εγκιβωτισμός IV/ τετραγωνισμοί

 

Κοιτώντας το δρόμο μπρος από το σπίτι, η ανάμνηση της πρωινής βροχής, δεκατριών χρονών με πράσινο μακό, μια εσοχή ονείρων που εκδράμει στον ορατό ερειπιώνα του χρονικού συνεχούς. Είναι μια μάσκα αρχαϊκης συνείδησης πια.
Την επιθυμούν τα ζώα που συναναστράφηκα με φροντίδα, λίγο νερό σε ένα πιατάκι εδώ, λίγο γάλα εκεί,  ισότιμα τη χαίρεται το χώμα, τα γεράνεια, το γαλάζιο τους τρίχωμα που φωσφορίζει μες στην κίτρινη νύχτα. Το μοιραστήκαμε.

Τακτοποιώ την μπλε φλέβα αντρισμού  που μεγαλώνει στις λέξεις και αναμετριέμαι με το κορμί μου. Την αλλαγή έτσι τη βιώνω: δεν ήμουν πάντα έτσι. Αντί να παράγει η ανθρώπινή μου διανόηση, καινουργή αντίγραφα με εγγύηση κατά της φθοράς, παράγει πήλινες κούκλες, που θρύβονται στο σβέρκο, στο αρμούς και στα αχαμνά. Την φτιάχνουμε τη φθορά μας.

Αναδύεται και βυθίζεται με τις παλίρροιες των επίχρυσων πόλεων, η λάσπη του χρόνου μέσα απο τα τρίμματα,  καλοκαίρι πάντα, ιδρωμένο το χρυσό χνούδι και τα χείλη ξερά.

Όταν κουράζεται, βάζει το δάσος να μιλήσει στη θέση της, εγώ μαγεμένος, ένας ερωτιδεύς μαρμάρινος, συνοδεύω τα βελη της πέτρας με αιμοσταγείς μυρσίνες, επιθεωρώ. Πάντα  ο ψίθυρος του δάσους συναρτάται  με την εκμάθηση της γενέθλιας γλώσσας. Όπου όλα τα εργαλεία της είναι θολά παράθυρα της επιθυμίας, καλύτερα πλαίσια, μικροί τετραγωνισμοί.

Σ’ αυτόν τον έρωτα, που δεν ουρλιάζει τα φωνήεντα, παρά τα παρατάσσει σε μια κλιμακωτή ανιούσα μονωδία, θυσιάζεται ο ψίθυρος.

Μετά σε χαϊδεύω κάτω από τα αυτιά με ένα βυθισμένο απόγευμα. Με τον ήλιο κόνδωρα, στους υπνωτισμένους ανθρώπους σκηνοθέτη. Τα πυκνά βλέφαρα που γεννήθηκαν στη βροχή των χρόνων, που έφεραν τα δάση στο χρώμα τους, που έφτιαξαν τη γλώσσα, σε ορίζουν. Δεν ξερω άλλο πιο πολύτιμο απο σένα. Αυτό είναι το γινάτι μου. Αυτός κι ο ενεστώτας μου. Κι αν υπάρχουν ζώα στην κοιλιά της πόλης, που πρέπει να φροντίσω, με νερό, με γάλα, με το αίμα μου, είναι μόνο αρουραίοι και σταχτιές κατσαρίδες. Και γι ‘ αυτό που με ρωτας:

Ναι, αξίζει που πεθαίνει ο κόσμος για να ξαναγεννηθεί, αν νομίζεις ότι ο κόσμος είναι φοίνικας, και η ψυχή ένα καρμικό υπόθετο που θα μεταναστεύσει σε άλλο ορθό. Όμως όταν κάτι πεθαίνει,  απλά πεθαίνει/

photo: © Gregory Crewdson. Courtesy Gagosian Gallery

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s