένας ορίζοντας όμορρος του λιμού/
πόσα χρόνια ζεις έν ζωή; μου είπες/
και μ´ άφησες να φύγω…

φωτο: Solaris (1972) – Αντρέι Ταρκόφσκι