αποκομιδή και θερινό ηλιοστάσιο, για τους ρουφιάνους γάτους (Ιεζεκιήλ)

23

Θεωρώντας την ευθεία έναν πληγωμένο κύκλο/
οι νύχτες εκείνες/
στο κάμα του Ιούνη/
διέλαθαν την αγωνία της θέωσης/
και οι εστίες τους σημειώθηκαν με χοντρή τριχιά/
δύσκολη τζίβα, προϊόν της Θράκης/
στη γραμμή του Ιεζεκιήλ(*)/
ως σημεία πρότερης ή μεταγενέστερης ύπαρξης/

εκεί/

φαντάσματα των πόθων και της αγάπης του κορμιού/
από την λάβρα του έρωτα/
ως ένα απλό κατούρημα/
ρίγησε από νοσταλγία το σαρκίο της στάχτης/
επτά χρόνια στη γη ξεριζωμένο από την αγάπη/
για τούτο/
ενώ με ξινόμαυρο οίνο ξέπλεναν τα οστά/
και τα εναπόθεταν εντός της θήκης/
έτριζαν εκείνα με κρότο κατά την επαφή/
και λόγω τριβών/
αλλά και με παράπονο/
πως το χάδι από τα χέρια ήταν από καιρό χαμένο/
και τώρα επανακάμπτοντας/
ανακαλούσαν την ηδονή/
αλλά στερούνταν σάρκας/

Ουδείς ενεπλάκη συναισθηματικώς/
δάκρυ δεν πύκνωσε στα ματόκλαδα και η καρδιά δε σφίχτηκε/
τέλος την αγγαρεία διαδέχθηκε η αδιαφορία/
δούλοι με το στίγμα στα νεφρά ή με καλπάζουσα αναιμία/
κακόσχημοι και χαλκόχρωμοι/
πηγαινοέρχονταν στο αγιάζι/
με χαμηλωμένα βλέφαρα φορτωμένοι/
ενώ στο πανηγύρι/
όλες οι πίπιζες σήμαιναν ταυτόχρονα έναρξη/
με μια στριγκλιά κάθε σούρουπο/
και τα τύμπανα έκρουαν τεντωμένα οι αγωγιάτες/
στη μυρωδιά των ψητών και των προβάτων/
από την άλλη/
ασθμαίνουσα η νύχτα συνελάμβανε/
διαρκώς τον προδότη γάτο της Αμφίκλειας/
ενέχυρο λάβαρο και γραμμάτιο θνητής φθοράς καρφωμένο χιαστί/
τρία μερόνυχτα εκτεθειμένο στις συνθήκες/
και ποιο το τέλος;/

το κρέας μύρισε/
μαλάκωσε κι η σάρκα έστυψε πιο υδαρής/
το αίμα αραίωσε/
κι οι σκύλοι ακόμα το αρνούνταν στη μουσούδα/
αλλά το γλυφαν μαγκωμένοι/
γιατί ανελέητο το χέρι της πείνας για το ζήτουλα της τροφής/
κι ο λύκος στο σκύλο ήταν από αιώνες πια νεκρός/

Μ´ αυτά έληξε εκείνος ο μήνας των προσφορών/
και της αποκομιδής των οστών/
που ήταν κιόλας θερινό ηλιοστάσιο για τους ρουφιάνους γάτους/
κι οι γέροντες αποσύρθηκαν στις ρίζες τους/
να ετοιμάσουν δικές τους κηδείες/
έκαστος στο κονάκι του/
με τις φαμίλιες υπό μάλης/
και πλήρεις ημερών/
αυτός ήταν ένας καιρός που τους ρουφιάνους
δεν τους προσκυνούσαν παρά τους σταύρωναν/
και που ο άνθρωπος/
ζούσε τον θάνατο/
όταν τον έβρισκε/
και όχι σ´ όλη του τη ζωή/

(*)Στην Εκκλησία διαβάζεται κατά τον εσπερινό του Μ. Σαββάτου η προφητεία που περιέχει το όραμα του Ιεζεκιήλ, τη θαυματουργική ζωογόνηση των γυμνών οστών που γίνονται ζωντανοί άνθρωποι μετά το θεϊκό πρόσταγμα (κεφ. λζ’ 1-14)
EIKONA: Hermann Nitsch, The Last Supper, 1976-1979
Silkscreen print with paint after a drawing of
1976–1979 on original relic, overdrawn with oil
crayon, batch A7P, 1976-1979
(edited in 1983)
166 x 389 cm
Nitsch Foundation, Wien
© VBK Wien, 2011

Advertisements

5 thoughts on “αποκομιδή και θερινό ηλιοστάσιο, για τους ρουφιάνους γάτους (Ιεζεκιήλ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s