don’t ask what you can do for you/

20140728-155827-57507730.jpg
στα χρόνια φρούριο/
η πατρίδα οριζόταν/
από τις μαλακές εισόδους των Ντάινερς/
πρωτόδικοι ελέφαντες εκκινούσαν σαφάρι καμηλοπάρδαλης/
αλγερινές μαϊμούδες τσιμπούσαν τους όρχεις του Κινγκ Κονγκ/
μαύρες αλεπούδες του Γουισκόνσιν ανακάτευαν τη σκόνη με τον κώλο τους/
στα χαμηλωμένα εισόδια/
ο ύπνος του αιδεσιμώτατου/
γεννούσε αγιασμό/
αλήτες που βουβά συμπιέζονταν/
από πείνα/
και οβερντόουζ φιλανθρωπίας/
χείλη σκληρά από τη ζέστη των δρόμων/
κι η αναπνοή τους κόκκινη/
οι άνθρωποι δεν είχαν μορφή/
στα βιβλία που διανύθηκαν/
έως να γραφτεί /
ετούτο εδώ το έπος/
τα εργοστάσια έκλεισαν/
ένα βράδυ έπαιξε ένα μπλουζ/
μετά σκούριασε και τράχυνε το Μι καντίνι/
τέλος πρήστηκε και ψόφησε τυμπανιαίως/
ο αγέρωχος γυπαετός/
ΚΛ-2014

20140728-160211-57731245.jpg
photos:

Garry Winogrand
Park Avenue, New York
1959
Gelatin silver print
Framed: 40.64 50.8 cm (16 20 in.)
National Gallery of Art, Patrons’ Permanent Fund
© The Estate of Garry Winogrand, courtesy Fraenkel Gallery, San Francisco

Knud Lonberg-Holm
The New – The Coming, Detroit, Streetcars
1924
Reproduced in Erich Mendelsohn’s Amerika, p. 73
Vintage gelatin silver print
3 1/4 x 4 1/4 inches (8.3 x 10.8 cm)
The Knud Lonberg-Holm Archive from the Marc Dessauce Collection; Courtesy Ubu Gallery, New York

20140728-160712-58032859.jpg
Greg Elms
We knew it was serious, but we were kind of busy (Black cockatoo skull)
2013
Archival pigment print
85 x 110 cm

20140728-160903-58143461.jpg
Greg Elms
You won’t get away with this for much longer (Vervet monkey skull)
2011
Archival pigment print
110 x 85 cm

20140728-161007-58207786.jpg
Hans Haacke (German, born 1936)
Thank You, Paine Webber
1979
Gelatin silver print and chromogenic print
The Metropolitan Museum of Art, Purchase, Vital Projects Fund Inc. Gift, through Joyce and Robert Menschel, 2010
© Hans Haacke

Advertisements

δράση της μοναξιάς στο αυστηρό δωμάτιο ΙΙ

 

Έπειτα εσύ
που κλειδώνεις μέρες και βροχές
αντίρροπα της άνοιξης,
που σε καταψύχω μέσα μου
μια εικόνα αυστηρή, 
και αξιοπρεπή με πλαίσιο δεδομένο
κι αν χώνεσαι στο δέρμα μου υποδόρια,
μεχρι να βρεις τον ύπνο μου
να τον κορφολογήσεις,
σε θυμάμαι πως ήσουν ένα κορίτσι γλαφυρό και αιώνιο
μα αρκεί η μυρωδιά
στου κορμιού την θύμηση,
μια ένσταση κυτταρική στη μαύρη επέλαση
κι έτσι
σε αυτές τις ζωές που ζήσαμε
άνθρωποι και στιγμές
με μια κλωστή ενοχής κι ανολοκλήρωτου
υφασμένοι
χίλια παράθυρα που αμπαρώθηκαν με μιας
από ένα δεσμόφυλλο μάνταλο
κι αν είναι μέρα τη μέρα
ο βίος πιο αβίωτος
και τα χαμόγελα των παιδιών
όλο και πιο μουτζουρωμένα,
ο ήλιος παραμένει παρηγορητικά
για χάρη μας
το ίδιο αυτόφωτο, παντοτινό
λιμάνι/

photo: Emmet Gowin
Nancy, Danville (Virginia)
1969
Gelatin silver print
© Emmet Gowin, cortesy Pace/MacGill Gallery, New York

το κερί του χρόνου ΙV/ από τη συλλογή «Ξηρασίες, η πρώτη μάχη»

20140721-205610-75370305.jpg

ένα φίδι είναι ο χρόνος
που χωνεύει φρέσκα όνειρα
και το όνομά σου στη γαστέρα του
ένας απλός βορβορυγμός
αφήνει δαγκωνιές ψωμάκια από έρωτα
την ώρα που τσακίζει του πόθου τις κορφές
αφήνει ρίμες και ευχές λυτές
στον άσπρο βράχο του
και μια ευωδιά μικρού αχινού στυφή πάνω στη βάρκα

άνεμος να τανε ή οδηγός όταν ξεκίναγε
που γέννησε τα αυγά του αιώνια
στην αντήχηση της θλίψης του θανάτου;
κάλυψε το στέρνο του με σύννεφα κι αστέρια κι είπε:
-θεός είναι η βροχή και η διάρκειά της,
θεός είναι η βαρύτητα για όσο είμαστε κοντά,
θεός είναι που μάτωσες και που το αίμα δεν επιστρέφει στην πληγή
(για αυτό κι όταν ντύνεται τ´άμφια τα αθάνατα
βαδίζει ανάποδα
κι από το σώμα του κυλούν οι ποταμοί
αντιεντροπικά προς τις πηγές τους)

photo: Emmet Gowin
Edith and Moth Flight
2002
Digital ink jet print 19 x 19 cm (7 1/2 x 7 1/2 in.)
National Gallery of Art, Washington, Charina Endowment Fund
© Emmet and Edith Gowin, Courtesy Pace/MacGill Gallery, New York

η σφαγή στο Πουσάν/ η μαύρη πεταλούδα του μοναστηριού του Πόρου

20140709-092352.jpg
Καθιστός ήμουν μα ανερχόμουν, με ήλιο κίτρινο, από τη νύχτα αυτής της πόλης. Καθιστός με δεμένα τα χέρια στο στήθος. Στη χαραμάδα της κορεατικής ακουαρέλλας με τους μενεξεδένιους κέδρους, βαθιά απ’ τα αμπάρια του Κόμπουκσον, αδειάζονται στον κρύο αέρα του Πουσάν, ένα φορτίο μαύρες πεταλούδες του μοναστηριού του Πόρου. Στον ισχυρό βοριά αναπετώντας ενώ χαράζει, χύνονται απ´ τα ανοιχτά σακιά που σέρνουν οι χαμάληδες, καβαλούν μια γραμμή με φως υπόλοιπο και πήγαινουν ψόφιες σιγανά, στου χρόνου το αντάμωμα.

-Από αυτόν το χρόνο, λέω/
θα μείνει ο ανθός/
τετηγμένος και ημίρευστος/
Όσο κι αν η ουλή του μυρμηγκιάζει/
στις ραφές θα ανοίγει μια κρήνη μέλι/
και σιρόπι ζεματιστό, θα πλημμυρίζει/
τις νύχτες που παλεύω με το κόκκινο λυκόσκυλο του κρύου/
εκεί όπου σάρωνα ασκεπής τις ώρες/
με τη χλαίνη λερωμένη γράσα και πετρέλαιο/
καλύτερα ο θάνατος/
ωμός/
παρά ετούτος ο διαρκής πνιγμός/
με τα υγρά της λήθης.

Έπειτα αρχίζει να βάλλει το συμμαχικό πυροβολικό και γεμίζει η αυγή δράκους κατάφωτους. Στο νερό ξαφρίζονται νερόφιδα, -πού το χώμα να ανατμήσω; – το χώμα βρέχεται και μυρίζει βροχή. Όσοι άντρες έχουν ακόμη μπλε μάτια, τυφλώνονται. Ένας ψέλνει, άλλος ψιθυρίζει αρβανίτικα, οι πιο πολλοί κλαίνε (με μαύρο δάκρυ). Από τα δάκρυα αυτά βλέπω που γέμισε μια γούρνα για βρόχινο νερό -στα αριστερά της προβλήτας φορτοεκφόρτωσης. Μόλις υπερχείλισε, συνέχισε να χύνεται στη θάλασσα- μετά φόβου Θεού και ανθρώπων η ανάμιξη, ως της τελικής αφομοίωσης των μορίων αυτού- έτσι όταν διορθώνουν συντεταγμένες οι αξιωματικοί βολής, όλες οι οβίδες λιανίζουν τους δικούς μεθοδικά, όπως δέρνει κάποιος ένα άτακτο παιδί (για να το κάνει καλύτερο). Τέλος, μόλις λάμπει αυτός ο κίτρινος ήλιος το λιμάνι είναι σφαγείο – η Ελπινίκη που κρυώνει τυλιγμένη το γκρίζο σάλι, είναι μια εικόνα του Αγίου Χριστόφορου από ένα εφηβικό καλοκαίρι στην Τζια, κι όλα τα λινά τραπεζομάντηλα κρέμονται μουσαμάδες του Νιτς με μαύρο αίμα (από το μαύρο δάκρυ) που ξεραίνεται γρήγορα στην επαφή με τον στεγνό αέρα. Οι γάτες γλείφουν τις ραφές από τις πλάκες. Οι σκύλοι κοιτούν αμήχανοι τις γάτες. Ένα έγκλημα συνέβη μόλις μεγαλύτερο κι απ´τον ίδιο τον πόλεμο. Μεγαλύτερο κι από την εφεύρεση του Πατρός (και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.) Στη δρεπανηφόρο άνοιξη που καιροφυλακτεί, ο Στρατηγός ΜακΆρθουρ καρφιτσώνει πουλάδες, τυφέκια και μικρά αλεξίπτωτα ενώ οι θνητοί ήρωες, μόλις ακιδώνονται, καταλήγουν σε σκόνη, ή σε αίμα. Δίχως σπασμένη φέτα, ορφανοί πιταστέδες μουλιάζουν στο λάδι του Πουσάν. Τετρακόσιοι ενενήντα δύο θάνατοι ανάβουν φανάρια την πλαγιά δώδεκα. Ο πατέρας ελεύθερος σφουγγαρίζει το αίμα. Η μάνα ελεύθερη στην κουζίνα μοιρολογεί. Συνεχίζω να αναλήπτομαι κατά μήκος της πλαγιάς, καθιστός με ήλιο κίτρινο. Οι ελεύθερες (νεκρές) πεταλούδες του Μοναστηριού του Πόρου με στηρίζουν.

http://perialos.blogspot.gr/2012/06/blog-post_14.html?m=1

http://www.outpostharry.org/documentary.shtml

http://el.m.wikipedia.org/wiki/ΕκστρατευτικόΣώμαΕλλάδαςστηνΚορέα

http://en.m.wikipedia.org/wiki/Hermann_Nitsch

‘Προσευχή, σπασμένη’ – Joseph Lease

20140704-080324-29004846.jpg

1
Μια κηλίδα από ξεθωριασμένη καταιγίδα ανάβει μες στο χέρι μου-
Κι αν φώναξα,
Ποιος ανάμεσα στις τάξεις των Αγγέλων θα με
Χαστουκίσει, ποιος θα κλέψει
Τα λεφτά για το γεύμα μου, θα με γκρεμο
Τσακίσει- ιστιοφόρα αγκυροβολημένα
Στο λιμάνι, δέντρα στον μακρύ
Κυματοθραύστη, πορτοκαλιά λάμψη
Του απογεύματος τέλος Ιούλη- Δεν μπορώ να πάψω
Να ποθώ τη φωνή που θα ‘ρθει –
2
Ο Σάιμον λέει, βάλε τα χέρια σου στο κεφάλι, ο Σάιμον λέει, βάλε
Το δάχτυλο στη μύτη σου, ο Σάιμον λέει πω δεν έχεις κάνει αρκετά,
ο Σάιμον λέει πως δε νοιάζεσαι αρκετά, ο Σάιμον λέει, δεν μπορείς να πάψεις
να νοιάζεσαι-
Ω κοιτάξου επιτέλους- ακόμη μια φορά είσαι μια
μηχανή φτιαγμένη από λέξεις, ακόμη μια φορά είσαι
ένας θάνατος, μια αποτυχία, οι αντιδράσεις σου μεγαλείο και βρωμιά
και τις θέλεις πιο μεγαλειώδεις κι ακόμη πιο
βρώμικες-
3
για να δώσεις στην καταιγίδα
σπίτι κι ένα όνομα,
κι ο μικρός άνεμος να φέρει
τη βροχή – ηχώ και
παράθυρο, εαυτός και εαυτοί,
κάθε μέρα ξεσκίζει τον αέρα σε
κομμάτια – κι ο μικρός άνεμος φέρνει
τη βροχή – ήσουν – εκείνος
ο καθρέφτης σε ταΐζει
ξανά – όταν η σελήνη ανατέλλει,
τα μαύρα μούρα
έχουν γεύση από ουίσκι, τα κομμάτια
του καθρέφτη
σαρώνουν μπλε άνεμος-

(απόδοση Κ. Λουκόπουλος)

1
a stain of faded storm light in my hand—
If I cried out,
Who among the angelic orders would
Slap my face, who would steal my
Lunch money, knock me
Down—sailboats moored
In harbor, trees on the long
Breakwater, orange shimmer
Of late July evening—I can’t stop
Wanting the voice that will come—

2
Simon says, put your hands on your head, Simon says, put
your finger on your nose, Simon says you haven’t done enough,
Simon says you don’t care enough, Simon says, you can’t stop
caring—
Oh look at you—once again you’re a
machine made of words, once again you’re
a death, a failure, your responses always too big and dirty
and you want them to get bigger and
dirtier—

3
to give
the storm a local
habitation and a name,
and small wind bring
down rain—echo and
window, self and all selves,
each day tears the air to
bits—and small wind bring
down rain—were you—did
that mirror, again, feed
you—when the moon rises,
black plums
taste like whisky, pieces
of mirror
sweep blue wind—

‘Prayer, Broken Off’ by Joseph Lease (thnx to Masha Calloway)

photo: Garry Winogrand
Park Avenue, New York
1959
Gelatin silver print
Framed: 40.64 50.8 cm (16 20 in.)
National Gallery of Art, Patrons’ Permanent Fund
© The Estate of Garry Winogrand, courtesy Fraenkel Gallery, San Francisco