Για τη Ζωή…

ναι, η ζωή είναι μια σταγόνα/
που μοιάζει δάκρυ εν τω γεννάσθαι/
χρωμα βαθύ αζούλιο με σκίαση βιολέ/
ροδίζει προς το κέντρο/
πρησμένη στην μιαν άκρη από την έλξη του χώματος/
λεπτή τριχοειδής κλωστίτσα αιχμή
στην άλλη/
αόρατα δεμένη στην εναέρια άγκυρα/

το χειμώνα πίνει χιόνι και αγκυλώνεται/
λευκό παγάκι στη φόδρα της ψυχής/
το καλοκαίρι σφίγγει τα μπόσικα και ιδρώνει/
να μην κατρακυλήσει στη θάλασσα/

ένας αγώνας/
ένας κάματος/
μια παλίρροια/
να μην εξαχνωθεί/
μη γίνει ατμός/
τι ζωή θα απομείνει τότε;/

ναι, η ζωή είναι ένα δάκρυ/
που ξεκίνησε σφαίρα συμπαγής/
και με τα χρόνια πήρε να απλώνει ως να γίνει δάκρυ/
από τις επιθέσεις (σε τοίχους ελαστικούς)/
τους πολιορκητικούς κριούς και το υγρόν πυρ/
τις ανηφόρες και τις κατηφόρες
της κάθε παλιομέρας/

Advertisements

“Παραμονή Χριστουγέννων” της Anne Sexton

the-nativity-1800

Ώ αιχμηρό διαμάντι, μητέρα μου!
Δε θα μπορούσα να μετρήσω το κόστος,
όλων των εκφράσεών σου, όλων των διαθέσεων-
που απεικονίζουν την ήττα μου.
Γλυκό κορίτσι, νεκροκρέβατό μου,
κοσμηματοδάχτυλη αρχόντισσά μου,
το πορτραίτο σου τρεμόσβηνε όλη νύχτα,
πλάι στα λαμπιόνια του δέντρου.

Το πρόσωπό σου τόσο ήρεμο όπως το φεγγάρι πάνω σε μια γαλήνια θάλασσα,
προκαθήμενη στην οικογενειακή συγκέντρωση,
τα δώδεκα εγγόνια που συνήθιζες να φοράς στον καρπό σου,
ένα μωρό τριών μηνών,
μια παχυλή επιταγή που ποτέ δεν έγραψες,
η κοκκινομάλλα που χόρευε μπουσουλώντας τουίστ,
οι ηλικιωμένες κόρες σου, κάθε μια τους μια σύζυγος,
κάθε μια τους μιλώντας στον οικογενειακό μάγειρα,
κάθε μια τους αποφεύγοντας το πορτραίτο σου,
κάθε μια τους πηθικίζοντας τη ζωή σου.

Αργότερα, μετά το πάρτι,
αφού το σπίτι πήγε για ύπνο,
έκατσα πίνοντας το Χριστουγεννιάτικο μπράντι,
κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου,
εστιάζοντας μέσα κι έξω στο δέντρο.
Τα λαμπιόνια πάλλονταν.
´Εφτιαχναν ένα φωτοστέφανο πάνω απ´το μέτωπό σου.
Έπειτα γίνονταν μια κυψέλη,
μπλε, κίτρινη, πράσινη, κόκκινη·
κάθε μια με το χυμό της, κάθε μια θελκτική και ζωντανή, 
κεντρίζοντας το πρόσωπό σου. Αλλά εσύ δεν κουνιόσουν.
Συνέχισα να παρακολουθώ εξαναγκάζοντας τον εαυτό μου,
περιμένοντας, ανεξάντλητη, τριάντα πέντε.

Ήθελα τα μάτια σου,όπως οι σκιές δυο μικρών πουλιών, να αλλάξουν.
Αλλά δεν γερνούσαν.
Το χαμόγελο που με τραβούσε όλο πονηριά,
όλο γοητεία, ήταν ακαταμάχητο.
Ώρα την ώρα κοιτούσα στο πρόσωπό σου,
αλλά δεν μπορούσα να το ξεριζώσω.
Μετά χάζευα πως ο ήλιος φώτιζε το κόκκινο μπλουζάκι σου, το ρυτιδωμένο σου λαιμό,
το κακοβαμμένο ροζ-της-σάρκας δέρμα σου.
Εσένα που με έσερνες από τη μύτη,σε είδα όπως πράγματι είσαι.
Έπειτα σκέφτηκα το κορμί σου
όπως κάποιος σκέφτεται το φόνο-

Μετά είπα Μαίρη-
Μαίρη, Μαίρη, συγχώρεσέ με
κι έπειτα άγγιξα ένα δώρο για το παιδί ,
το τελευταίο παιδί που θήλασα πριν το θάνατό σου·
κι έπειτα άγγιξα το στήθος μου,
κι έπειτα άγγιξα το πάτωμα,
κι έπειτα ξανά το στήθος μου λες και, 
με κάποιον τρόπο, ήταν ενα απ´ τα δικά σου
(μετάφραση Κ.Χ.Λουκόπουλος)

Christmas Eve” by Anne Sexton

Oh sharp diamond, my mother!
I could not count the cost
of all your faces, your moods-
that present that I lost.
Sweet girl, my deathbed,
my jewel-fingered lady,
your portrait flickered all night
by the bulbs of the tree.

Your face as calm as the moon
over a mannered sea,
presided at the family reunion,
the twelve grandchildren
you used to wear on your wrist,
a three-months-old baby,
a fat check you never wrote,
the red-haired toddler who danced the twist,
your ageing daughters, each one a wife,
each one talking to the family cook,
each one avoiding your portrait,
each one aping your life.

Later, after the party,
after the house went to bed,
I sat up drinking the Christmas brandy,
watching your picture,
letting the tree move in and out of focus.
The bulbs vibrated.
They were a halo over your forehead.
Then they were a beehive,
blue, yellow, green, red;
each with its own juice, each hot and alive
stinging your face. But you did not move.
I continued to watch, forcing myself,
waiting, inexhaustible, thirty-five.

I wanted your eyes, like the shadows
of two small birds, to change.
But they did not age.
The smile that gathered me in, all wit,
all charm, was invincible.
Hour after hour I looked at your face
but I could not pull the roots out of it.
Then I watched how the sun hit your red sweater, your withered neck,
your badly painted flesh-pink skin.
You who led me by the nose, I saw you as you were.
Then I thought of your body
as one thinks of murder-

Then I said Mary-
Mary, Mary, forgive me
and then I touched a present for the child,
the last I bred before your death;
and then I touched my breast
and then I touched the floor
and then my breast again as if,
somehow, it were one of yours

πίνακας: The Nativity — William Blake

Αγία Τράπεζα

Image

Και ενώ μόνη κατάμονη στο νάρθηκα,

ουδείς να βαραίνει την τροχιά της με δανεικό αέρα,

και τα ανθισμένα χρυσάνθεμα να φουσκώνουν στα όρια

μες στη θήκη/

άνοιξε μια εγκοπή ερυθρά,

εγκάρσια στο μπούτι της σαν στόμα φονιά,

και ο χυμός κατήλθε,

πυκνόρρευστος εντός της/

απόγνωση ήταν κι όχι ηδονή,

κι ας έτσουζε,

έπειτα από το βαθύ ουρανό που ηγήθηκε των θυσάνων,

μικρές στιγμές πείνας γούβωσαν την κοιλιά της/

μια περίοδος κλαυθηρμών εν είδει αμετάκλητου θανάτου,

και όλο το φως αποτραβήχτηκε στην εσοχή της νύχτας,

κίτρινα φτερά θρόιζαν στα μάνταλα,

(ανήκαν που;)

αλλά για παράδοση ούτε λόγος/

ήρθε κι ο μαύρος κώνος του Χάροντα και σβούρισε,

με την κορφή γερμένη τέσσερα λεπτά,

και στάθηκε αντίστροφα στην αμόλυντη πορφύρα,

κι όλα τα εξαπτέρυγα υφαντόπλεχτα,

σιώπησαν το βόμβο τους/

-Που να εγκολπωθεί τα θεία;

-που να εγκολπωθεί λέω;

φώναξε ο δεσπότης,

-Στην Αγία Τράπεζα,

είπαν όλοι κατουρημένοι,

-παρότι γυναίκα και μες στα έμμηνα-

και σταυροκοπήθηκαν με μιας…

photo: Manuel Álvarez Bravo
El umbral / The Threshold
1947
Gelatin silver print

Αγνή του θεού

Αγνή,
στα χείλη της υπέρθεσης στον ουρανό ή στο χώμα
με το κορμί κι αν πάλεψες,
κριτήριο αγνότητας παραμένει το απλό:
ένα θολό φεγγάρι στην ανάδρομη θάλασσα
επηρμένο, μπρος στον καθρέφτη του
ή ένα αγόρι με ασπρόξανθα ματόκλαδα
που γεννιέται στη λέξη σου και την ιππεύει σαν εραστής
(κάθε φορά που κολλάει η πηχτή ζωή πάνω του,
και το επιβραδύνει)
Το κενό παραμένει αναίσθητο μες στην πληρότητά του,
το πρόσωπο του αποστρέφει σταθερά
απ’ την αιχμή του βράχου,
όμως
μετά το συμπόσιο με τη λαγνεία και το φθορά,
ένα πουλί κατέπλευσε τη νύχτα μεσίστιο στη φάτνη σου,
έσφαξε μια καρδιά σε οργασμό,
και ζέστανε τα ζώα μέσα απ’ το αρτηριακό δοχείο/
ούτως ή άλλως
ο Χριστός
αυτόφωτος και αυτάρκης,
θα συνεχίσει να παγώνει περήφανος
κι αγνός/
Να ΄ναι  γαλάζιο ή  πράσινο
τη αμαρτίας  το δέρας;
η αφή το καλοπιάνει και το νέμεται,
η απόσταση το επιμηκύνει
και το παραδίδει
στα μόνιππα χάδια της αυγής,
στον ιδρωμένο σβέρκο σου
όπου κείμαι ξέπνοος και χλωμός/
Αγνή είπες, να ντρέπεσαι,
πόσο την αμαρτία μπορείς να νικήσεις/
Εγώ δεν ήμουν για να χαθώ νωρίς μέσα της,
μια βρώμικη σκιά
που λερώνει το άσπρο φως σου κάθε νύχτα
όμως αυτό μονάχα θα σου πω:
είναι μια λέξη  απλή,
κι όχι ένα κέρμα χρόνου σε ηχηρό περίβλημα,
η άδεια μου η ζωή κοντά σου/

Frank Eugene Smith
Adam and Eve
1898/99
Published in Camera Work, 1910
Heliogravure
© Staatliche Museen zu Berlin, Kunst-bibliothek

 

ανάφλεξη (άστεγος άγγελος στο πανηγύρι της γιάτρισσας)

Image

… όταν επιτέλους κατέρχεσαι/

ραντίζεις σύμφωνα/

με την οκά/

απ´ το περισπώμενο στόμα/

ύδραυλις ασθμαίνουσα…

ούτε που σ´ ακούω/

δυό ξένα χέρια μου πατάνε τα αυτιά για ηχομόνωση/

στο πανηγύρι της γιάτρισσας επιτέλους στο ξεφουρνίζω:

-μη μου κρατάς το χέρι πια…

έβγαλες δικές σου φτερούγες…

… έπειτα στα πόδια σου

ένας αστεγούλης,

πήρε να καίγεται με μια φλόγα οινόπνευμα/

και λαδί και γκρίζα/

ίσως από πείνα

ίσως από Θεό/

εσύ πάλι απλά έκλαιγες με άχρωμα

δάκρυα ρηχής κρήνης/

φύλο δεν διέκρινα/

μα ούτε

και τρίχες στο εφηβαίο/

μόνο όταν απόκαψε ο αστεγούλης/

κάπνισαν κάπως/

τα πούπουλα στις μασχάλες σου…

photo: cimetière père lachaise

//

σμήνος

 

Image

Ένα σμήνος γλάρων απομακρύνθηκε σε σχηματισμό από την παραλία, με δυό κοφτούς ελιγμούς. – Πως να φαίνεσαι άραγε στα ματιά του γλάρου; είπε η Λένα, κι όλοι σιωπήσαμε αμήχανοι, επειδή καταλάβαμε. Το μυαλό της πήγε στον πατέρα της. Την ψυχούλα του σκεφτόταν, πως θα την κοίταγε από ψηλά… Κι η Λένα έκανε ότι δεν άκουσε τη σιωπή μας… άναψε τσιγάρο κι άφησε τον καπνό να ανεβεί προς την κατεύθυνση του σμήνους. Στο βάθος κοκκίνιζε ο ουρανός από την ντροπή του, ο καπνός αναμίχτηκε με το φως και το ανέλυσε, ο ήλιος αναβόσβηνε σα θλιμμένο παλσαρ. Σ´ αυτό το δωμάτιο χρόνου, κάπου χωρούσε κι ο πατέρας της, ένα συμπαντικό κομμάτι χωρίς φυσική παρουσία πλέον, αλλά διάχυτο στα στοιχεία του χρόνου και της ύπαρξης, ριζωμένο στην εμπειρία. Σιωπή τέλος, ας αγαπηθούμε είπαμε. Και γίναμε ξανά 18 χρόνων, το δέρμα μας καθάρισε απ´ τα σημάδια, τα δόντια άσπρισαν, το στήθος φούσκωσε στα κορίτσια, τα χείλη κεράσια, τα μάτια θάλασσες… Τα αγόρια, ότι αλλαγές κι αν έπαθαν δεν τις κατάλαβαν, κοίταζαν τα κορίτσια ενώ εκείνες κοίταζαν τις αλλαγές. Έτσι κάπως κι ο μπαμπάς της σε μια τέτοια παραλία, πήρε ξανά κορμί κι αμολήθηκε να ερωτευτεί…

 

Τάμα

20131217-073816.jpg

_αφού περπατήσω το τάμα ως τον ακρόλοφο/
αφού συσχετιστώ με τις κλαδεστίνες ακρίδες των Αλεξανδρινών βάλτων/
το Σούνιο θα λάμψει βρεμένο στο φως/
στα κιονόκρανα ο ήλιος θα αφιονιστεί/
μύστης και θυσία/
είκοσι πέντε αιώνες συγχρονικής κολύμβησης/
με τα τομάρια των βαρβάρων/
δε δρόσισε Σεπτέμβριος/
στα χέρια που γύψωσαν την ψυχρή καμπύλη/
μόνο ένας γλάρος πιλότος/ παραδόθηκε για πάντα ρίψασπις/
ώστε να εστιάζει στον πρόναο/
ενώ κάτω από τις μαργαρίτες και τα μανιτάρια/
πένητες και απάτριδες/
έρημίτες του σχήματος/
οι υπόλοιποι/
έριζαν για το μερτικό τους στη γεώσταση/
σαν αδικημένα σαράκια/
σε χειμωνιάτικα κούτσουρα/
στην απόσυρση της εαρινής Άλω του Τριπτόλεμου/
στο κρυσταλλοειδές απομεινάρι του Ερωτόκριτου/
μέσα στη βαθειά ποίηση των αστών/
θα εκπνέει ύστατες φυσαλίδες/
η πατρογονική τέφρα/
δίχως τσίπα και φουσκωτή σα διάνος/
ματιά δε θα της ρίξω που θα συλλέγει πτώματα/
μα θα γυρίσω τη ρότα μου/
στις εύφορες Κλαζομενές/
πεινασμένος για τη χρυσή αλοιφή/
στου χρόνου το γόνατο

ΠΙΝΑΚΑΣ: Hubert Robert – Ruins of a Doric Temple – 1783 – Oil on canvas – 129 cm x 182.5 cm
Hermitage Museum (entry by Golitsyn Museum, Moscow, 1886)

Nymphalidae

 

 

Image

Αχ! έτσι με το αχ!
πέταξε η πεταλούδα σου/
με ένα αχ γαλάζιο/
κι ορκίζονταν τριγύρω
πως ξεκουφάθηκαν/
καθώς
τα υγρά φτερά της/
στάγδην σβουρίζανε/
μέσα στον ύπνο μου/
και μέσα στ’ όνειρό μου/

Όμως θυμάμαι το ξόρκι της Ανάστασης/
δε βγαίνουν τέτοια όνειρα/
μεσημεριανά/
μήτε πυκνώνουν μ’ άμμο/
μήτε μαζεύουν στάχτη απ’ τα καμένα μας/
μήτε νερό απ’ τις βροχές μας/
άυλα ραίνονται στις παρυφές της ύπαρξης/
και με το πρώτο δάκρυ μακελεύονται/
σε πούδρα φάντασμα
αλοιφή/
για των ψυχών τις τρύπες/

Kι αν δεν πετούσες γύρω μου/
εγώ να σου αερίζω/
μονοπάτια να περνάς/
ακόμη κάμπια θα ‘σουνα/
ούτε καν χρυσαλίδα εφηβική/
να χεις να περιμένεις/
της θέωσης το δώρο…

ΠΙΝΑΚΑΣ: Remedios Varo – Nino y mariposa (Boy and Butterfly) – Oil on Masonite, 1961

ΕΞΙ ΧΡΥΣΟΨΑΡΑ ΚΙ ΕΝΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙ

Image

Ένα- δύο-τρία… το τρίτο βράδυ, άδειασε το σάκο, χώρισε τα ρούχα σε άνω κορμού, κάτω κορμού, άνω και κάτω άκρων, εσώρουχα, κασκόλ, ένα φούτερ, μια βούρτσα, ένα τσιτάκι φούστα μπλούζα, δύο σουτιέν.. ενώ τα άπλωνε στα φαιά σκεπάσματα, αυτός ροχάλιζε με τη γλώσσα καραμούζα, το πέος στην κοιλιά του, σαλιωμένο και ψόφιο σαν πατημένο εκλέρ… μόλις έμπαινε στην περιφερειακή της όραση, γύριζε και κάρφωνε το βλέμμα στην ταπετσαρία… έτρεμε και λίγο, είχε μια έξαψη ηφαιστειακή και λουζόταν στον ιδρώτα κατά κύματα, έκαιγαν οι πληγές στα φρύδια, αλάτι, έκλαιγε κι από πάνω με λυγμούς, την έτσουζε του κερατά. Ήθελε μόνο να ξεμπερδεύει τ ώ ρ α με τα σιχαμένα τα χρυσόψαρά του, που την κοιτάνε αδιάφορα και έκπληκτα, όσην ώρα της τσακίζει τα παΐδια. Να τα κάνει να γυρίσουνε τούμπα στο θεό… Πήρε μια χούφτα τριφύλλι κι άρχισε να τροφοδοτεί το ενυδρείο. Το πρωί ενώ θα βόγκαγε και θα σκλήριζε απάνω της, ο σπόρος θα άρχιζε να φουσκώνει μες στα στομαχάκια τους. Έτσι με ένα μπαμ έξι μικρών θανάτων αγαπημένων του, θα οριοθετούσε τον οργασμό του. Μετά θα τον τάιζε κι αυτόν γύψο, να σκάσει όμοιός τους, ή θα τον έπνιγε με το μαξιλάρι, ή θα τον έσφαζε στην καρωτίδα στον ύπνο του, να κλείσει επτάδα καταραμένη, να πάει να βρει τη ζωή της μακριά απ’ τα σάλια του κι απ’ τις μπουνιές του και τα μεθύσια του… -Έτσι είναι το έγκλημα, σκέφτηκε… θέλει τις μικρές του πρόβες…

photo: Artist Derya Kilic’s recent exhibit portrayed familiar female faces from famous artworks all marred by cuts and bruises. Her intent is to reflect the pervasion of sexual violence by making viewers see that it afflicts women «they know.» ΠΗΓΗ: https://jenniferhattam.contently.com/pub/women-s-enews