Atocha – Bosque de los Ausentes

Atocha_2004Nov

Η μέρα δε με χώραγε, μια εποχή καρναβαλιού και υποκρισίας, μια εποχή μετά. Η Μαδρίτη αγέρωχη, κατάπινε τις αποστάσεις με τις μυθικές λεωφόρους της, την έκταση των αγορών, την αποικιοκρατική της έπαρση.  Παράτησα τις βαλίτσες μου στην Ατότσα, κάτω από τις σκάλες,  απέναντι απ’ το τροπικό θερμοκήπιο του συμβάντος, και όλον αυτόν τον ατμό, πηχτό απ’ τις ψυχές τους, τον κατάπια σαν μια και μόνη ψυχή, συμπυκνωμένη. Δυο αδέρφια όμοια από τη Ταγγέρη με μελιά μάτια και σφιχτούς δελτοειδείς, ψηλά και ίσια σαν διάδρομοι απογείωσης. Μια λιανή φοιτήτρια με κόκκινα μαγουλα κι ένα τσουλούφι χρυσαφί, ερωτευμένη με τον Αουρελιάνο Μπουενδία.  Ένα μωρό μυρωδάτο, παιδί του ανώνυμου πλήθους, από τ´ αυτιά του εξείχαν μαδριγάλια και γύφτικος άνεμος, ένας γυπαετός το συνόδευε εκ του μακρόθεν. Μια αστή της Σαλαμάνκας με τρυφερά χέρια, τυλιγμένη μια νεκρή ζιμπελίνα. Ενας καθηγητής, ίσως ο Εδουάρδο Χοσέ πριν τη διάλεξη για τον Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, γιατί η ζωή ειναι ένα όνειρο. Μια τσαούσα Καταλανή, που κοιμόταν σα θύελλα και ζούσε σα δελφίνι. Εμένα και όσους αγάπησα, που πρόλαβα ή δεν πρόλαβα να γνωρίσω, που συνέφαγα, συνομίλησα ή συνευρέθηκα, σύννεφο με τα εγώ μας σε παλμό και σύγκρουση με τοίχους και καμάρες. Ο μεγαλοφάνταστος Ινδαλγός Δον Κιχώτης ντε λα Μάντζα, που μου έσφιξε το χέρι, σα να ήμουν εγώ το μυθιστόρημα, ενώ αυτός υπήρχε εκεί νυν και αεί, στα σύννεφα και στα όνειρα των χλωμών ανθρώπων. Αυτό με έκανε να αναθεωρήσω τις απόψεις μου, για τη μετά θάνατον ζωή, ή και για την ίδια τη ζωή δίχως ζωή. Από όλον εκείνο τον ατμό, δε θυμάμαι πιο πολύ, ούτε τον Γκόγια, ούτε τον Πικάσο, το Πράδο, το φλαμένκο, τη ζέστη. Την Ατότσα θυμάμαι, και τα 192 μικρά δέντρα.

http://en.wikipedia.org/wiki/Madrid_Atocha_railway_station

 

Advertisements

μια ευθεία γραμμή επίθεσης

20140329-182541.jpg
το ξέρω/
όταν με βλέπεις έτσι/
γωνίες με εικόνα/
και άλλες δίχως ουρανό /
μια ευθεία γραμμή επίθεσης/
ή μια καμπύλη άμυνας/
και τα ζωγραφιστά χέρια, αστρολάβοι των ταξιδιών μας/
δεν μένει απολιθωμένο το βλέμμα σου/
στου χρόνου τη λαίλαπα/
μόνο η καρδιά μου/
που ξεφορτώνει/
κάθε πρωί έναν χτύπο/
κι έναν άλλο καινούργιο/
φορτώνεται/

photo: Anon
Frozen Lake Biel
1941
© Swiss National Museum

πενήντα

beauty-contest-southport-1967-tony-ray-jones-web

όσο κι αν πείσμωνε με την δυσπραγία των ετών
-από φιλαρέσκεια στη φόρμα,
και εμμονική άρνηση
της κοσμογονίας του γήρατος-
ροδάκινο καμένο στην άνυδρη παρειά,
τον παρέδωσαν τα πενήντα του/
τα μάτια που γέννησαν τον διαγραφέντα πόθο,
θάμπωσαν/
και μια αρρώστια εντομική στο μετόχι της άνοιξης,
με χρώματα θίνες,
και σκλήθρες ξύλα,
τον αποξήρανε/
λόγο- πλέον – δεν άρθρωνε/
δε χάριζε αγκαλιές/
ίνες μάζεψε στη σάρκα/
κι άκοπο μαύρο χώμα,
στα σπλάχνα και στα όνειρα,
απότιστος,
σε κάθε βρόχινη εκδρομή/
ώσπου μεταλλάχθηκε
σ’ ένα διαρκές προσύμφωνο θανάτου/
με υπογραφές ανά σελίδα χρόνου
και ανά λεπτό._

photo: Tony Ray-Jones
Beauty contestants, Southport, Merseyside, 1967 
1967
© National Media Museum

νετρίνα (μια άλλη συνείδηση)

Εικόνα

Ένα θαλερό αγκάθι αμφισβήτησης/

φυτρώνει εκεί/

όπου τα όρια του φθαρτού καθιστούν σαφές/

ότι δεν είναι παρά όρια/

κι ότι αν υπάρχει ψυχή/

οφείλει να διαχωριστεί από αυτά για να υπάρξει/

όμως κι αυτή η ίδια η ύπαρξή της/

– μια μπλε αναλαμπή στον  υπερβάλλοντα λύχνο-

εντός των ορίων του φθαρτού ορίζεται/

παραδομένη στην τοξικότητα της ύλης/

το ίδιο κι η συνείδηση που συνεπάγεται/

το ίδιο και η οποία συναισθησία/

ρίγος/πείνα/έρωτας/συντριπτική θλίψη/

το σύνολο των εμπειριών/

και των συναισθημάτων/

ένας εφήμερος αγώνας/

με την εφήμερη άγνοια/

με την εφήμερη- κι επίμονη-περιέργεια/

δωρίζει μια εφήμερη ικανοποίηση ματαιοδοξίας/

μέσα στης σάρκας το δόκανο/

όμως τελικά/

όλα αυτά στάχτη κι ατμός εξαϋλώνονται/

 στην υπερθετική κρησάρα/

ορίστε γιατί/

ο άνθρωπος υποφέρει από θάνατο/

…πως να τη ζήσεις τη ζωή με τέτοιο βάρος;/

…όπως σου παραδόθηκε:

δίχως πριν και μετά/

σαν μια γουλιά καφέ/

τα πόδια τεντωμένα στον ζεστό ήλιο/

δυο σύννεφα πούπουλα/

ένα σε κάθε μάτι/

λίγη αγάπη ζάχαρη στη γλώσσα/

και το κορμί σε συντονισμό με τα κοσμικά νετρίνα/

που διδάσκουν την πιο λευκή συνείδηση:

να διέρχεσαι/

από ένα σύμπαν ολόκληρο/

δίχως να ακουμπάς/

πουθενά/

Πίνακας: RENE MAGRITTE The Human Condition, 1935

Στη μικρή μου δεξιοτεχνία ή σιωπηλή τέχνη Dylan Thomas (1914-1953)

Στη μικρή μου δεξιοτεχνία ή σιωπηλή τέχνη Dylan Thomas (1914-1953).

μέσα καρδιά

20140308-103046.jpg
…δεν ειναι δαχτυλίδι/
να φοράς την περόνη/
στο μεσαίο δάχτυλο/
χιάζοντας σιωπηλά/
το εμπροσθοβαρές δορυ με τη φαρέτρα/
την θλιμένη οργή/
με το απωλεσθέν στήθος
των αμαζόνων/
αγάπη μου/
δεν είναι πληγή, είναι παράσημο/
η μέσα καρδιά…

(στη Μαρία Μπέικου-Φέρλα, Ελασίτισσα από τα 17, που αξιώθηκα να τη δω στο «Μάουζερ» του Θ. Τερζόπουλου, λίγο πριν φύγει για να οργανώσει το αντάρτικο σε αλλα λημέρια)

http://m.athensvoice.gr/index.php?r=site/page&view=article&id=8724&cat=thepaper

ένας χειμώνας ήταν και πέρασε…

Εικόνα

ένας χειμώνας ήταν και πέρασε/
δεν παγώσαμε για πάντα/
δεν μας έθαψαν ακόμη/
στις λασπωμένες κύστες της Ιστορίας/
μόνο τα χνώτα μας ζωγραφίζουν ευχέλαια/
στα ανοιξιάτικα παράθυρα/
τη φλυαρία των γλάρων του Χάνδακα/
διατυπωμένη δίχως ηχώ/
με ένα πνιχτό κρώξιμο/
ένα ίζημα γαλακτώδες σε μια νιτρική λεκάνη/
κάποιες στιγμές που έπλεαν στο
χωρικό τους άνεμο/
παιδιά που παίζουν κρυφτό με δεμένα μάτια/
δυνάμει πεινασμένα/
εραστές που χαϊδεύονται πρόστυχα ντυμένοι χράμια στο αγιάζι/
καταθλιπτικοί/
μια μύγα ψόφια αναποδογυρισμένη
στην ακίνητη σκόνη/
διορισμένη στο θάνατο από χειμώνα/
έτσι τελειώνει η ζωή των διαφυγόντων φίλων/
-της Αφρούλας το σπίτι πάγωσε-
με ένα βουητό των δέντρων στέγη/
του γαλάζιου ουρανού δίοδος/
της γκρίζας νύχτας άγκυρα/
δε θα σου ξαναπώ/
εκείνο το απτάλικο που θα κρέμεται σακί δίχως νότες στο ικρίωμα/
μήτε η φωνή θα βγαίνει, μήτε ο τζουράς/
να φέρνεις στροφές σε ουράνια ζεϊμπέκικα με ρακές και καρπούζι/
τη ζέστη από το χάδι φάντασμα θα αποδιώξω/
όπως ξορκίζεις τη φαγούρα από ένα ακρωτηριασμένο δάχτυλο/
-του Σάββα, στο εργοτάξιο των ορυκτελαίων-
μετά το χαμόγελο θα γίνει υδρόφιλο/
δυο σκαλιά καταβύθισης για κάθε λεπτό αγάπης/
ανοιχτό στο ξεροβόρι θα γυαλίσει/
τα φλωρεντινά σου άμφια στους αμπελώνες της Σιέννας/
χαμερπές/
στον τοίχο αργά θα σχεδιάζει τα όνειρα/
του καιρού το σαλιγκάρι/

photo: Tony Ray-Jones
Eastbourne Carnival, 1967
1967
© National Media Museum

πλοίο μέσα σε πλοίο (πτολεμαϊκό σιφόνι)

20140307-152144.jpg
…Εκεί έσερναν αιώνες την ίδια αλυσίδα, η έλξη σταθερή πήγαινε κι έφερνε ενα πλοιάριο σκουριασμένο από όλα τα νερά, και γλυφά και αλμυρά, ένα πλοίο μες στο πλοίο. Χώμα δεν πλάγιαζε στην καρίνα, μήτε καν λάσπη, ο αέρας πικρός μύριζε φάρμακα, σταθερή αιματίλα και οινόπνευμα, κι ένα χάπι σταχτί που δαγκώθηκε το σούρουπο και δεν ξεπλύθηκε ως τα μεσάνυχτα από τη μελάσσα και το λάδι στα τηγάνια. Βρωμερή μυρωδιά τώρα που το λες, πόσα βράδια πέρασαν να την ανακαλώ ατόφια μέσα στο βαθύ μου είναι. Μια καμπίνα δυτική στο πήγαινε, γινόταν ανατολική στο έλα, τυλιγμένη όμως πάντα στον ήλιο, σφιχτά, πως είναι να ντύνεσαι στο φως, έτσι. Πάντα η αιχμή ήταν το μεσημέρι, πάντα η ρότα ήταν ή βοράς ή νότος. Κι όσοι κραδασμοί από καιρό κι ανέμους, απόσβεναν γλυκά στη μέσα γούρνα, ανεπαρκείς. Σε ένα τέτοιο πτολεμαϊκό σιφόνι έζησα δώδεκα χρόνια. Όπου οι τροχιές αλληλοκαλύπτονταν και συμπληρώνονταν ώστε η ψυχή να αντιρροπεί τα στραπάτσα κατά το δοκούν. Τα γεράματα τα χόρτασα πριν τα καβαλήσω, μάλλον πως εκείνα με καβάλησαν μέσα στα φωτεινά αμπάρια, ενώ στο κατάστρωμα όλοι μεγάλωναν κι ερωτεύονταν με αγκαλιές και ζέστη και φιλιά ρουφηχτά, νέοι σαν το γάλα, μέρα μεσημέρι πάντα με άσπρο φως….

photo: Tony Ray-Jones
Beachy Head Tripper Boat, 1967
1967 © National Media Museum

ένα ναυάγιο


20140303-212845.jpg
Όταν έμεινε μόνος του/
δίχως τις αναφορές τους/
λέπια φύτρωσαν γύρω από αυτόν τον άντρα/
να τον βοηθήσουν να επιπλεύσει/
στην αρχή πολύχρωμα, κάθε ένα, άλλο χρώμα/
όμως το αλάτι/
ενέχυρο μιας μονόχρωμης θάλασσας/
στο τέλος νίκησε/
μέχρι που τον άσπρισε όλον και τον έκανε παγόβουνο/
στις πλαγιές του -ανάμεσα στους ψίθυρους- σκόνταφτε και γλιστρούσε ο εαυτός καθώς σκαρφάλωνε/
από νήπιο ως μεσήλικας/
δίχως φως/ δίχως ήλιο/
μόνο με αλμύρα καταπρόσωπο/
και πισώπλατη μπουνάτσα/
όμως μια φορά μετά από χρόνια/
τα κατάφερε και βρήκε τα πηγάδια του/
τ´ άνοιξε όλα μονομιάς (και τα εφτά)/
κι ανάβλυσε ουρανός/
και φρέσκο γλυκό νερό της λησμονιάς/
…ήπιε, ξεδίψασε/
μετά τα λέπια γίναν άστρα/
μα το κορμί Τιτανικός/
βυθίστηκε στο έρεβος/
συρίζοντας/
με έναν παφλασμό/

painting: Frederic Edwin Church (American, 1826-1900), The Icebergs, 1861. Oil on canvas, 64-1/2 x 112-1/2 inches. Courtesy of Dallas Museum of Art.