η σφαγή στο Πουσάν/ η μαύρη πεταλούδα του μοναστηριού του Πόρου

20140709-092352.jpg
Καθιστός ήμουν μα ανερχόμουν, με ήλιο κίτρινο, από τη νύχτα αυτής της πόλης. Καθιστός με δεμένα τα χέρια στο στήθος. Στη χαραμάδα της κορεατικής ακουαρέλλας με τους μενεξεδένιους κέδρους, βαθιά απ’ τα αμπάρια του Κόμπουκσον, αδειάζονται στον κρύο αέρα του Πουσάν, ένα φορτίο μαύρες πεταλούδες του μοναστηριού του Πόρου. Στον ισχυρό βοριά αναπετώντας ενώ χαράζει, χύνονται απ´ τα ανοιχτά σακιά που σέρνουν οι χαμάληδες, καβαλούν μια γραμμή με φως υπόλοιπο και πήγαινουν ψόφιες σιγανά, στου χρόνου το αντάμωμα.

-Από αυτόν το χρόνο, λέω/
θα μείνει ο ανθός/
τετηγμένος και ημίρευστος/
Όσο κι αν η ουλή του μυρμηγκιάζει/
στις ραφές θα ανοίγει μια κρήνη μέλι/
και σιρόπι ζεματιστό, θα πλημμυρίζει/
τις νύχτες που παλεύω με το κόκκινο λυκόσκυλο του κρύου/
εκεί όπου σάρωνα ασκεπής τις ώρες/
με τη χλαίνη λερωμένη γράσα και πετρέλαιο/
καλύτερα ο θάνατος/
ωμός/
παρά ετούτος ο διαρκής πνιγμός/
με τα υγρά της λήθης.

Έπειτα αρχίζει να βάλλει το συμμαχικό πυροβολικό και γεμίζει η αυγή δράκους κατάφωτους. Στο νερό ξαφρίζονται νερόφιδα, -πού το χώμα να ανατμήσω; – το χώμα βρέχεται και μυρίζει βροχή. Όσοι άντρες έχουν ακόμη μπλε μάτια, τυφλώνονται. Ένας ψέλνει, άλλος ψιθυρίζει αρβανίτικα, οι πιο πολλοί κλαίνε (με μαύρο δάκρυ). Από τα δάκρυα αυτά βλέπω που γέμισε μια γούρνα για βρόχινο νερό -στα αριστερά της προβλήτας φορτοεκφόρτωσης. Μόλις υπερχείλισε, συνέχισε να χύνεται στη θάλασσα- μετά φόβου Θεού και ανθρώπων η ανάμιξη, ως της τελικής αφομοίωσης των μορίων αυτού- έτσι όταν διορθώνουν συντεταγμένες οι αξιωματικοί βολής, όλες οι οβίδες λιανίζουν τους δικούς μεθοδικά, όπως δέρνει κάποιος ένα άτακτο παιδί (για να το κάνει καλύτερο). Τέλος, μόλις λάμπει αυτός ο κίτρινος ήλιος το λιμάνι είναι σφαγείο – η Ελπινίκη που κρυώνει τυλιγμένη το γκρίζο σάλι, είναι μια εικόνα του Αγίου Χριστόφορου από ένα εφηβικό καλοκαίρι στην Τζια, κι όλα τα λινά τραπεζομάντηλα κρέμονται μουσαμάδες του Νιτς με μαύρο αίμα (από το μαύρο δάκρυ) που ξεραίνεται γρήγορα στην επαφή με τον στεγνό αέρα. Οι γάτες γλείφουν τις ραφές από τις πλάκες. Οι σκύλοι κοιτούν αμήχανοι τις γάτες. Ένα έγκλημα συνέβη μόλις μεγαλύτερο κι απ´τον ίδιο τον πόλεμο. Μεγαλύτερο κι από την εφεύρεση του Πατρός (και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.) Στη δρεπανηφόρο άνοιξη που καιροφυλακτεί, ο Στρατηγός ΜακΆρθουρ καρφιτσώνει πουλάδες, τυφέκια και μικρά αλεξίπτωτα ενώ οι θνητοί ήρωες, μόλις ακιδώνονται, καταλήγουν σε σκόνη, ή σε αίμα. Δίχως σπασμένη φέτα, ορφανοί πιταστέδες μουλιάζουν στο λάδι του Πουσάν. Τετρακόσιοι ενενήντα δύο θάνατοι ανάβουν φανάρια την πλαγιά δώδεκα. Ο πατέρας ελεύθερος σφουγγαρίζει το αίμα. Η μάνα ελεύθερη στην κουζίνα μοιρολογεί. Συνεχίζω να αναλήπτομαι κατά μήκος της πλαγιάς, καθιστός με ήλιο κίτρινο. Οι ελεύθερες (νεκρές) πεταλούδες του Μοναστηριού του Πόρου με στηρίζουν.

http://perialos.blogspot.gr/2012/06/blog-post_14.html?m=1

http://www.outpostharry.org/documentary.shtml

http://el.m.wikipedia.org/wiki/ΕκστρατευτικόΣώμαΕλλάδαςστηνΚορέα

http://en.m.wikipedia.org/wiki/Hermann_Nitsch

Advertisements

6 thoughts on “η σφαγή στο Πουσάν/ η μαύρη πεταλούδα του μοναστηριού του Πόρου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s