ΡΑΒΔΙΑ, του George Saunders

317045_10150347544733874_1119412214_n
Κάθε χρόνο, το βράδυ των Ευχαριστιών, κάναμε ουρά πίσω απ’ τον Μπαμπά, καθώς τραβούσε το κοστούμι του Αι Βασίλη στον δρόμο, και το τύλιγε γύρω από ένα είδος Σταυρού, που είχε φτιάξει από μεταλλικούς στύλους στην Αυλή… Την Εβδομάδα του Σούπερ Μπόουλ ο στύλος φορούσε ένα ζέρσεϊ και το κράνος του Ρόντ, και ο Ροντ έπρεπε να συνεννοηθεί με τον Μπαμπά, αν ήθελε να πάρει από εκεί το κράνος. Την 4η Ιουλίου ο στύλος ήταν ο Θείος Σαμ, την Ημέρα του Βετεράνου ένας στρατιώτης, στο Χάλλοουήν, ένα φάντασμα. Για τον Μπαμπά ο στύλος ήταν η μοναδική του εκχώρηση στη Διασκέδαση. Μας επιτρεπόταν μόνο μια απόλαυση τη φορά. Μια Παραμονή Χριστουγέννων ούρλιαξε στην Κίμι, επειδή πέταξε στα σκουπίδια μια φέτα μήλου. Κάθε φορά που βάζαμε κέτσαπ στο πιάτο μας, τριγύριζε γύρω μας και μουρμούριζε: «Αρκετά, αρκετά, αρκετά!» Σε όλα τα πάρτι γενεθλίων είχαμε κεκάκια, και ποτέ παγωτό. Την πρώτη φορά που έφερα στο σπίτι μια κοπελιά που τα είχαμε μου είπε, Τι παίζει με τον Πατέρα σου και κείνο το Στύλο; και διαπίστωσα ότι δεν είχα τι να πω. Φύγαμε απ’ το σπίτι, παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά δικά μας, ανιχνεύσαμε τους σπόρους της ματαιότητας να ανθίζουν μέσα μας κι εμείς. Ο Μπαμπάς άρχισε να ντύνει το Στύλο, όλο και πιο σύνθετα, και με όλο πιο δυσδιάκριτη Λογική. Την ημέρα της Μαρμότας, τύλιξε γύρω του ένα είδος Γούνας κι άφησε αναμμένο απέναντι ένα φακό θυέλλης για να δημιουργήσει σκιά. Όταν ένας σεισμός συνέβη στη Χιλή, έγειρε το Στύλο στο πλάι, και ζωγράφισε ένα ρήγμα στο έδαφος. Η Μαμά πέθανε, έντυσε τον Στύλο Θάνατο και κρέμασε στο οριζόντιο δοκάρι, βρεφικές φωτογραφίες της μαμάς. Κάθε φορά που πηγαίναμε να τον δούμε, βρίσκαμε διάφορα αντικείμενα από τη νιότη του παραταγμένα στη Βάση: στρατιωτικά μετάλλια, εισιτήρια θεάτρου, παλιές μπλούζες, σωληνάρια από το μέικ απ της Μαμάς. Ένα φθινόπωρο, έβαψε τον Στύλο λεμονί. Τον ίδιο χειμώνα τον τύλιξε με μπαμπάκι για να τον ζεστάνει και κάρφωσε μικρές ρέπλικες έξι μικρότερους σταυρούς στην αυλή με ένα σφυρί. Ένωσε τους μικρούς σταυρούς με το στύλο με σπάγκους, και κόλλησε στους σπάγκους γράμματα απολογητικά, παραδοχές λαθών, παρακλήσεις για κατανόηση, όλα γραμμένα με ξέφρενο χέρι, πάνω σε κάρτες. Ζωγράφισε μια ταμπέλα που έλεγε ΑΓΑΠΗ και την κρέμασε απ’ τον Στύλο, και μια άλλη που έγραφε ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΣ; και μετά πέθανε στο χολ με το ράδιο αναμμένο και πουλήσαμε το σπίτι σε ένα νεαρό ζευγάρι που ξήλωσε τον στύλο και τον άφησε στο πλάι του δρόμου την Ημέρα των Σκουπιδιών.

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
(Sticks από τον τόμο «Tenth of December» του George Saunders )

φωτο – Κωνσταντίνος Λουκόπουλος: “Chance” του Christian Boltanski, από την Μπιενάλε της Βενετίας 2011 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Puget_Sound_by_Albert_Bierstadt

…έρχονταν μέρες κι έφευγαν
κι ο χρόνος δεν τελείωνε/
κι άκουγε

– από το κύμα ψίθυρο διαρκώς –

για το τέλος της ιστορίας/
το τέλος…
καθόλου δεν ήθελε να τελειώνει η ιστορία/
ωραία είχε βολευτεί στη βάρκα της/
και φώναζε:/
-άλλος με τη βάρκα μας!/
-άλλος με τη Μανταλένα μας!/
κι όλοι κολυμπούσαν γύρω και στριμώχνονταν να ανέβουν/
αλλά ο Άλλος με το κουπί, τούς έσπρωχνε πέρα/
ούτε ιστία έπιανε/
ούτε πηδάλιο/
μόνο με το κουπί/
έσπρωχνε κι έσπρωχνε/

-πως είχε βρεθεί ένα βράδυ μέσα/
απορίας άξιο-

εκείνος θλιμμένος στη γωνιά του/
κράταγε ρότα/
κρίμα που ήταν μόνος του-
αυτός κι ο Άλλος-
καθόλου καλή παρέα/
ένα πέλαγο κόσμος να θέλει να ανεβεί και να
μην τους αφήνει!/
κι όλες οι γύρω βάρκες γεμάτες/
και να’ ναι τόσο ωραία βόλτα…

Γύρισε κι αγνάντεψε την άκρη/
όλο αυτό το μαύρο νερό και τα κυματάκια/
σπλις σπλας/
του ‘φερναν κατούρημα/
στο μισόφως/
είδε να σβήνει ανάποδα ένα χωνί που τον σβούριζε
στης μάνας του τη μήτρα/
σβουπ/
στο βάθος οι άλλες βάρκες/
έφταναν στην άμμο/
κι άρχιζαν να ξεφορτώνουν/
δυό δυό τρεις τρεις/
και μύριζε το πεύκο κι η αντράκλα απ’ τις πλαγιές/
κι η σβουνιά του λύκου/
και του ελαφιού οι αδένες/

…και μετά ο Άλλος τράβηξε το τσοκ/
κι η μηχανή πήρε μπροστά/
και γέμισε πετρέλαιο η αλμύρα/
και πάλι με το κουπί/
έσπρωχνε τα κεφάλια/
και το πηδάλιο γύρισε ξανά/
μαύρος αχάτης το νερό κι ο ορίζοντας/
άρχισαν να τους καταπίνουν…

ΠΙΝΑΚΑΣ:Puget Sound on the Pacific Coast, 1870 – λάδι σε καμβά – 133.4cm x 208.3 cm – Albert Bierstadt, γεννημένος στο Solingen της Πρωσσίας το 1830, πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1902

ένα καλοκαίρι βυθισμένο

479906_10150683718943874_1188575539_n

Στα όνειρα μου φυτεύεις σπίθα κερί

εκατέρωθεν

δύο μουλάρια σταχτιά σα δροσερή βρύση,

πιο όμορφα από άλογα,

κοιτούν ευλαβικά τις οπλές με αμηχανία,

κάθε νύχτα του νεκρού καλοκαιριού,

(ένα καλοκαίρι βυθισμένο)

με βαρκάκια στο μουράγιο,

και μπύρες κι αεράκι

με μπλουζάκια στα ζεστά μπράτσα

και υδρατμούς και χάχανα

το κορμί σου είναι η εικόνα

το κορμί σου φέρω

αίμα – σίδερο

όταν το περπατώ

φτάνω στη θάλασσα κι είναι ακόμη νύχτα

και το νερό μέσα μου κρύο,

πηχτή πικρή σταγόνα,

στα πεύκα ξεραίνονται νωπές φλοίδες ασβέστη

και δεν υπάρχει φεγγάρι

και δεν υπάρχει ψυχή

μόνο μια τρύπα από καρφίτσα

γαλάζιο άστρο

έπειτα μπαίνει ο ήλιος στο θάλαμο

κι όλες οι πολαρόιντ παίρνουν φως

-άμα τη γενέσει τους-

κι ανοίγει το λευκό θάμπος του ο χειμώνας..