Αντήνορος πεπνυμένου

Εικόνα

ενώ η επτάπυλη Θήβα/
βόμβιζε ξερή/
Αντήνορος πεπνυμένου/
χρησμός/
κατέφτασε απ’ την Τροία/
το ξυράφι εκείνο βλάστησε φωτόνια/
και στην κόψη του αιωρήθηκε/
μια πράσινη χρυσόμυγα/
δοκίμασε στη γλώσσα της/
το αλάτι του Ζάλτσλαχ/
και τα άστρα του Σχίνακα/
έπειτα εξαχνώθηκε/
και το όνομα της ψέλλισε/
σε σπασμένα ελληνικά/
Κασσιανή κόρη ή γυνή/
μολυσμένη απ’ το αίμα/
στο Καρνάκ τα ρόδα/
είναι το ίδιο κόκκινα/
μα η στάχτη πιο ελαφριά/
στη Φοινίκη των Ιλλυριών/
και στην Ελευσίνα/

photo: Carrie Mae Weems

A Broad and Expansive Sky – Ancient Rome (from Roaming)
2006
Chromogenic print
73 x 61 inches (185.4 x 154.9 cm)
Private collection, Portland, Oregon
© Carrie Mae Weems

 

Advertisements

το κουτί του χρόνου/ εποχές

20140524-101521-36921963.jpg
έτσι ξύπνησα
και έτσι ξυπνάω πάντα/
μια Νηρηίδα που φόραγε ματόχαντρο/
γυμνή/
δάγκωνε το λαγώχειλο πάνω χείλι αφηρημένη/
αυτός έγραφε -σε χαρτί-
κι η ζωή φτιαχνόταν απ´ τις λέξεις του/
ένας λόφος
δροσερός με δάκρυα/
μετά έλιωνε χιονάνθρωπος στη βροχή/
και τα τρίχορδα ατάιστα νιαούριζαν την ερημιά/
-αχ να σε ζούσα ζωή μου/
όπως σε αγαπούσα!/
της είπε το πουλί, μόλις γράφτηκε/
μετά ξάπλωσε/
και τούρλωσε την κοιλιά του διαθέσιμη σαν του σκύλου
για τη χωνευτή ηδονή/
λίγα χάδια διψούν
μια βολή
στον ακίνητο Θεό της/
το φυσικό της δάσος/
ένας μαλακός αλγόριθμος/
λυγμών και βογκητών/
-σε φώναζα, μα δεν με άκουγες να μ´ αγκαλιάσεις/
κι απ’ το χθες/
κι απ’ τις μέρες του κρύου/
μα ήρθε εκείνο το Σάββατο που έτριζε/
και τα ήπιε όλα, άσπρο πάτο/
– τρίχες, φανέλες, άνθρωπο/
και τα ρούχα τα παλιά-
σκότο
-δίνη/
γι’ αυτό έχω εγώ μόνο τη μασχάλη σου/
να αγναντεύω χρόνια/
που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν αθόρυβα
στα σχοινιά/

Κ.Λ. – «το κουτί του χρόνου/ εποχές»

ουρητήρια/ μετά τις εκλογές

20140523-030134-10894465.jpg
Τόσο βαριά που είναι η ζωή
-ακόμη και για τον ίδιο το χρόνο-
που κάμπτεται και προσκυνάει και ενστερνίζεται/
το απλό σάρωθρο/
στην πρώτη πυκνή συγκέντρωση στοιχειωδών σωματιδίων/
υψηλής καταγωγής/
έτσι – ιστορικά –
δημιουργήθηκαν οι πρώτοι δουλοπάροικοι/
η καθαριότητα βλέπεις/
είναι θέμα επιστημονικής τεκμηρίωσης πρωτίστως/
παρά ένα θέμα να το λύσει η αστική δημοκρατία/

ΚΛ – 2014 («ουρητήρια/ μετά τις εκλογές»)

photo: Υπαίθρια ουρητήρια στο Παρίσι, plateau de l’Ambigue
1876, Charles Marville (1813-1879)
Ασημοτυπία από γυάλινο αρνητικό
26.7 × 36.4 cm
Musée Carnavalet, Paris
© Musée Carnavalet / Roger-Viollet

ιώδες τριζόνι

20140523-024003-9603857.jpg

Ιώδες τριζόνι/
αιχμάλωτο/
στη φυλακή των μπάλων/
κοιμήθηκε ανάσκελο/
ως να κοντέψει θάνατο/
μετά το πήρε ο χρόνος μαθητή/
και το καμε αηδόνι/
πίσω από την πλάτη μου τις νύχτες/
ψέλνει χερουβικούς/
καυτή η τρίλια του μου σιγοψήνει το σβέρκο/
κι η άνοιξη το ψέγει που ορφάνεψε/
δίχως φίλους/
να ‘χει να του ράψουνε/
του γονιού την τρύπα/

photo: Christer Strömholm
Hotel Central, Paris
1951/1981
© Christer Strömholm/Strömholm Estate

…μια εξέγερση σκλάβων, από σας και για χάρη σας

20140511-183257.jpg
στη στροφή της συνείδησης
σε ένα αυγό από αγάπη
μεγαλώνει ελεύθερο
το παιδί της ελπίδας μου
το κορμί του
γύψινος κότσυφας με θλιμμένα μάτια
νυχιές στο εκμαγείο του
και αίμα στις νυχιές
και το αίμα γαλανό
σαν των συντρόφων της επανάστασης
τη σκηνή στη Μακρόνησο
ανταπάντησε στους ίσκιους σας
με νάρκες και καπνό
πενήντα χρόνια «ελεύθερο»
ο χειρότερος στρατώνας
έπειτα σιώπησε κι ωρίμασε κι έδεσε καρπό και νέασε εκ νέου
κι ας ήταν νάνος με δεμένα πόδια
και μαλλιά ψαρρά
που έσπαζε κλαδάκια για τη θράκα Ιούνη μήνα
μίλησε με τα ζώα
και τα μαθε ανάγνωση
μίλησε με τις πέτρες και τις έκανε αρχιτέκτονες
μίλησε στα κορίτσια και τα πυροδότησε
έρωτα και χυμούς και τραγούδι
Είδες τα δάση μας το πρωί;
τα καμένα τους ρούχα πόσο άχαρα κρέμονται
φορεμένα στη μέση, ενώ
στη ακτή μια ηλιαχτίδα
με τη ζήλεια της
έκαψε τη θάλασσα
σταθερά από τους βράχους
Δεν αντέχω με όλα αυτά ένα γύρω μου
-τα φαντάσματά σας ζωντανά
και τους ζωντανούς φίλους πεθαμένους-
να σβουρίζω στο βίο μου με δεμένα μάτια
κι αυτή η τυφλόμυγα να μην καταλήγει
ούτε στο φως ούτε στο θάνατο
μια πυγολαμπίδα της άνοιξης ως τη μέση
στο χιόνι
που άνοιξε τα δάχτυλα να πνίξει τους φασίστες
μα βρήκε αέρα και μια γάγγραινα
που απλωνόταν
ακόμη και στα ίδια τα δάχτυλα;
αγωνίζομαι
να χωρέσω τις μέρες μας
σε μια φούχτα φροντίδας για σας
τα μαλλιά της να λάμπουν στον ήλιο της νιότης σας
κι η καρδιά της να ανάβει προσευχές ψυχοσάββατα
μια εξέγερση σκλάβων
από σας και για χάρη σας
σας οφείλει η ιστορία
Κ.Λ.

(στην κόρη μου, στα ανήψια μου, στους μαθητές μου)

photo:
489-03-Place St Michel-Paris 6e-23 Mai 68

Γόργη, σύζυγος Κορίνθου

white_1905-web

Σύμπτωση θα ταν/

που την ημέρα των αμνών/

γέννησε, μες τη ρουμελιώτικη αντάρα/

δυο αίγες  λευκές με σφραγίδα τράγου/

Έτσι, Αυτή/

θυμωμένο κορίτσι που κάηκε πριν ψηθεί/

στης αγάπης το λάδι/

απόπλεξε το κάλλος της/

απ’ την ιθαγενή ασχήμια του/

-πατέρας ή άντρας ή αδερφός-

μα έδεσε τη σπορά του και βεβαίωσε το γένος του/

στη μεγαρίτική της μήτρα/

όσο κι αν του φαλλού η γλύκα/

μια πυξίδα γύρω της όριζε/

κι αν κατούρησε  το ξημέρωμα των πανσέδων/

Μάη μήνα στο παράπονο της φτέρης προς τις πασχαλιές/

έσταξε τον ιδρώτα της/

-η ροή του σχεδόν ρευστή-

στα σφιχτά του μόρια και στα ακάνθινα μαστάρια/

μόνο που αφού οδήγησε/

το χελιδόνι της άμμου σβηστό/

μέσα στο σφυρήλατό της  όνειρο/

τη βρήκε η συμφορά της απώλειας/

στην κατάληξη του αιώνα/

πύρωσαν τα μαλλιά της στη φωτιά του Χάροντα/

και το χείλος βανίλια που δαγκώθηκε στην Έφεσο/

χύθηκε πήλινος χυμός στην ορφάνια των σπλάχνων/

κι αν στο Αίγιο ντύθηκε στα λευκά/

μαύρη έμεινε η ράχη της και αραχνιασμένη-

Αύγουστο –  στο λινό της μεσόφορο/

όπου ένα δάκρυ αίμα/

άπλωνε κολυμπώντας στο πέλαγο του χιονιού/

δίχως στρώμα αλάτι/

βύθισε τα μάτια της στο σκότος της Εσχατιώτιδας/

κι αγκάλιασε το βούρκο να βυζάξει τα νεκρά της/

 

Γόργη γλυκιά/

τα υγρά των ανθρώπων/

οι πιο μεγάλες θάλασσες που αντάμωσα/

 

 photo: 

Clarence H. White (American, 1871-1925)
Morning
1905
From Camera Work, No. 23, July 1908
Photogravure RISD Museum: Walter H. Kimball Fund

 

Λίμνη Ηραίου