σιγαστήρας

Image

Τα μάτια της ρόγες σαββατιανό,
στο πορτοκάλι του Απρίλη,
καλάμι στη σκεπή
ο πρώτος πόθος/
τα ζεστά της σάλια
το δόντι της πρώτης ηδονής,
ρίγος κι ανθός,
στο γλαστράκι της ανάσας της/
η μυρωδιά της,
σίδερο κι αλάβαστρο
στην καμένη αιώρα,
αυτός ζαλίστηκε/
βάδισε πάνω της,
με τη μέση αστήριχτη,
ένας χαλαρός πελεκάνος
σε μια θάλασσα σύννεφα,
σωρός δαντέλες τα χνάρια του
στην νωπή γούρνα της άμμου/
αλλά στο φράχτη του ήλιου,
λαβώθηκε στις φτερούγες,
φλουρί αντεστραμμένο/
κι έδειξε τη φύτρα του,
του απροστάτευτου αρσενικού
του διψασμένου,
για το φιδίσιο χάδι/
εκεί τον βρήκε μπόσικο,
και τον τέλειωσε με δυό κινήσεις των δοντιών,
σαν αλεπού που πνίγει κόκορα/
δίπλωσε τα φτερά του σάβανο
ως τον θάνατο
και τον άπλωσε
-άντρα σε δυό αλλαξιές
αχνιστού ζωμού-
να στεγνώνει στ’ αρμυρίκια,
εραστής με σιγαστήρα/

φωτο: Petra Collins