χάμστερ

20140627-083605-30965036.jpg
Αυτό που λες «-η ζωή μου!»
κοιτώντας από μένα (προς εσένα)
μου μοιάζει τσουλήθρα
αμφίρροπη,
μια ανηφόρα ασυνέχειας και δυνητικού παρόντος.
Να γιατί τόσο συχνά,
ενώ κινείσαι μπρος με κόπο,
βουλιάζεις απότομα σε πηγάδια δυναμικού
γεμάτα παρελθόν,
σα μοναχικό ηλεκτρόνιο,
στο άτομο του υδρογόνου.
Όμως αυτό το πισωγύρισμα-
το να ξέρεις ότι ποτέ δε θα διαφύγεις-
είναι και μια παρηγοριά:
η ελπίδα για την έξοδο (το παραμύθι),
είναι το δηλητήριο της «ζωής σου».
Οπότε γύρνα εδώ τη ρόδα σου,
μικρό μου λευκό χάμστερ,
και κράτα σημειώσεις.
Το μάθημα για τον τροχό
ακολουθεί.

photo:
Mikhael Subotzky and Patrick Waterhouse
Untitled I, Ponte City, Johannesburg
2008
Lightjet chromogenic print
Courtesy the artists and Goodman Gallery
© Mikhael Subotzky and Patrick Waterhouse

Advertisements

άτιτλο – Αθηνά Τιτάκη

Εικόνα

Ήταν κι οι φορές που τρόμαζε όταν η ιδιοτροπία της φύσης χώριζε τον κεραυνό από τη λάμψη του και η βροντή χτύπαγε μία μία τις πέτρες των τοίχων και τις ράγιζε. Τσούγκριζαν τα κρύσταλλα του πολυελαίου και τα ξύλα έτριζαν, έσπαζαν τα βάζα του καφέ και της ζάχαρης και τα κρόσσια των χαλιών χόρευαν σαν πλήκτρα πιάνου. Έβρισκε με δέος το κέντρο του σπιτιού, με τα χέρια ανοιχτά βαστούσε τα κύματα του αέρα που την κράδαναν, μαδούσαν τα ρούχα της στα μπράτσα και το στήθος κι έστεκε σαρωμένη μ’ ένα τρέμουλο γύρω απ’ τον αφαλό και το βλέμμα γυμνό της απόστασης. Όταν ο ήχος έλιωνε και οι δονήσεις κάθιζαν τα κάδρα στραβά στα καρφιά τους, εκείνη έβγαζε τα κουρέλια και ντυμένη μόνο το χνούδι της μάζευε ρετσίνι απ’ τον κορμό της μυγδαλιάς, γέμιζε τις ρωγμές της πέτρας κι άλειφε με το λάδι της ελιάς το χερούλι του γραμμοφώνου, τους καρπούς και τους αστραγάλους της. Πριν βάλει το δίσκο να παίζει άγγιζε τα αυλάκια του, κοιτούσε το πρόσωπό της στον εβένινο καθρέφτη του, κι ύστερα, με την μουσική να κλείνει τα ντουλάπια και να ισιώνει την κουπαστή της σκάλας, άφηνε τις χρυσόμυγες απ’ τα σπιρτόκουτα να συντονιστούν με τη μελωδία, να τεντώσουν τα τρίχινα πόδια τους και να γυμνάσουν τα γυαλιστερά φτερά τους.

photo: Francesca Woodman

 

ο βασιλιάς σαύρα

20140624-041026-15026752.jpg
Όλα τα βινύλια- συλλεκτικά και βαριά (140g +) – θρυμματισμένα, πορτρέτα λαϊκών τραγουδιστών με γυαλιστερές φράτζες και ξεκούμπωτα πουκάμισα, τεχνικολόρ από άλμπουμ των 70ς κολλημένα στους τοίχους, και μια νευρική βίδρα (πρώην σαύρα) που διέσχιζε το μονοπάτι από τη θάλασσα ως το δάσος. Ενώ βάδιζε άτσαλα από λοφάκι σε λοφάκι, γρατζούνιζε με τα νύχια, τα κατσαρά μεταβλητά ερείπια με θησαυρούς από παζάρια κι αμερικανικές αγορές ανά την Ευρώπη, δυο γραβάτες δερμάτινες στενές (μια μπλε, μια μαύρη) απ´το Camden Town, άπαντα του Ντάντε Αλιγκέρι από παλαιοβιβλιοπωλείο στη Γένοβα, τη χειρουργική του Ντε λα Μοτ, από τους μπουκινίστ στο Παρίσι, με την έγκριση του Λουδοβίκου -δεκατρία χρόνια πριν τη γαλλική επανάσταση. Ζαλισμένη από τα κατάμαυρα πλακάκια σε άεναη κίνηση, σταματούσε που και που, και ξερνούσε κομμάτια πορσελάνης, που είχες κερδίσει σε εκείνη τη γιορτή της τρίτης λυκείου. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε το θλιβερό σετ, σκονισμένο στο παλιό ντουλάπι της σερβάντας με τα ασημικά της μάνας σου. Τέσσερα φλυτζάνια μινιατούρες και τα αντίστοιχά πιατάκια τους αντί ενός τριπλού του Woodstock, αγορασμένο απ´ τον Βανάκο, με όλα τα τραγούδια της απελπισμένης εφηβείας μας. Μια τσαγιέρα μινιατούρα με γυριστό καπάκι και χρυσοπόρφυρη μπορντούρα αντί του Ημερολογίου Καταστρώματος Α των εκδόσεων Ίκαρος, σε μπλε σαγρέ σκληρόδετο. Τέλος μια τόση δα ζαχαριέρα, ίσα να χωράει δυο κουταλάκια σε έκταση, αντί των ποιημάτων του Μόρισον σε εκείνη τη μετάφραση με τη φράση που διάβαζε και ξαναδιάβαζε ο Μήτσου στην τάξη: «-είμαι ντάουν, ντάουν που να πάρει ο διάολος.» Από το παράθυρο εσύ, χάζευες ένα στρατιωτικό C – 130, που διέσχιζε τον Αττικό ουρανό-εκείνο το πρωί του Απρίλη του ´80- χτυπημένο από έρωτα στον αριστερό κινητήρα, ενώ δώδεκα χιλιάδες κατακόκκινα χελιδόνια που έκρωζαν σαν γλάροι, προσβεβλημένα από τον ρετροϊό «κόκκινη Σόνια», πρόδιδαν την αισθητική της γενετικής τους προδιάθεσης προς το ασπρόμαυρο, σχηματίζοντας μια αιμάτινη καμπύλη. Οι φωλιές τους κενές, άχνιζαν κατάμαυρα περιττώματα, υπάρχουν όρια στο τι μπορεί να ξεχάσει η φύση. Και όλοι οι ήχοι προϊόντα αντίθεσης στην αξημέρωτη ανάμνηση ενός φιλιού κάτω από τη γλώσσα, ενός μελένιου φιλιού στον γκρεμό της σάρκας με τα χερουβείμ. Η άνοιξη δεν ξεπεράστηκε στα παιδικά μας δωμάτια με το βασιλιά σαύρα και τη γυναίκα του Λος Άντζελες, μια Βίκινγκ ξανθιά με τα μάτια των Μάουι και της Καραϊβικής. Έγινε χειμώνας ταχύτατα, όπως όλες οι ανοίξεις για όλους τους εφήβους από καταβολής. Απότομα, με ένα μπαμ. –
ΚΛ-2014

20140624-041404-15244968.jpg

http://youtu.be/NoBFhdeR9PE

πυρίτιδα

20140622-111730-40650325.jpg
Τότε που μιλούσαμε με τα χέρια
τα αχνίζοντα χάδια μας
ταξίδευαν ξύνοντας
των στιγμών μας τους πάγους
το χαλάζι σου έλιωνε
στον ειρμό του χειμώνα
και για τούτο – για άμυνα-
διάνθιζες
το δεμένο μου στόμα
πλίνθους κι άχυρα και κόκκινη λάσπη
με το δέρμα κι αν πόθησες
-ένα ρήγμα του χρόνου στο λειμώνα των νόστων μας-
κάτοπτρο ωχρό
που το ρου σου εξέτρεψε
επιστρέφοντας την εικόνα
αντεστραμμένη
ένα ηφαίστειο γεννήθηκε με πλαγιές εφήβους
στις φωτιές του πύκνωναν τα καλοκαίρια
κι η λάβα του
ανακλούσε την ανάσα σου σε γωνίες και μέρες
βουβές
σταθερά και επίμονα
την ουσία σου μάζεψα δίχως δέρμα ή χάδι
πυρίτιδα
κι από τότε κάθε νύχτα ορφανή
την ανάβω ηχηρά πυροτέχνημα

photo: Igor Moukhin “Moscow”, 1996

έτσι έφυγε η Ζαχαρούλα (απόσπασμα)

20140615-030154-10914106.jpg

Έτσι έφυγε η Ζαχαρούλα, για το μακρύ ταξίδι, με ένα μουλάρι γκρίζο σατανά, αμερικάνικο, πού´κανε ωκεανό σ´αμπάρια και λύσσαγε στα χούγια του. Παρά το βήμα του, που ήταν δροσερό σαν κοριτσίσιο στόμα, άλικο βρήκε εκείνο το πρωί, νωθρό το υποζύγιο να ανεβαίνει στον γκρεμό, ενόσω στην ανάβαση, εκείνη κρεμόταν δώθε κείθε σαν σπασμένος κούκος, και τα πουλιά λαλούσαν -κάτισχνα μα θαλερά- ολόκληρο τροπάρι:
» Αχ μάνα μου βυζαντινή/
ο χρόνος/
-που είναι-/
μη σε λιανίσει με μπαμπεσιά/
και στο κορμί και στην εσώτερη αφορμή/
μην καλομάθεις/
στο βρασμό του αίματος/
να σφίγγεις την ποδιά σου/
να μην αναζητάς/
ψυχούλα να σαλιώσεις/
ούτε καν ένα άμαθο γατί/
ούτε καν μια πέτρα/
ζεσταμένη απ´το χνώτο του/
τέλος τα βάσανα για σε/
τέλος και τα στολίδια/»
Αυτά άκουγε απ´ τον δαίμονα, κι ας ψέλναν τα πτηνά, ενώ στον αφαλό της, ένας σκαιώδης λώρος εκτεινόταν ως την τρυφερή κοιλιά και τη φαγούριζε, κι αυτή η αναστροφή, -που κάποτε ήταν εντός κι οι δυό τους, και ξαφνικά εκτός και μόνο του- ήταν για το πεθαμένο της, τό´ξερε, σκέτη προδοσία… Μετά σαν έφτασε στο τρίκορφο, εκεί που αντάμωνε τους άλλους τέσσερις, μέρες τώρα στα όνειρα -και τη μάνα της, και το μεγάλο αδερφό της το Μιχάλη, και τη Λέτα της, ξεχτένιστη με λυμένους φιόγκους στο πορτάκι της κουζίνας, και το αβάπτιστο, πιο πολύ αυτό, φασκιωμένο στο καλάθι του, έτοιμο για το βυζί με σουφρωμένο χείλι- έπεσε ένα χαράκι σκότος, σαν το μελάνι της σουπιάς και πλημμύρισε θάνατο. Και μόνο το μουλάρι έμεινε να βαδίζει ψυχοπομπός σέρνοντας τα χάμουρα, εκείνη την κατάπιε, με μια ρουφηξιά, το ρέμα του Αρδεπάτη και το κουφάρι της, δε βρέθηκε ποτέ.

painting: Gabriel von Max (1840-1915)
The White Woman
1900
Oil on canvas
100 x 72 cm
Private Collection

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα (του Στρατή Φάβρου)

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Που ποτέ δεν σε φίλησα
Ιδανική ερωμένη στο νου μου σε κράτησα
Ήταν που ποτέ δεν σ΄αγάπησα;

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Με μιαν ελιά σου στο μάγουλο, μαγεμένη πορεία…

cropped-294543_10150325496633874_2127067964_n.jpg

Στρατής Φάβρος - Strates Fabbros

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Που ποτέ δεν σε φίλησα
Ιδανική ερωμένη στο νου μου σε κράτησα
Ήταν που ποτέ δεν σ΄αγάπησα;

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Με μιαν ελιά σου στο μάγουλο, μαγεμένη πορεία
μανταρίνι και άψινθο μες τα μάτια σου μέθυσα
το φιλί σου επόθησα , ω εσύ απωθημένη μαγεία

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Σε σπηλιάδων τρυφερών δροσάτο το κάλεσμα
θερινού γοργόφτερου ανέμου η άνασσα
Στο πυργάκι του φάρου νοερό το γυμνό μας αγκάλιασμα.

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα, του αγνώστου
Πως η μοίρα ξεγίνεται, και πως το φύλο
σου από μετάξι και γλύκα καραμέλας βουτύρου
θα μου χαρίσει το τρυφερό σου το κρίνο

Μικρή ξανθογάλαζη Θάλασσα, μανία και μέθεξη
Πως μοιάζεις στη Μαίριλυν, αύρα αιθέρια
παγωτό κρέμα γλυκασμός και ονείρωξη
την ηδονή σου ζητώ σε έρευνας μάταιης μιαν απόρροια

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Αυταπάτη και κρίμα στο μυαλό που σε ντύνω
Και με λίγο Βοριά και Λεβάντε σαν κάλεσα
Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1 επιπλέον λέξη

το κερί του χρόνου Ι,ΙΙ,ΙΙΙ,IV και V/ από τη συλλογή «Ξηρασίες, η πρώτη μάχη»

20140605-163106-59466756.jpg
ΤΟ ΚΕΡΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ Ι

Το Παρόν
φοριέται σα ρούχο
και παίζεται σα θεατρικό
τα Σάββατα το σκηνοθετούμε καλύτερα
από Γκολντόνι έως Ίψεν κατά περίσταση
ή το τρώμε ωμό
χωρίς σαλάτα
σε εστιατόρια
τα Σαββατα κατά παράδοσιν
ζούμε για το σήμερα…
το Παρόν
δεν απεικονίζεται πουθενά
είναι συμπαγές,
άτμητο
και συγκροτείται ακαριαία
λέμε,
» το Παρόν είναι αβέβαιο, πόσο μάλλον το Μέλλον»
και πρόκειται για μια τεράστια ανοησία…
στην πράξη
το Παρόν δεν είναι τίποτα
δεν είναι κάν…

Το παρελθόν
είναι που το έχω ζήσει
όταν
είδα αυτά τα μάτια πρώτη φορά
οταν
τα ξαναείδα μια δεύτερη
αλλά μου φάνηκε πως ήταν η πρώτη
όταν
έκλεισα τα δικά μου μάτια να μην τυφλωθώ
σε τέτοιους ήλιους
όταν
άφησα το κορμί μου να βουλιάξει στο κερί του χρόνου
και πήρα ένα πρόπλασμα
όταν
διάβασα τα 100 χρόνια μοναξιάς
και τα έζησα ένα ένα σε λίγες μέρες
όταν..
λέμε » όταν » και νομίζουμε πως είναι παρελθόν,
μια ακόμη εφεύρεση ανάχωμα
της άχρονης δικτατορίας του παρόντος…
στην πράξη Παρελθόν,
είναι τα πάντα εκτός μας
ό,τι γεννιέται αλλού
και παίρνει το χρόνο του να μας φτάσει
αυτός ακριβώς ο χρόνος το δηλητηριάζει και το κάνει Παρελθόν..

Το Μέλλον δεν υπάρχει
είναι ενα Παρόν
αυτοαναιρούμενο
ως να σχεδιαστεί,
να μελετηθεί,
να δοκιμαστεί,
έχει ήδη συμβεί
και είναι άλλο…

..το βαρύ βράχο της
ύπαρξης σέρνω σε αυτήν τη διαδρομή
μπερδεμένος
αν κατάλαβα καλά
ποια διαδρομή και αηδίες…
ενα σύνολο στιγμών παρόντος
ούτε κάν μια συνεχής καμπύλη
σε καρτεσιανό επίπεδο
να μας επιβραβεύσει για το δρόμο
άσε που κανένας άξονας
δεν είναι ως προς χρόνον…

photo: Santu Mofokeng (1956 Soweto)
Windmill, Vaalrand
1988
From the Bloemhof Series, 1988/9, 1994

20140605-163733-59853007.jpg
ΤΟ ΚΕΡΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΙΙ

…όλοι το λένε πως πρέπει να ζεις στο παρόν/
αλλά πώς να σταματήσεις το χρόνο/
ανάμεσα σε μια πρόσθεση
και μιαν αφαίρεση;

στο στρατό μετράς τις μέρες έτσι:/
είτε προσθέτοντας γραμμές στο τζόκευ/
είτε αφαιρώντας τα δόντια μιας τσατσάρας/

τούτο επομένως διδάσκεσαι:
πως υπάρχουν δυο τρόποι αφομοίωσης του χρονικού γίγνεσθαι/

λέμε πχ. «-τελειώνουν οι μέρες μας», και εννοούμε:
κάθε μέρα που περνάει αφαιρεί ζωή από μια στέρνα ζωής…
(έτσι πρέπει να δεις το χρόνο σου:
ως στέρνα και όχι ως πηγή!
η στέρνα δείχνει κάποτε τον πάτο της και το νερό δεν ανανεώνεται)

ή λέμε:
«- τα χρόνια περνάνε»
και εννοούμε άλλο ενα σακκί άμμου προστίθεται στην άκατο
και κρατάει το αερόστατο του βίου
δεσμώτη της βαρύτητας…

κι όσο κι αν λαχταράμε
να κόψουμε τα σχοινιά/
και να ξεφορτωθούμε το έρμα/
να πετάξει η ψυχή ελεύθερη/
τόσο δεν είμαστε σίγουροι καθόλου ότι με αυτήν την ελευθερία/
δεν κάνουμε ενα βήμα προς το τέλος της εκκεχειρίας/
της περιόδου χάριτος…

…έτσι η ψυχή τρομαγμένη και ανήμπορη να πετάξει/
αγκαλιάζει το χρόνο πίσω/
παρηγορητικά/

πιο βολικό φαίνεται -το λοιπόν- /
να κολλήσουμε στο παρελθόν που συσσωρεύει…
οικείο και εκμαυλιστικό/
μπορεί να προσφέρει τη σιγουριά της πεπατημένης/
που να τρέχουμε να σηκώνουμε το αερόστατο τώρα;

…και ξεχνάμε ότι αυτό που συσσωρεύει/
είναι φθορά, ρυτίδες, συχνοουρία και αρθριτικά…

…όμορφη αναδύεται έτσι κι η στέρνα της αφαίρεσης…

photo: Hiroshi Sugimoto (Japanese, born 1948)
Manatee
1994
Gelatin silver print
42.2 x 54.1 cm (16 5/8 x 21 5/16 in.)
The J. Paul Getty Museum, Los Angeles, Purchased with funds provided by the Photographs Council
© Hiroshi Sugimoto

20140605-164633-60393849.jpg
ΤΟ ΚΕΡΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΙΙΙ

εν αρχή ην το φως
κι όλα τα ψιχία κόσμου
εξ´ αυτού παρήχθησαν
κι άρχισε να φουσκώνει η μαγιά στα πέρατα
και η συναίσθηση απέκτησε τομάρι δράκου
και η εντροπία ανέλαβε μάζα και δράση ενώ
το απόλυτα θερμό άρχισε να ψύχεται
κι έκτοτε πάντα το θερμό ψύχεται
και το απόλυτα πυκνό άρχισε να αραιώνει

όμως εν αρχή ην και ο λόγος
κάθε ψιχίο μετά λόγου φορτώθηκε
κι ενώ αραιώνει και ψύχεται
ο λόγος διατηρείται
άτμητος και καθαρός
μετά λόγου γνώσεως και αιτίας
και φέρει το φως
ως εικόνα μάνας
κι ως αρχή
ως έναρξη της διαδικασίας της ψύξης
και ως τέλος

εν αρχή ην και ο χρόνος
κι έκτοτε είναι και μεταφέρει
ψιχία λόγου σε θερμούς παγετώνες
σχηματισμούς μοναξιάς σε ποτάμια μοναξιάς
μια στάμπα αίμα στο φόρεμα της βαρύτητας
καθόλου ενα συμπλήρωμα σύμπαντος
μα μια καταβόθρα
ζέστης, φωτός και λόγου

ο χρόνος πήρε
τους αγαπημένους μου
ο χρόνος πήρε
τις αυτόχθονες στιγμές μου
ο χρόνος χάραξε
τις περιδινούμενες αγάπες μου στη ταλαντωτική τους τραμπάλα
προς μια θέση ισορροπίας
ο χρόνος αφαίρεσε
το φορτίο λόγου των ψυχίων εαυτού
τον έρωτα δάκρυ σφαίρα στη ράχη της διαστολής
τα ρίγη συνείδησης απ´ το κορμί του εμβρύου

ο χρόνος έφερε
το άχρονο μέλλον
τη ζωή εντός του χρόνου

καταραμένος χρόνος

photo: Ansel Adams (born San Francisco, CA 1902 – died Monterey, CA 1984)
Monolith: The Face of Half Dome, Yosemite Valley
1926-1927, printed 1927
Gelatin silver print
Sheet: 11 7/8 x 9 7/8 in. (30.2 x 25.1 cm.)
Smithsonian American Art Museum
Museum purchase, 1992.101.3, © 2013 The Ansel Adams Publishing Rights Trust

ΤΟ ΚΕΡΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΙV

ένα φίδι είναι ο χρόνος
που χωνεύει φρέσκα όνειρα
και το όνομά σου στη γαστέρα του
ένας απλός βορβορυγμός
αφήνει δαγκωνιές ψωμάκια από έρωτα
την ώρα που τσακίζει του πόθου τις κορφές
αφήνει ρίμες και ευχές λυτές
στον άσπρο βράχο του
και μια ευωδιά μικρού αχινού στυφή πάνω στη βάρκα

άνεμος να τανε ή οδηγός όταν ξεκίναγε
που γέννησε τα αυγά του αιώνια
στην αντήχηση της θλίψης του θανάτου;
κάλυψε το στέρνο του με σύννεφα κι αστέρια κι είπε:
-θεός είναι η βροχή και η διάρκειά της,
θεός είναι η βαρύτητα για όσο είμαστε κοντά,
θεός είναι που μάτωσες και που το αίμα δεν επιστρέφει στην πληγή
(για αυτό κι όταν ντύνεται τ´άμφια τα αθάνατα
βαδίζει ανάποδα
κι από το σώμα του κυλούν οι ποταμοί
αντιεντροπικά προς τις πηγές τους)

ΤΟ ΚΕΡΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ V

Όταν ονειρεύομαι το χρόνο
κρυώνω πολύ/
κι αν πω να αφεθώ να με συλλέξει/
γύρω μου πήζει και σφίγγει αμετάκλητος/
ο χρόνος είναι ένας γαλάζιος παγετώνας/
πάνω του βλέπω να αγκιστρώνονται/
λευκά ανθρωπάκια άσφαιρα/
καρφώνουν καρφίτσες εδώ κι εκεί/
άλλοι για να ορίσουν την αρχή τους
(-εδώ γεννήθηκα!-)/
ή να μετρήσουν και να αποτιμήσουν τις μέρες τους/
άλλοι για να ορίσουν την ίδια τη ζωή/
την μερίδα του χρόνου που τους αναλογεί προς κατανάλωση/
για τούτο τη γεμίζουν σημάδια και ορόσημα/
έτσι μετρήσιμη την κατανοούν περισσότερο/
και την αναπαράγουν/
τα μωρά που φέρνει ο πελαργός ξημερώματα Δευτέρας/
μια παλιοαρρώστια που εισέβαλε ένα απόγευμα όταν αποτραβιόταν στην κουζίνα το φως/
έναν έρωτα πολύτιμο/
που τον κράτησε ο πάγος σε χειμερία νάρκη τριάντα χρόνια/
τους στιγμιαίους θανάτους/
και τους χαμούς για πάντα/
των αγαπημένων/
τα μάτια των σκύλων μέσα στη βροχή/

έτσι οι καρφίτσες ταξιδεύουν αργά χαμηλότερα/
«χαμηλότερα» είναι μια λέξη που μας δείχνει τη βαρύτητα/
όμως -«αργά»/
είναι μια λέξη που χωράει στο χρόνο-
σταθερά γλύφοντας την ελάχιστη καμπύλη/
ακολουθώντας ένα νόμο υδροδυναμικής/
που είναι και μηχανική των ρευστών/
-έχει ο παγετώνας αυτό το πλεονέκτημα/
να είναι ενα στερεό ρευστό που ολισθαίνει-
σαν ηπειρωτική τευκτονική πλάκα/
στην κούνια της αιώνιας λάβας/
ή σαν αδιάθετο γατί/
που αναγνωρίζει τις διαφορές θερμοκρασίας/
από αγκαλιά σε αγκαλιά/
έτσι κι αλλιώς ο χρόνος ο ίδιος δεν πονά-
ούτε ματώνει/
ούτε υποφέρει/
αν ήταν να διαλέξει να γίνει θεός/
θα γινόταν ένας Βούδας/
έτσι ψύχραιμος και υπεράνω που τοποθετείται/
στο λαϊκό νου/
-δεν καταδέχεται όμως τη θέωση –
περιέχει τους θεούς και τους καταπίνει/
στην απέραντη έκτασή του/

καβάλα παν οι άνθρωποι σε τούτο το συμπαγές ποτάμι/
βαστώντας τις καρφίτσες τους
σα να τανε πηδάλια/
-ενώ δεν είναι ούτε καν βοηθητικές προπέλες-
κι όταν εγκαταλείπουν/
κανείς δεν αναρωτιέται/
γιατί οι καρφίτσες απομένουν ορφανές/
δίχως τους καπετάνιους τους/
ή οτιδήποτε
εν πάση περιπτώσει
επι της οντολογίας τους/
τι μετρούν επιτέλους αυτές οι καρφίτσες;
τη ματαιοδοξία των θνητών και πεπερασμένων/
να μετρήσουν το αιώνιο και άφθαρτο/
περιβάλλον του παντός/

IMG_1112.JPG

κάφκα φ

20140604-075318-28398592.jpg
Όλα τα ανθάκια
με τα νιάτα τους κοράλια/
μεγαλώνουν ανάποδα
στο μελένιο περβάζι του χρόνου/
χρώματα και γύρες/
πριν τη γέφυρα/
αντιρροπούν τα θειώδη στο Κάρλοβι Βάρι/
κι ο ιδρώτας της χλωροφύλλης
διαρρέων συναυτουργεί/
μα δεν είσαι εκεί να τα δεις/

20140604-075756-28676497.jpg
μόνο η λύπη σου περί φτωχών και πεινασμένων/
ανάταξη και υποκρισία/
και τρεις μεγάλες γραμμές:
η γραμμή του λάθους/
η γραμμή του βάθους/
κι η γραμμή του πάθους/
αριστερό ποδόνημα στον οχετό των χερουβείμ/
που τσάκισε τον χιαστό/
και το περιτμημένο τσουτσούνι σου/
δαγκωμένο από τον πάνθηρα ραβίνο/
κάτωθεν/
φούσκωνε η παγκόσμια ποίηση/
ενώ ψυχές και όργανα/
σιγόβραζαν στη γάγγραινα/
του σκαθαρικού εγώ/

photos: Gilles Caron
Demonstration at the first anniversary of the Soviet repression of “Spring in Prague”, Czechoslovakia, 21 August, 1969
1969

Protest rue Saint-Jacques, Paris, 6 May 1968
1968
© Fondation Gilles Caron

επιλεκτική ακοή (παραλλαγή)

20140603-192036-69636416.jpg
Η ζωή μας παγώνει
(προτού στεγνώσει)
χώμα λεπτόροο
και νιφάδες χάους,
δίχως ελκυστή/
Κι ας έψαξε εις μάτην
για τον αστράγαλο,
στον ήλιο είχε σταθεί έκθαμβη πιρουέτα
η χλωμή κοπέλα.
Το φύλο της σαρκοφάγο, κατάπινε το κεφάλι μου/
Στα φτερά της ακόμη, χρυσόσκονη
οράνζ/
Και πάλι δε με άκουσες να έρχομαι
ενώ ονειρευόσουν/
κι ας τρίβονταν οι νύχτες μας,
σμιρίδια μετάλλων στη μυρωδάτη κοιλιά/
Χάρισμα πολύτιμο
η επιλεκτική ακοή σου/
δίχως αίμα,
να βαραίνει με θάνατο,
τους κατ´ εικόνα δράστες/
Στο κρεβάτι τραβούσες πλάνα με υπερευρυγώνιο,
πως θα ζούσαμε μετά/

photo: Anna Clarén
No title
2006
From the series Holding
© Anna Clarén

απώλεια στήριξης

20140601-025618-10578835.jpg
αφέθηκαν οι γέροντες/
να ξεμπερδεύουν μόνοι τους με τη ζωή/
υποφέροντας/
απ´την απώλεια στήριξης/
-συνήθη ασθένεια
των πτητικών συσκευών/-
πλέον οι πτήσεις τους/
σε υποχθόνιους ουρανούς/
γεμάτους πέτρες,
ρίζες,
λάσπη/
μια πρόγευση του τέλους/
το κάθε λεπτό τέλους/
απίθανο μαρτύριο η ζωή/
μέσα στο θάνατο διαρκείας/

Vivian Maier
Chicago, August 22, 1956
1956
© Vivian Maier/Maloof Collection, Courtesy Howard Greenberg Gallery, New York