η δίψα και η γλώσσα/ ομογενοποίηση

brassai-web

Πέρασε τα μακριά της δάχτυλα και ίσιωσε το κουβούκλιο γύρω από το στήθος. Ο λαιμός της μακρύς, δίχως γάζες επούλωσης, δίχως καλλωπιστικά φουλάρια, άρχιζε στους ώμους και τελείωνε πλέον, λίγο πριν τη μύτη, τη φαγούριζε και ίδρωνε, ενώ άκουγε τα τριζόνια να σημαδεύουν κατευθείαν επάνω στο ραμμένο στόμα. Έτσι της φαινόταν.  Το πλεξιγκλάς μάζευε τον ήλιο και τον έριχνε στα μάτια της. Έτσι τα κρατούσε κλειστά για πολύ, μόλις τα άνοιγε έβλεπε όσα δεν ήθελε (δηλ. όσα δεν έπρεπε) και τα ξανάκλεινε. Π.χ. στο παράθυρο σερνόταν ένα έντομο σκούρο πράσινο σαν υγρή μούχλα. Και πόσα –αμέτρητα- κουνούπια, δε φλυαρούσαν απ’ έξω με προβοσκίδες επίθεσης; Από ένα ραδιόφωνο βραχέων ακουγόταν ο Βάγκνερ της καρδιάς μας, Τριστάνος και Ιζόλδη.

-Δεν είναι αρρώστια ούτε αναπηρία: μια μικρή, εγκάρσια, απόληξη γλώσσας που φυτρώνει κατευθείαν στο διάφραγμα, σκεφτόταν ψύχραιμα.

-Ίσα, ίσα,  από δω φαίνεται να περνάει κι ο αέρας συριστός και να σκάβει την χωμάτινη πέτρα του Αρχαγγέλου, (καθώς αναπνέω). /Άφυλος Αρχάγγελος και χωρίς στόμα, αλλά αισθάνεται τη γεύση/.   Από εδώ μέσα, οι ώρες μου μετρώνται σύγκρυες σαν τον κομμένο πάγο, από αυτήν τη λεπτή ουλή (αντί για στόμα). Με ρωτήσανε, και μόνη μου αποδέχθηκα. Είναι επειδή αρνήθηκα να μεταφέρω τα αδυσώπητα δόντια του χάρου πάνω στη ζωή μου, το ξέρω. Για αυτό λουφάζω τώρα, ένας σκαντζόχοιρος με μύτη λουτρ, και γυάλινα μάτια, αλλά ζωντανή. Για να μιλάω έχω το βήχα μου, που γίνεται λόξυγκας κάθε δώδεκα λεπτά, και πάλι βήχας, και πάλι λόξυγκας. Φωνήεντα δεν απαριθμούνται, ούτε εκφέρονται. Μόνο δωδεκάλεπτα ρυθμικών, ανακλαστικών δονήσεων. Αλλά μπορούμε και πάλι να συνεννοηθούμε (εγώ και αυτοί). Το βράδυ που χαμηλώνει αυτό το πήλινο χέρι, με τις φλέβες από χορτάρι και τον εντοιχισμένο ήλιο, μου δείχνει τα μονοπάτια με τα ξερά του δάχτυλα. Εγώ υπνοβατώ και τα βαδίζω, αλλά διψάω στο τέλος κάθε διαδρόμου, και γυρίζω πάλι πίσω για νερό. Έτσι το χάραμα είναι σα να μην έχω κάνει βήμα. Στον ύπνο δε βήχω, δεν έχω λόξυγκα, και μπορείς να πεις είμαι σε γενικές γραμμές όπως παλιά, άνθρωπος. Η τομή με τη γλώσσα δε λειτουργεί, και δεν υπάρχει καθρέφτης, να δω τα σάλια, ή ένα αιματηρό κατάλοιπο που εκρρέεται σταθερά απ’ τα χείλη της. Μέχρι και που σφυρίζω, ενώ περπατώ στα λιβάδια του μαύρου χόρτου και η πλάση πίσω μου βαθαίνει κι απλώνεται όλο και πιο σκληρή, με μπλε πέρατα, λιβάνι και καλεσμένους στο γάμο. Πάντως, άνθρωπος! Όλοι με αγκαλιάζουν, όλοι με χτυπούν στην πλάτη. Όλοι μου δείχνουν τον γαμπρό, άσπρο και χάρτινο, στημένο σπαθί, ανεβασμένο στο θρόνο. Κάποιοι με φιλούν επίμονα, στο ραμμένο μου στόμα (το ανθρώπινο). Ώσπου φτάνω στην άκρη διψασμένη, όπου με ρουφάει πίσω μια δίνη με ορμή. Όλοι το λένε: δε θα με αφήσουν να πεθάνω από δίψα! Εκεί κλαίω το αίμα και τα δάκρυα του αιώνιου χειμώνα, εκεί χτυπιέμαι, εκεί γρατσουνίζομαι και κόβομαι!

-Μα δεν έχω στόμα να πιω! τους φωνάζω ασταμάτητα. Όμως για δώδεκα λεπτά ακούγεται μόνο ο βήχας. Έπειτα πάλι λόξυγκας.

Photo: Brassaï
Occasional Magic (Sprouting Potato)
1931
Gelatin silver paper
28.8 x 23 cm
Photo: Christian P. Schmider, Munich
© ESTATE BRASSAÏ – RMN

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s