…για τον Παύλο/

/home/wpcom/public_html/wp-content/blogs.dir/368/59753660/files/2014/12/img_1723.jpg
Αν ήμασταν ξαδέρφια πχ.στο Γουισκόνσιν (αντί για τα Παλιοκούντουρα), θα υπήρχε ένα θυμωμένο ρέμα που θα κατέβαζε αγελάδες τουμπανιασμένες σα φελούκες την Άνοιξη, γλιστερές κροκάλες και ασβεστόλιθοι, τα μαλλιά μας ως τη μέση αχτένιστα, και λαδωμένες νιτσεράδες. Που θα πεφτε η νύχτα, θα περιμέναμε, ο καφές πέτρινος και αιχμηρός, τα αχαμνά μας βαρειά από αντρίλα και ουρανό, θα παίζαμε πόλκες σε ένα τρανζίστορ ελεφάντινο, θα φτύναμε γλυκόριζα, μασημένο καπνό και αστέρια δείχτες εποχών, θα διάβαζαν στο κορμί μας τη βραδινή υγρασία. Αυτά θα ταν ωραία χρόνια, να ζούσαμε μέσα στα χαρτιά, και τα ταξίδια να ξεπληρώνονταν σε ελεύθερα όρνεα κι ας τρώγανε ψοφίμια. Τουναντίον μεγαλώνοντας, στο χέρι σου φύτρωσε ένα δίκανο με εννιάβολα. Οι νύχτες περνούσαν μισές μέρες, μισές νύχτες. Τα γένεια σου άσπριζαν με τσιγάρα Βιρτζίνια, μπόμπες και Βέρτη. Κι ένα αγριογούρουνο -πάνε δέκα μερες- σου στησε καρτέρι. Άλλη ζωή, απ´τη δική μου, άλλη ζωή. Αλλά να την τελειώνεις έτσι – και να μην σου τελειώνει, φουκαρά μου – αυτή την εκκρεμότητα, δεν μπόρεσα να την καταπιώ..

photo: August Sander
Stadtwald [Urban Forest]
c. 1938
Gelatin silver print
23 x 29 cm
Lothar Schirmer Collection, Munich
© The Photographic Collection, SK Stiftung Kultur – August Sander Archive, Cologne, VG Bild-Kunst, Bonn

https://m.youtube.com/watch?v=vEtFq6Htr6s&list=FLCvccQyTBXPnyqtuFMdxQvQ

Advertisements

η δίψα και η γλώσσα/ ομογενοποίηση

brassai-web

Πέρασε τα μακριά της δάχτυλα και ίσιωσε το κουβούκλιο γύρω από το στήθος. Ο λαιμός της μακρύς, δίχως γάζες επούλωσης, δίχως καλλωπιστικά φουλάρια, άρχιζε στους ώμους και τελείωνε πλέον, λίγο πριν τη μύτη, τη φαγούριζε και ίδρωνε, ενώ άκουγε τα τριζόνια να σημαδεύουν κατευθείαν επάνω στο ραμμένο στόμα. Έτσι της φαινόταν.  Το πλεξιγκλάς μάζευε τον ήλιο και τον έριχνε στα μάτια της. Έτσι τα κρατούσε κλειστά για πολύ, μόλις τα άνοιγε έβλεπε όσα δεν ήθελε (δηλ. όσα δεν έπρεπε) και τα ξανάκλεινε. Π.χ. στο παράθυρο σερνόταν ένα έντομο σκούρο πράσινο σαν υγρή μούχλα. Και πόσα –αμέτρητα- κουνούπια, δε φλυαρούσαν απ’ έξω με προβοσκίδες επίθεσης; Από ένα ραδιόφωνο βραχέων ακουγόταν ο Βάγκνερ της καρδιάς μας, Τριστάνος και Ιζόλδη.

-Δεν είναι αρρώστια ούτε αναπηρία: μια μικρή, εγκάρσια, απόληξη γλώσσας που φυτρώνει κατευθείαν στο διάφραγμα, σκεφτόταν ψύχραιμα.

-Ίσα, ίσα,  από δω φαίνεται να περνάει κι ο αέρας συριστός και να σκάβει την χωμάτινη πέτρα του Αρχαγγέλου, (καθώς αναπνέω). /Άφυλος Αρχάγγελος και χωρίς στόμα, αλλά αισθάνεται τη γεύση/.   Από εδώ μέσα, οι ώρες μου μετρώνται σύγκρυες σαν τον κομμένο πάγο, από αυτήν τη λεπτή ουλή (αντί για στόμα). Με ρωτήσανε, και μόνη μου αποδέχθηκα. Είναι επειδή αρνήθηκα να μεταφέρω τα αδυσώπητα δόντια του χάρου πάνω στη ζωή μου, το ξέρω. Για αυτό λουφάζω τώρα, ένας σκαντζόχοιρος με μύτη λουτρ, και γυάλινα μάτια, αλλά ζωντανή. Για να μιλάω έχω το βήχα μου, που γίνεται λόξυγκας κάθε δώδεκα λεπτά, και πάλι βήχας, και πάλι λόξυγκας. Φωνήεντα δεν απαριθμούνται, ούτε εκφέρονται. Μόνο δωδεκάλεπτα ρυθμικών, ανακλαστικών δονήσεων. Αλλά μπορούμε και πάλι να συνεννοηθούμε (εγώ και αυτοί). Το βράδυ που χαμηλώνει αυτό το πήλινο χέρι, με τις φλέβες από χορτάρι και τον εντοιχισμένο ήλιο, μου δείχνει τα μονοπάτια με τα ξερά του δάχτυλα. Εγώ υπνοβατώ και τα βαδίζω, αλλά διψάω στο τέλος κάθε διαδρόμου, και γυρίζω πάλι πίσω για νερό. Έτσι το χάραμα είναι σα να μην έχω κάνει βήμα. Στον ύπνο δε βήχω, δεν έχω λόξυγκα, και μπορείς να πεις είμαι σε γενικές γραμμές όπως παλιά, άνθρωπος. Η τομή με τη γλώσσα δε λειτουργεί, και δεν υπάρχει καθρέφτης, να δω τα σάλια, ή ένα αιματηρό κατάλοιπο που εκρρέεται σταθερά απ’ τα χείλη της. Μέχρι και που σφυρίζω, ενώ περπατώ στα λιβάδια του μαύρου χόρτου και η πλάση πίσω μου βαθαίνει κι απλώνεται όλο και πιο σκληρή, με μπλε πέρατα, λιβάνι και καλεσμένους στο γάμο. Πάντως, άνθρωπος! Όλοι με αγκαλιάζουν, όλοι με χτυπούν στην πλάτη. Όλοι μου δείχνουν τον γαμπρό, άσπρο και χάρτινο, στημένο σπαθί, ανεβασμένο στο θρόνο. Κάποιοι με φιλούν επίμονα, στο ραμμένο μου στόμα (το ανθρώπινο). Ώσπου φτάνω στην άκρη διψασμένη, όπου με ρουφάει πίσω μια δίνη με ορμή. Όλοι το λένε: δε θα με αφήσουν να πεθάνω από δίψα! Εκεί κλαίω το αίμα και τα δάκρυα του αιώνιου χειμώνα, εκεί χτυπιέμαι, εκεί γρατσουνίζομαι και κόβομαι!

-Μα δεν έχω στόμα να πιω! τους φωνάζω ασταμάτητα. Όμως για δώδεκα λεπτά ακούγεται μόνο ο βήχας. Έπειτα πάλι λόξυγκας.

Photo: Brassaï
Occasional Magic (Sprouting Potato)
1931
Gelatin silver paper
28.8 x 23 cm
Photo: Christian P. Schmider, Munich
© ESTATE BRASSAÏ – RMN

διπλή σκιά/

/home/wpcom/public_html/wp-content/blogs.dir/368/59753660/files/2014/12/img_1737.jpg
Εκεί που μιλούσε, τον είδε που γύριζε γύρω γύρω στο κάθισμα κι έβγαζε μια βαριά μυρουδιά σα ζώο πριν το ζευγάρωμα, γεμάτη αδένες, είπε να μην ασχοληθώ, που ξέρω γω τι είναι τούτος, όμως τα μάτια του την κάρφωσαν κι ανατρίχιασε, τόσο κοφτά, μόνο αίμα που δεν έτρεχε απο τις κόρες. Έβγαλε το πορτοφόλι και του μέτρησε το ποσό, μέσα στο πιάτο, μετά σήκωσε το κουτάλι και κατέβασε μονορούφι το κυδώνι, λες κι ήταν κουφέτο. Έκλαψε λίγο ως να καταπιεί, όμως το κατάφερε. Μετά έκατσε πίσω με τα μπούτια ανοιχτά, ένιωσε την κοιλιά της να τη στρίβει, ένιωσε και μια λιγούρα σχεδόν ερωτική. Ζαλίστηκε. Την έκοψε κρύος ιδρός, κλειστά τα μάτια, τα χέρια σφιχτά στα μπράτσο της πολυθρόνας άσπριζαν. Έτρεμε και λίγο. Αυτός ήρθε πίσω της, έχωσε τα δάχτυλα του στα μαλλιά της, κι άρχισε να τη χαϊδεύει, τώρα η μυρωδιά του πλάι στα ρουθούνια της. Τον άφησε να κάνει ότι ήθελε. » -Αν θέλεις να του μιλήσεις, είναι κι άλλα να κάνεις» της είπε. «- σαν τι δηλαδή;» » – να τρίψεις ασπρόπετρα το βράδυ στον τάφο, να του διαβάσεις λόγια, να βράσεις χόρτα και να σκορπίσεις το ζουμί στις σκάλες, να δέσεις κεριά με μαλλιά, τέτοια. Να ρθεις την Πέμπτη να σου τα πω αναλυτικά. » » – Θα τα κάνω όλα», του είπε, » – πρέπει κάτι να του πω για τα παιδιά… να αλαφρύνει η ψυχή του.» Έξω σκοτείνιαζε γοργά, κι οι γάτες έπιασαν το τραγούδι, πάνω στον οίστρο τους. Γεμάτος Ιούνιος πια. Μετά κατάλαβε ότι πήγαινε να τη χουφτώσει, και συνήλθε, άναψε ο Λευτέρης στο μυαλό της ζωντανός, σαν πολυέλαιος, όχι τώρα που ήταν άρρωστος, αλλά μια εικόνα του πολύ πιο νεανική, τα μαλλιά του ξανθά ανακατεύονταν με τα μαλλιά της, τα μάτια του σαν να καιγαν μέσα στα μάτια της, η γλώσσα του πάνω στη γλώσσα της… του είπε μέσα σε μια στιγμή, όλα όσα ήθελε να του πει πριν πεθάνει, κι όλα όσα θα του λεγε μέχρι να πεθάνει η ίδια. Τέλος γύρισε και τράβηξε μια αγκωνιά στα αχαμνά του άλλου, διπλώθηκε αυτός στα δυο και την άφησε. Μάζεψε τα λεφτά της και του πέταξε το πιάτο στο κεφάλι.»- Α να χαθείς σιχαμένε!» του φώναξε, «-που νομίζεις ότι σε έχω ανάγκη να μιλήσω στον άντρα μου!» Κι έφυγε από την πλαϊνή πόρτα προς την πλατεία με γρήγορο βήμα, μες στην απόγνωση και στους λυγμούς. Στο διάβα της οι γάτες σκόρπιζαν απρόθυμα, δεξιά αριστερά, ενοχλημένες απ´ τη διπλή σκιά της.

photo: Boris Mikhailow
From the series Serie von vier (Series of four)
1982-1983
Silver gelatin print, unique copy
From a 20-part series
Each 18 x 23.80 cm
Museum Ludwig
© Boris and Vita Mikhailov

Το πείσμα (στο Ν.Ρ.)

herbert-bayer-web

Είναι απλά ένας άνεμος,
άλλος τον λέει βοριά
άλλος νοτιά/
απ΄τον αέρα του/
μόνο ένα ποίημα που του άρεσε στο σχολείο,
-οποίο σχολείο κι αν ήταν αυτό –
λερώθηκε,
με καφέ και ψίχουλα.
Αυτό του τονίζω κι εγώ,
-ενώ έξω ο καιρός κρυώνει
και τα φώτα πηγαινοέρχονται-
αρκούν λίγα ψίχουλα
για να συνδέσει ξανά το πεινασμένο αίμα του,
σ´ένα λιμάνι ζωής
πυγμαίων/
όμως εκείνος επιμένει:
αν και ζωντανός,
το μπόι του δε θά’ναι τότε, επιλογή/
θα είναι κληροδότημα/
ΚΛ – 08/11/2014

εικόνα: Herbert Bayer
Lonely Metropolitan
1932/1969
Photomontage on gelatin silver paper
35.3 x 28 cm
Photo: Christian P. Schmieder, Munich
© VG Bild-Kunst, Bonn 2014

θεραπαινίδες

IMG_1650.JPG
-το πάτωμα δεν είναι ουρανός!
σου λέω, κάθε φορά που συναντιόμαστε,
στο βαθύ κιβώτιο
με τα ασημόχρυσα βρύα/
λεπτός αέρας σαν οινόπνευμα,
κι ένα γλυπτό από παγωμένο αίμα,
δεν αναπνέουμε/
σαν ψάρια που αλέθουν τα χωράφια τους
με πηλό/
για να μετράμε έχουμε αστέρια
μέλλοντος,
κι αστέρια παρελθόντος/
για αυτό στον έρωτα,
όταν ακουμπάμε,
-κανέλα ολάχνιστη σε κόκκινο κρασί-
μεγαλώνει ο καιρός με τις γαζίες,
και τα λιόδεντρα καρπίζουν εκρηκτικά,
μεχρι που ξεραίνονται/
αυτό ήταν το και το πρώτο μάθημα:
ο θάνατος,
ειναι εντοιχισμένος στη ζωή,
σα δάκρυ/

-το πάτωμα δεν είναι ουρανός!
σου λέω, κάθε φορά που συναντιόμαστε,
μέτραμε, και κοιμίζουμε
τη φύση στο μπαλκόνι της
σαν την τροφό των γέρικων γλάρων/
όμως για μας,
τις θεραπαινίδες της φθοράς,
αυτο το πάτωμα,
είναι τουλάχιστον ένας ικανός συμβιβασμός.

photo: Douglas Prince
Untitled
1969
Film and Plexiglas

5 x 5 x 2.5 inches