η άνθηση του άστρου/ μερικές μέρες τυφλότητας

 

Αντίθετα από τα φωνήεντα
μες στα χρόνια δε λέω μόνο «άσπρισα»,
λέω και «μαύρισα».

Διότι δυο μονοπάτια χαράζει ο καιρός
ένα του κορμιού/
που ασπρίζει με τα χρόνια,
από την κεφαλή ως την ήβη του,
-θλιβερά, σα μια φέτα χιόνι-
κι ένα της ψυχής/
που ταράσσεται και φουσκώνει
μαύρες σμέρνες,
στην αντικειμενική αγρανάπαυση της θνητότητας.

Έτσι εξαγνίζεται η ρευστή αγνότητα της πούδρας του χρόνου
με το έρεβος του οντολογικού τετέλεσται,
κι ο καημένος ο άνθρωπος
ούτε αστράφτει, ούτε σβήνεται/
διατηρείται οπτικά ουδέτερος
υπαινικτικά,
πλήρης θεϊκού προσόντος,
αλλά προκρούστεια,
ευνουχισμένος.

Μόνο που και που κάποιος γέροντας
ενώ φεύγει,
ανάβει κάτασπρος εκτυφλωτικός
υπερκαινοφανής/
Για μέρες μετά, οι υπόλοιποι τυφλωμένοι,
βλέπουμε γύρω μας μόνο άσπρο.

(στον πατέρα μου)

 

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Black Sea. Between Chronicle and Fiction
2002-2010
© Vanessa Winship

 

Advertisements

έλξη/ η διδαχή του χρόνου (από τη συλλογή: «Ξηρασίες, η πρώτη μάχη»)

 

Στις ακτές κατέληξα απελπισμένος για υγρασία,
ήλιος και σελήνη,
συζευγμένα εκκρεμή, δίδασκαν το χρόνο,
διαυγείς οι θάλασσες – δοχεία διήθησης-
και τα γαλάζια περιδέραια,
άφριζαν άμμο/

Πώς αποκόπτονταν απ´ τα πλευρά των βρεφών,
ακέραια σύννεφα με πηλό της Αμμόχωστος;

Αλλά το άγριο χρώμα στην διόπτρα του βάτραχου Ροθ,
αγγέλεται υπό των ήλων
κι οι πόθοι των βρεφών,
γέροι και βαρείς,
παλιώνουν ασφαλείς/
Κι ενώ τα έλυτρα τους σηματωρούν,
-δέρμα ευερέθιστο στην τυφλή κηλίδα-
το νωπό τριάκτινο ήμαρ μου,
έλκεται συντριπτικά,
από του βλαστού σου την άβυσσο/

Καμιά (υπεκ)φυγή δεν συμπυκνώνεται στ’ αλήθεια.
Το κενό να διώκει το ερωτευμένο αεικίνητο,
δεν είναι η θεραπεία/

photo: Kati Horna
Untitled
Paris, 1939
From the Muñecas del miedo series [Dolls of Fear],
Gelatin silver print
15.3 x 22.8 cm
Archivo Privado de Fotografía y Gráfica Kati y José Horna
© 2005 Ana María Norah Horna y Fernández

 

γλυπτική/ μια σπουδή με χελιδόνι

tumblr_llmhjgNTKD1qiqxjto1_1280

λίγο να μακρύνεις/

πέφτουν κομήτες/

και σιωπές με ξυλοπόδαρα/

και πριονισμένοι άγγελοι/

αναζητούν τα ροκανίδια τους/

στην αυγή της πόλης/

τα διασταυρωμένα ποδήλατα ζωγραφίζουν φωτιές/

και ένας ατμός πηχτός γεμάτος λίπος/

μου κρύβει το φεγγάρι/

 

πώς να την πάμε τη ζωή μονάχοι;/

ο χρόνος που ζήσαμε δίχως τον άλλον/

διαβάζοντας τους παλιούς μας φάρους/

ξεπλύθηκε/

στο γέλιο σου κορφολογώ όλα τα χρώματα/

μια διάσταση ελεύθερη/

δίχως θάνατο και φτώχια/

μετά το ανοιχτό κορμί μου περιμένει/

την ρευστή σου ύλη/

να στερεοποιηθεί/

κι έτσι βαδίζουμε μισο κουτσαίνοντας/

ένα φρέσκο τσιμεντένιο χελιδόνι/

που μεγαλώνει αγκαλιά/

με το καλούπι του/

photo: Paolo Pellegrin, Gosha, Las Vegas

 

η ευγνωμοσύνη των κυττάρων/ από τη συλλογή «Ξηρασίες, η πρώτη μάχη»

 

Όταν εγκατέλειψα τη γλώσσα,
σύρθηκαν τα βουνά από κάτω μου να με σηκώσουν,
εμένα που τι ήμουν,
ένα άδειο σπήλαιο,
χωρίς ποτάμια,
χωρίς χρόνους,
δαγκωμένο στη μιαν άκρη
από τον καημό της μικραγάπης.

Γύριζα και γύριζα στον αέρα της
και ήταν ο καιρός χλωμός,
άκυρος και νωθρός, σαν πεφταστέρι.
Κι όσα κόκαλα μάζευα από την ουρά του,
τα έκανα πιόμα,
να έχει ουσία το ραχάτι στη λιακάδα,
όταν έρθει.
Μα δεν ερχόταν.

Τα κορίτσια που φόρεσα πριν,
ήταν χελιδόνια.
Κι από τα ράμφη τους ακούγονταν βρισιές.
Χύμα, θολός κι ασυγκέντρωτος,
όμως δεν τους μαρτύρησα το είναι.
Κι όσα μου έστιξαν,
με βελόνες κι εκδορές,
τυμπάνισαν το δέρμα
ξερό και πράσινο,
υδαρές έμπυο,
κακοφορμίζον.
Διότι, δικό τους ρώτησαν να με έχουν,
το παιγνίδι τους,
που το βρήκαν ρημαγμένο σε ελεύθερα σχήματα,
λοιμώδη νερά και άσπρα χέρια.

Όμως δεν ήμουν κανενός:

Τα μάτια, που έριζαν,
ήταν του κόσμου.
Τα γλυκά καλοκαίρια
που ανέβαινε η αψιά μυρωδιά ως τη σκεπή,
ήταν και της μάνας μου.
Τα παιδιά μου και τα αποποιήματα,
οι ενδεχόμενοι σπόροι,
ήταν της ζωής που ενέπαιζε,
άνοιξη στην αρχή,
ερωτεύτηκε μετά
μια νύχτα αρχάγγελη.

Αλλά έτσι είναι κι ο θάνατος.

Ώσπου ήρθε
καθαυτή της,
χώρεσε πάνω μου δια δύο
το ροζ αηδόνι της
-έντιμο δοχείο η προσευχή-
διεστάλη υγρή
και με έσβησε.
Άλαλος έκτοτε
-με νεύματα-
καταπίνω το χρόνο της
μέχρι να σκάσω.

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Black Sea. Between Chronicle and Fiction
2002-2010
© Vanessa Winship

οι «σύμμαχοι»/ ικανή και αναγκαία συνθήκη

 

10648380_10152701476453874_444216089637220840_o

Ακόμη κι αν η γλώσσα η νομαδική
με τα διάνια φωνήεντα/
όργωσε τα καραβάνια της Ανατολής/
με τη νύχτα στην πλάτη/
-το φως στάγμα αδάμαντος/
και τις ανθρώπινες ζωές/
αχνά καντήλια σε τάφους άσβεστους-
τα γρόσσια του καιρού/
ελληνικά χρεώθηκαν
στον ομφαλό της Πόλης/
μεγάλωσαν σαν δεντρογαλιές
στου χρόνου το φυσέκι/
ζύμωσαν τις πέτρες του Γεντί Κουλέ
(τα ορεσείβια μάρμαρα)
με το αίμα των γλάρων του Κεράτιου/
κι έλιωσαν τον Βόσπορο σπαθί/
στη σαΐτιά του Γένους/
στην κοιλιά της Αϊσέ/
μέγαιρα αφιονισμένη
και καπετάνισσα αρβανίτικων φουσάτων/
από το Μεσολόγγι ως τον Αργοσαρωνικό
απ´τη Μονεμβασιά ως το Δεσποτάτο της Ηπείρου
στην ορεινή Δωρίδα και στο Κορινθιακό/
ωρίμασε η
εξέγερση/
(καταστώντας περιττούς
τους Κομνηνούς και τους Φωκάδες/
κι όλες τις πριγκηπόριζες του Βυζαντίου/
για το αριμάνιο παρόν/
του έθνους και της γλώσσας)
κι όμως/
δίχως τις τζίφρες των «συμμάχων»/
στα τουρκικά ίσως γράφονταν
και τούτες δώ οι λέξεις/
ΚΛ – 2014

photo: K. Loukopoulos © Galata bridge by Eminönü (Istanbul 2014)

η θέωση είναι μια κισμέτ συνθήκη

IMG_0197.JPG
Είτε στα ασημόπτερα σαφρίδια
του Ιορδάνη/
είτε στους έκπαγλους κρυσταλλικούς
δολομίτες του Σινά/
παράπαιε για χρόνια/
ο ατμός του Ιωσή
(του εκ της Ναζαρέτ)
κι όπως για όλους τους ευαγγελίζοντες ευαγγελιστές/
δεν τα κατάφερε να κρατηθεί
ούτε απ´ ένα τόσο δα τριφύλλι/
ώσπου θνητά εξέπνευσε
σε κάμαρη μοναστική/
και μήτε ένας εκατόνταρχος/
δεν ξεπλύθηκε/
στο ξύδι ή στη χολή του/
παρ´όλο που στο κρυφό κατά Ματθαίον/
ως ομοαίματος του Ιησού καταχωρείται/
αδελφός, δυνάμει περιούσιος/
θεάνθρωπος-εξ´αγχιστείας- και αυτός

photo: Emmet Gowin
Barry, Dwayne and Turkeys, Danville, Virginia
1970
Gelatin silver print
© Emmet Gowin, cortesy Pace/MacGill Gallery, New York

 

αγιωργίτικο

μια γλώσσα λευκή/
ερειπιώνας/
στο λιμάνι/
της αλμυρής του βροχής/
κι ενώ όλα τα πλοία έλαμναν αριστερά/
τα κορίτσια έλυναν το δεξί βυζί τους/
ηφαίστειο βαρύ σαν Φούτζιγιάμα/
η λαβα στη μαύρη βελγική δαντέλα/
ώσπου μια αιδοιακή άνοιξη ανέτειλε/
στο φτωχό του καβάλο/
ενώ μετρούσε τις τρίχες στα γένεια του/
όπως τα χρόνια της βαθιάς ωρίμανσης/
του αγιωργίτικου χυμού του/

photo:Robert Heinecken (American, 1931-2006)
Cliche Vary / Autoeroticism
1974
Eleven canvas panels with photographic emulsion and pastel chalk
39 1/2 x 39 1/2 in. (100.3 x 100.3 cm)
Collection Susan and Peter MacGill, New York

ζωή, αντί όνειρα/ πως ζει

 

χρόνια περνούν κι η ζωή συντελείται
όταν επιστρέφω στο αρχικό μου κατάλυμα
μια πομπή ερήμων διέρχεται
τρισεκατομμύρια τόνων άμμου
κι ο πλανήτης τελείται
ο πλανήτης αποτελείται
ξένος είναι ο κενός λόγος
και τα φραστικά υπολείμματα
και τα ζεστά δέρματα που τα μάσησε ο έρωτας
έρημα στεγνώνουν
μέρες με κλειστές φτερούγες που με φρόντιζες
κι η αλήθεια της κορυφής ειναι μια απάτη
από αυτόν τον άνθρωπο προκύπτει ο κόσμος ως έχει
κι οι ρίζες του ειναι δέντρα ανάποδα
κι οι νύχτες του γεννήθηκαν με τη νοτιά
ας τον εκεί να νομίζει
πως ζει
να νομίζει
ζωή αντί όνειρα πως ζει/

photo: Robert Heinecken (American, 1931-2006)
Then People Forget You
1965
Gelatin silver print
10 3/8 x 12 15/16″ (26.3 x 32.8 cm)
The Art Institute of Chicago. Gift of Boardroom, Inc.