καφενείο – ουζερί «ο Φονιάς»

lloyd-stubber_untitled_2012-web[1]

Φτάσαμε νύχτα στου Φονιά, και δεν βρίσκαμε να κάτσουμε. Τα καθίσματα όπως στα παιδικά μας όνειρα, την εποχή που πηγαίναμε εκδρομές – περιπάτους, ή μετά την 28ή Οκτωβρίου, φίσκα.  Είπες: «– αμέσως θα βρω θέση, μην σε νοιάζει», και έφυγες τρέχοντας προς την κουζίνα. Στο λεπτό ήρθε μια ψηλή σαύρα και μου κάθισε στο μέτωπο, το σημάδι της ανεβαίνοντας, ξεραινόταν σε λευκούς βοστρύχους (κράτησε ένα τέταρτο). Μετά μια μεσημβρινή Ιέρεια με ξυρισμένα φρύδια, μας πήρε από την είσοδο και μας έβαλε στην τζαμαρία, σ’ ένα στενό ένα επί ένα, ξύλινο τραπέζι. Μια μέδουσα μωβ, από τη μάνα της, μα τώρα φούξια, κατούραγε μάλλον πλαγκτόν, γιατί η θάλασσα στα βράχια φωσφόριζε αλίζαριν. Σε χάιδεψα στα μαλλιά, όπως είχες κουρέψει κοντό το σβέρκο, κι έπεσε μια τούφα βαριά μες στα μάτια σου, σαν ένα κομμάτι φρέσκο σαπούνι. Πώς μύριζε… Και πάλι άρχισε να βρέχει. Έξω από τα τζάμια, ασημένιες αθερίνες, κουνούσαν τα βράγχια χορεύοντας. Εμείς μέσα, ούζα, και άθλια μαραμένα αγγουράκια. Ωραία περνούσαμε.ruth-maddison_self-portrait-2-from-light-touches_2004-web[1] Είδαμε και μια δασκάλα μας, λατινικού.  Αλλοπαρμένη, με ρόζους στα δάχτυλα και μπλεγμένα μαλλιά, βάδιζε την παραλία, βότσαλο το βότσαλο μες στο ανεμοβρόχι. Στην άκρη στην προβλήτα, άνοιξε το ταγάρι της, έβγαλε ένα Ζιτάν πατημένο, και το κάπνισε μέχρι τα δάχτυλα με δυο τζούρες, ίσα προλαβαίνοντας πριν σβήσει. Το ’87, στη γέφυρα Ροσινιόλ, κάνοντας όπισθεν μια νταλίκα να φορτώσει, έριξε το ρενό κατρέλ της στο ποτάμι. «- Ο θάνατος στον άνθρωπο, δεν είναι νοικοκύρης», μου είπες, «-είναι μουσαφίρης» Αμέσως σίγασε η οχλοβοή. Στο άγαλμα του Λάσκου δυο αρουραίοι έξυναν τα δόντια στον «Κατσώνη». Στο Wurlitzer 850 τραγουδούσε η Μοσχολιού: Εδώ είναι ο Παράδεισος κι η Κόλαση εδώ.  Ρυάκια το νερό στην τέντα, ζωγράφιζε ακατάπαυστα τα πρόσωπά τους (ξέρεις ποιών), χαμογελούσαν λίγο, με τα μάτια, μετά χάνονταν. Τέλειωσαν οι μέρες μου να τους μετράω, ήρθε ο αιώνας. Αρμένικη βίζιτα μας είχε κάνει ο μουσαφίρης…david-tatnall_steamer-jetty_2012-web[1]

photos (top to bottom)

Lloyd Stubber

Untitled

2012

Fibre-based silver gelatin print

 

Ruth Maddison

Self-portrait #2

2004

From the series Light touches

Sun print on black and white photographic paper

Vintage print, unique state

 

David Tatnall

Clifton Springs Jetty

2012

From the series Coastal Pinholes

Silver gelatin contact print

20 x 25 cm

 

links:

Γέφυρα Ροσινιόλ:  http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%AD%CF%86%CF%85%CF%81%CE%B1_%CE%A1%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CF%8C%CE%BB

Ρενό κατρέλ:   http://renaultnewsgr.blogspot.gr/2013/07/blog-post_19.html

Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος:   http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BB%CE%B7%CF%82_%CE%9B%CE%AC%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82

Wurlitzer juke box:   http://en.wikipedia.org/wiki/Wurlitzer

 

 

 

 

Advertisements

κήπος

house3

Ι

τα θαμπά περιθώρια

χιλιόμετρα ολόκληρα

στο ραμμένο τους στόμα

στην ψυχή σου σφουγγάρι

κι όλο το νερό που κατάπινε

εκείνος ο κήπος

επιστρέφει στον ύπνο μου

ας πνιγώ

Πάσχα έρχεται

κλαψουρίζουν τα θράψαλα

γοερά στην κουζίνα

σαν ξυπνώ

ποτάμι νερό χύνεται απ’ το λάστιχο

κι η αυλή μας αστράφτει

καθαρή μες στον ήλιο

οι μπιγκόνιες αλλότριες

μαρτυράνε το χάδι

της

 

ΙΙ

κάμερα

χαμηλά στο φτερό

αφού γέρασε η πόλη και πέθανε γύρω μου

αφού γέρασε η πόλη και πέθανε μέσα μου

ας είναι τα μαλλιά της βρώμικα,

ας γυρίζει ακόμη τις νύχτες γυφτάκι

ως εκεί

που είπαμε να βαδίσουμε

με ένα κορδόνι

στο αριστερό στήθος δαγκωμένο

μετρώ,

τους νεκρούς

όπου σκοντάφτουμε σε κάθε πεζόδρομο

δίχως άγγελο φύλακα

δίχως χώρο-φύλακα

η γλυκιά νοσταλγία τους

στο μπαλκόνι που αγκύλωνε

τις χιονάτες γαρδένιες

αντιστρέφει το βλέμμα τους

στον κατάμαυρο τοίχο

μπλε βουνά που αγναντέψαμε

το έλασσον θέρος

ή την ίδια τη θάλασσα

που μας φίλησε στ’ αφαλού μας το χείλος

ΙΙΙ

τα φανάρια

που τέλειωσαν με τριγμό και οδύνη

με ζωές και χαμόγελα

λίγοι ακόμη νεκροί –οι δικοί μας-

που ξέμειναν

σ’ έναν κήπο που δίψασε

άνθρωπο

έτσι Αυτή

κάθε βράδυ μονάχη της

κατεβαίνει να ποτίσει

κουτσαίνοντας

μια σκιά έστω

μα γεμάτη υγρασία

 

photo: Francesca Woodman, House #3, Providence, Rhode Island, 1975-1976

http://en.wikipedia.org/wiki/Francesca_Woodman

 

 

Kριτική, Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες (e-περιοδικό Φρέαρ)

Kριτική, Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες (e-περιοδικό Φρέαρ).

το τέλειο στερεό – μια σφαίρα κι ένα δάκρυ

308961_10150347545388874_1172140213_n
Στη ράχη – και που είναι άραγε η ράχη;- μιας σφαίρας/

δεν ισορροπεί/

ούτε η δίεση, ούτε η ύφεση/

ένα τραγούδι άρτιο μόνο μπορεί να αναπαραχθεί/

από καθαρούς φθόγγους/

σε μια συνεχή ακολουθία/

κι όσο κι αν ξεπηδούν περήφανα/

κύματα ηχητικά σε ένα σημείο της/

στο αντιδιαμετρικό του/

καταπνίγονται αναμεταξύ τους/

συμβάλλοντας πάντα/

αποσβεστικά/

με έναν ήχο υπόκωφου θρήνου/

Το φως μιας φτωχής λάμπας πυράκτωσης/

ή ακόμη και μια λαμπρή αντανάκλαση/

του ίδιου του ήλιου/

δε διαχέεται ποτέ/

παρά επικεντρώνει/

σε ένα μόνο σημείο της τέλειας επιφάνειας/

Από την άλλη ο χρόνος/

που περιέχει μια μια/

όλες τις συμπαγείς σφαίρες/

αυτού του κόσμου/

ο ίδιος περιέχεται σε άπειρους σφαιρικούς φλοιούς/

ως ουσία τους/

και ως εσώτερο σύμπαν/

κατακερματισμένος και περιεχόμενος/

παρότι περιέχων/

Ορίστε ο λόγος/

που δεν είναι η σφαίρα το απόλυτο στερεό/

Με τα ίχνη της βαρύτητας στο corpus της γεωμετρίας/

είναι το δάκρυ εκείνο που επιβεβαιώνει/

ότι μια σφαίρα σε έναν τέλειο κόσμο/

οφείλει να εγκαταλείψει την εμμονή στην καθαρότητα/

οφείλει να αλληλεπιδρά/

ή από εδώ, ή από εκεί/

και να επιμηκύνεται προς μια κατεύθυνση/

αγκαλιάζοντας το χρόνο μαζί με το βέλος του/

αυτό είναι τα δάκρυα/

ταπεινωμένες σφαίρες/

που έσκυψαν το κεφάλι – που είναι άραγε το κεφάλι;-

στην επιδρομή του ρεαλισμού/

που υποχρεώθηκαν να εκταθούν κατά τον έναν άξονα/

ώστε να συμπεριλάβουν τον άνθρωπο/

τα χρόνια δέντρα και τα χρόνια αγκάθια/

τους φίλους που διέρρευσαν προς τη λήθη της αιχμής/

τις αγάπες που έσταξαν/

τις αιώνιες ρυτίδες που ενυπάρχουν στο πρόσωπο/

υδατογράφημα/

αλλά αποκαλύπτονται φρέσκιες/

μέρα τη μέρα/

τις ασθένειες και το θάνατο/

την υπενθύμιση της φθοράς/

τον πόνο και την αγάπη/

πόσα χρόνια δεν είναι που παλεύω/

να κάνω την απόλυτη σφαίρα σου/

ένα απλό ανθρώπινο δάκρυ;/

 

photo: © Konstantinos Loukopoulos 2011 – photo manipulation

…η ποίηση, κατά την ανάδυση

20140404-103428.jpg
Εκείνο το νερένιο δάκρυ/
– σου εξηγώ-
δεν είναι πια υγρό/
ούτε τα μαλλιά σου είναι
σύννεφα/
να κατανοήσουν τη μέρα μας/
καλύτερα από τους απλούς ερωδιούς/
που πετούν ανάμεσά τους/
έτσι, μισή χιλιετία/
που βουτάς στο παγωμένο μεϊντάνι με κορμί γυναίκας/
μαυρίζει το νερό/
και το λαγούμι σου/
σ´ ανεβάζει/
ένα χταπόδι ποίησης/
στα πλοκάμια του/
αμήχανος διαπιστώνω/
την αβάσταχτη ποικιλότητα/
του ενδογενούς σου σύμπαντος/

photo: Man Ray
Untitled (Rayograph)
1922
Gelatin silver print
11 15/16 x 9 3/8 in. (30.32 x 23.81 cm)
Collection SFMOMA, purchase
© Man Ray Trust / Artists Rights Society (ARS), New York / ADAGP, Paris

TANDEM 1

Αυτό εγώ βλέπω
από τα χέρια σου/
όταν πλαγιάζεις κουρασμένη/
και τα τυλίγεις στεφάνι στο λαιμό/
φλέβες κι έκρηξη/
έναν χάρτη λεπτομερούς δραστηριότητας/
μες στον ωκεανό των ακίνητων δερματικών κυττάρων/
συρτάρια του πόθου/
και μνήμες της αγάπης/
εκεί/
όπου οι άλλοι βλέπουν αφή και κίνηση κι ένα περίγραμμα/
μιας φύσης καθημερινής/
εγώ βλέπω το πέταγμα/
και τη λαχτάρα του σφυγμού/
του τσακισμένου γλάρου/

πίνακας: Istvan Sandorfi

φαϊρούζ

emma-thiollier-en-train-de-peindre-en-haut-dune-des-tours-de-notre-dame-photographic3a9e-par-son-pc3a8re-fc3a9lix-thiollier-1907-web

 

η ζωγραφιά της/
με κόκκινο κραγιόν/
αυτό υπογραμμίζει/
πως φτάνει ο ψαλμός να ραγίσει το γρανίτη/
κι ας χυθεί ή λάβα του καιρού/
στην ψιλή άμμο/
αίμα να μη χυθεί/
ούτε παιδικά δάκρυα/
στο σιμούνα του Ισφαχάν/
και στους κέδρους του Λιβάνου/
….Φαϊρούζ βγες στο μπαλκόνι/
να σ´ ακούσουν τα πουλιά/

photo: Félix Thiollier (1842-1914)
Emma Thiollier painting on top of one of the towers of Notre Dame, photographed by her father Félix Thiollier – 1907

κάμιρος

tripolitania-web

Μπήκε Απρίλης, έτσι, μάζεψα τα ρούχα, που δεν ήταν πολλά σε ένα σάκο, έτριψα το φρέσκο μάγουλο μέσα παλάμη, και ανέβηκα στο «Κάμιρος» προς την Πάτμο. Ενώ έπεφτε αργά η νύχτα, όσες νησίδες συναντούσαμε στα αριστερά, τις έσβηνα μια μια με τα βλέφαρα, ηχηρά σαν κροτίδες. Αστέρια δεν ανάβανε, μόνο βάρκες και τούρκικα καΐκια, δεμένα αρόδο. Ένας σκύλος στο κατάστρωμα, μαύρος κι αβρός σαν καταιγίδα, δεν ξεχώριζε τη θάλασσα από τη στεριά μες στο σκοτάδι και γρύλιζε. Του είπα από μακριά, για την εαρινή σοροκάδα. Σίγουρα με κατάλαβε, γιατί γύρισε τη μουσούδα στο πλάι κλαίγοντας, πισωπάτησε και χάθηκε για τα καλά, πίσω από τα καθίσματα. Έπειτα ψώνισα μια σοκολάτα να σε ταΐσω, περνούσε και η ώρα κι έμπηγες τα νύχια βαθειά. Ως την Κάλυμνο, μου είχες ανοίξει μια ουλή φρέσκια ίσαμε δυό παλάμες. Αλλά η νύχτα μύριζε τόσο δυνατά που δε σκεφτόμουν τον πόνο, ούτε τη θάλασσα, ούτε το σκύλο, μόνο πως έκανα μια βόλτα από αυλή σε αυλή στην παλιά μου γειτονιά, κάθε αυλή κι ένα λιμάνι. Κι όπου και να την έψαχνα να μπορούσα να τη βρω, αρκούσε να τη σκεφτώ να ανοίγει αυτή την πόρτα, ή να σερβίρει αυτή το παγωτό με τον καφέ, και τα χείλη της ας είναι μωβ σαν της νεκρής, τα μάτια της κλειστά στον πάγο, και τα πουλιά ακούνητα και αλάλητα σαν μέσα θρήνος. Μόνο να την ένιωθα για λίγο, ζεστή, με κορμί. Στην Πάτμο σαν φτάσαμε ούτε το πέλαγο δεν έβλεπα πια, μόνο ένα ατέλειωτο λιβάδι μαύρες πόες, και χιόνι αμόλυντο, χυνόταν προς τη Χώρα και το μοναστήρι, ένα ποτάμι μελάσα και ζαχαρωτά. Αλλού βουτούσε, αλλού σκαρφάλωνε. Σε χάιδεψα κι ήρθε κι ο σκύλος και τρίφτηκε στα πόδια μου, και για λίγο ήταν σχεδόν καλά, σα να μ’ αγαπούσαν δυό πλάσματα, ένα γήινο κι ένα ξωτικό. Μετά άναψες, σε είδε ο σκύλος και φοβήθηκε, κι ας είχε γλυκαθεί κι έγλυφε το αίμα απ’ την πληγή, χάθηκε πάλι κλαίγοντας.

–Δεν είμαι ξωτικό, είπες. Η ψυχή της είμαι, πάνω σου για πάντα…

 

photo:

The Gibsons of Scilly
SS Tripolitania
1912