δυο μεταγωγά σε επαρχιακό δρόμο ΙΙ/ τα τριζόνια (απόσπασμα)

3-web

Τι είδα το απόγευμα πριν πλησιάσουμε στην Ιεριχώ; Δυο τριζόνια στην αυλή της γιαγιάς Άρτεμης που έψελναν! Ένα αρσενικό ένα θηλυκό. Οκ το αρσενικό το καταλαβαίνω από τη φύση του είναι ταγμένο για τούτον τον ήχο το εκνευριστικό, και το ξέρει κι ένα μικρό παιδί. Εκείνο που δεν ξέρουν οι πολλοί, είναι πώς να βρίσκουν τη θερμοκρασία, από το τρίξιμο του τριζονιού, μέθοδος ξηγημένη που μου την έμαθε ο πάππος μου ένδοξος πολεμιστής, διακριθείς σε εκστρατείες στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία, μόλις έμαθα διαίρεση στο δημοτικό. Θα μετράς τερετίσματα του γρύλλου στο λεπτό, θα προσθέτεις δέκα, και θα διαιρείς με το τέσσερα. Όσο αυξάνεται η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας τόσο λυσσάει ο τζίτζικας κι αυξάνει συχνότητα (για τούτο η μάνα μου έλεγε, σκάει ο τζίτζικας, αλλά ελλιπούς μορφώσεως, δεν ήξερε γιατί σκάει) Πες πχ πως μετράς 110 τρίλιες το λεπτό, προσθέτεις και 10, έχουμε 120, διαιρείς με το 4, και βρίσκεις 30ο βαθμούς τη θερμοκρασία του χώρου. Άρα στους 40ο, η συχνότητα στο τραγούδι του έχει φτάσει στα 150 Hz (τα Hz τα έμαθα αργότερα σπουδάζοντας, ο παππούλης μου είχε πια γίνει χώμα, αν και όχι ακριβώς, είχαμε ένα θέμα, θυμάμαι με την πρώτη αποκομιδή, όπως και να’ χει πλέον αναπαύεται στο ύψωμα στο νεκροταφείο του Αη Γιάννη στα πατρογονικά χώματα. Θα περάσουμε πάλι από εκεί σε οκτώ μέρες, αν δεν αλλάξω με την Ιεριχώ, μα να προσκυνήσω, ούτε συζήτηση, δεν έχει εκεί προβλήτες)

Θα το ξεπεράσω λοιπόν, διότι εκτός της συχνότητας, που ήταν πλέον των 140 Hz (όσο μπόρεσα να μετρήσω γιατί κατεβήκαμε σε κόμβους απ’ το πλαγκτόν, και μέχρι να κοντέψουμε και να μακρύνουμε στα προσφυγικά κάναμε πάνω από τέταρτο) άρα έσκαγε ο τζίτζικας,  είχε αλλάξει και η χροιά του ψαλμού, τόσο ώστε να μοιάζει περισσότερο πλάγιος του τέταρτου βυζαντινός, και καθόλου μια βάση για sampling του Mobby. Έπειτα με την ανάβαση, ο θηλυκός γρύλλος έδειχνε να φτάνει  ένα ολόκληρο πεντάχορδο επάνω (42 διαστήματα)… Πάγωσα. Όχι γιατί έβλεπα το πρώτο πρώτο πλινθόκτιστο προσφυγικό της Καισαριανής, μήνες μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Ούτε γιατί διέκρινα τη γιαγιά να κορφολογάει τριαντάφυλλα, ένα απλό φουστάνι με λεπτό ντεσέν τριανταφυλλάκι επίσης  κατάσαρκα, σχεδόν νέα, μάγουλα αναμμένα και φουσκωτά, βαρύ στήθος. Αλλά επειδή εδώ που καταλήξαμε, είναι ένα μέρος, που τα (κωφά) θηλυκά τριζόνια, όχι μόνο τερετίζουν, αλλά ψέλνουν τη Υπερμάχω…. Έπειτα ο αρσενικός έγειρε μπρος, και κείνη τον άφησε να την καβαλήσει, ενώ διέτασσε τα έλυτρα λαμπερά πάνω στα άχρηστα φτερά του… άχρηστα, αλλά τον ρόλο τους τον επιτελούν εν τέλει, τούτο έχω να σημειώσω, αφού κατάφερε και βολεύτηκε ο μονότονος, με την Κάστα Ντίβα…

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Imagined States and Desires. A Balkan Journey
1999-2002
© Vanessa Winship

Advertisements

εμιγκρέδες Ι/ η τύφλωση

  
Κι αφού βαδίζαν εικοσιδυό μερόνυχτα/ 

λυτός ο ήλιος, αδέσποτο σκυλί/ 

κι η νύχτα δαγκανιάρα/

δεμένα τα βρέφη στο βυζί τους, 

ανδράποδα/ 

και το στόμα ξερό σαν τη γενέθλια στάχτη/ 

αντάμωσαν μ’ ένα βοσκό σκαμένο/ 

όπως τον γύριζε ο λίβας/ 

με σημάδια των ωρών των πρώτων/ 

μια φωτιά στροβίλιζε τον κάμπο/ 

καμωμένη από άνθρωπο/ 

ουτιδαμή μα φρέσκια/ 

και τα πρέκια ασπρίζαν απ’ τον πασχαλινό ασβέστη/ 

μα νερό πουθενά/ 

 στο στήθος του έλαμπε η λαχτάρα του πόντου/ 

(σα να λέμε του πνιγμού) 

 ένα μόνο παιδί από το κοπάδι του/ 

που είχε τα κέρατα γυρισμένα στο γάστρι/ 

αντιμίλησε/ 

μα ο χρόνος δεν ήταν προς συζήτηση/ 

όταν κοντεύει/ 

κοντεύει/ 

έτσι ξεπέζεψαν τα ζώα/ 

με το στέρνο γυρισμένο στη φωτιά/ 

τα μάτια δεμένα, έτοιμα/ 

κι έψελνε ο άνεμος μια ραψωδία υγρή/ 

σα ρέμα σε αρκουδοσπηλιά/ 

μα πάλι νερό πουθενά/ 

μόνο το μέλι απ’ τα φιλιά της μάνας τους μες στη βροχή/ 

μόνο τα δαγκωμένα χείλια/ 

Ξάφνου άστραψε δια μιας κι όλοι τυφλώθηκαν/

και μια θάλασσα γεννήθηκε απέραντη/

έτοιμη να χωρίσει/

κι ας έδειχναν οι ασπάραγγοι αιώνια αγκαλιασμένοι/ 

ενώ μια γριά τροφός έβραζε το γάλα/ 

τα δάκρυά τους/ 

κατακόκκινα θα επέπλεαν πηχτά/ 

στην ταπεινή μαρμίτα/ 

από δω κι εμπρός/ 

Έναν έναν τους οδήγησε στις βάρκες/ 

ενώ μασούλαγε μια φράση απ’ το Νεκρονομικόν: 

όταν στραφεί ο καιρός σαν το σκορπιό/ 

και τσιμπήσει τα ίδια του τ’ αρχίδια/ 

λιώνει ο άνθρωπος στο χώμα δυσκολότερα/ 

και η ψυχή έλκεται από το ξένο φως/ 

σα μια μιγάδα ακρίδα: 

αναποφάσιστη στα στάχυα/ 

μα είναι σκύλα η ξενητιά/ 

σαν έχεις μάτια να θυμούνται το άγιο χώμα/
photo: Umbo (Otto Umbehr) (German, 1902-1980)

Mystery of the Street (Mysterium der Strasse)

1928

Gelatin silver print

11 7/16 x 9 1/4″ (29 x 23.5 cm)

The Museum of Modern Art, New York

Thomas Walther Collection. Gift of Shirley C. Burden, by exchange

μια άγευστη μέρα και οι καμπύλες λισαζού

image

Μια μέρα δίχως γεύση/
καθυστερεί και τρίβεται/
σαν ένα τρέχον κύμα σε χορδή/
που από ανάκλαση στα όρια/
ομογενοποιείται/
ακούσια μα εξακολουθητικά/
σε μια πηχτή κρέμα χρόνου.

Κι ενώ η ηχώς του απλώνεται στον ελαστικό χώρο/
-και πρωτογενώς,
αλλά και ως μια ακολουθία επανάληψης στιγμών και γεγονότων –
τα άκρα του συναντώνται
σε ένα παλλόμενο χωρόχρονο/
και αλληλοσπαράσσονται
ήσυχα/
ώστε ταυτόχρονα να φέρουν:
και τη λαχτάρα για ζωή,
και την ήττα του θανάτου.

μετά γίνονται όλα
άχρωμα και συνεχή/
με γεύση απο χώμα,
και το χειρότερο:

αδύνατον πλέον, να ξεχωρίσεις,
πότε άρχισε αυτή η μέρα/
και πότε τέλειωσε.

Μόνο η αγωνία της,
εντός της διαυγούς νωθρότητας,
να υπαρξει αυτόνομη/
εκτός της χρονικής μεμβράνης/
μια μέρα λαμπρή,
με νόημα και σφρίγος και περσινό έρωτα/
μου θυμίζει εκείνες τις πριγκήπισσες
καμπύλες λισαζού
στους παλμογράφους της νιότης μου/
όμως και για αυτές ακόμη/
αρκούσε ένα αδέξιο τράνταγμα του χειριστή/
για να εκπέσουν άδοξα από γεωμετρικές  υπερπαραγωγές/
στην ταπεινότητα/
μιας πράσινης τελείας.

photo: Roger Vail-
Evolution 3-
2001
Chromogenic print mounted to aluminium

Αναρτήθηκε από το WordPress για το Android

η κλοπή/κοιμητήριο

 

Κάθε απόγευμα,
που διάβαινα τα ευφρόσυνά σας αρχαία ψυγεία,
για να σας απαντήσω/
με τους περαματάρηδες του Συνοικισμού,
-μπόλιες εσείς της άνοιξης και των κορμιών-
τα βάτα δεν ανθούσαν/
ένα κλωνάρι φασκομηλιάς μέσα στον ήλιο,
ορθό από του χρόνου τον πάγο,
μόνο/
Θυμήθηκα,
που ο ανθοπώλης πάντοτε
μαστόρευε,
ενώ ζητούσα ξανά εκείνες τις μαργαρίτες/
μια γραμμή μυρμηγκιών στο τσιμέντο που
κοκκίνιζε/
κι ένα γκουπ στα μάρμαρα,
από το φρέσκο φτυάρι/
κι όμως το μονοπάτι σούρωνε δίχως τη βροχή
κι εγώ ένιωθα σαν τον κλέφτη,
που άρπαζα τη λήθη σας,
καθόσο με έναν ψίθυρο – ιαχή,
με ξεκουφαίνατε/
όμως όσο κι αν αφουγκραζόμουν
δεν σας ξεχώριζα τα λόγια
παρεκτός,
μια θλίψη ακούσια που με καταβρόχθιζε/
μια θλίψη ακούσια
για τον κλέφτη,
μα και την ίδια την κλοπή/

artwork : John Wolseley-
Natural history of a sphagnum bog, Lake Ina, Tasmania (details)
-2013
Watercolour, pencil, pen and ink, and sphagnum on 8 sheets (a-h)
155.6 x 407.6 cm (overall)
Collection of Sir Roderick Carnegie AC and Family
© John Wolseley

Αναρτήθηκε από το WordPress για το Android

καλοκαίρι ΙΙΙ

image

Απαλά μεγαλώνω, πάνε χρόνια
στο πρώτο μου καλοκαίρι
στο Πεύκο, στο Λουτρόπυργο, στην Κινέττα ή στο Γερμενό,
στα Παλαιοκούντουρα,
όπου αιωρείται η άμμος στην φωλιά με τα αρθρόποδα,
στο γηροκομείο,
η εξωτική Αγία σταυρώνει παρθένους,
τα τζιτζίκια ερίζουν
των κρεβατιών τα γαλάζια σάρωθρα,
που έγιναν ία των ματιών για τη μικρή βροχή,
ένα χέρι που γυρίζεις όταν καίγεσαι,
ή όταν σ’ αρπάζει το δηκτικό
κεντρί,
ανασαίνεις,
την παιδική σου εισπνοή έτσι σεμνός
που ντρέπεσαι να ζεις, καθώς καίγεται
τη νύχτα το φιδάκι
εκείνοι,
από τότε προβάρουν ένα νεκρό εαυτό,
στους όρμους με τα βαρκάκια
όπου απ’ τις σπηλιές,
ξεδιπλώνονται σκιές που μυρίζουν 
δεν το ξέρουν πως χρόνια μετά,
θα λείπουν έτσι δίχως σώμα/
απ’ της ζωής το κρασί.

photo: Pine trees – aluminium g-print, K.Loukopoulos 2014

Αναρτήθηκε από το WordPress για το Android

28 μέρες/

to-the-wonder

Με τη σελήνη συναντιέμαι την αυγή,
έχω στα χέρια μου
τις κίτρινες μέρες μου κι ότι κι αν φοράω,
είμαι γυμνός/
αυτή ντυμένη ένα άμφιο χιονισμένο με μπλε άνεμο/
μυρίζει βιτριόλι κι υδροξείδιο του καλίου/
αφού αναμετριόμαστε, όπως σβήνει η νύχτα/
βλέπουμε ότι κι οι δυο είμαστε χρονόμετρα:
το δικό μου ακριβείας/
quarz με ραδιενεργά ισότοπα/
κατευθείαν μια ρέπλικα
απ’ το Musée des arts et métiers/

(επειδή ξέρω να διαβάζω
τη Φυσική και το Παρίσι)

το δικό της μασάει χελιδόνια,
που ανιχνεύονται λάθρα
πάνω απ’ τον Ατλαντικό το φθινόπωρο,
τα έμμηνα της Μαγδαληνής/
στο φτενό της φουστάνι,
την ώρα που ο Ιησούς καταλήγει αντί του Βαραβά/
τις υδάτινες κορδέλες στην άμμο του Mont Saint-Michel
-κάθε δεκαοχτώ χρόνια/
τη ζωή μου από όταν γεννήθηκα/
μέχρι που έγινα αυτό το ρολόι ισοτόπων/
τη ζωή -και την ημιζωή- αυτών των ισοτόπων/

(επειδή παράγει η ίδια τον χρόνο,
και μέσα του μας κοιμίζει ως του τέλους)

Είναι ευγενής και έκπαγλη,
μα αυστηρή και στυφή
σα γριά δασκάλα/
όταν ρωτήθηκε/
για τη Μαγδαληνή είπε:
να τρέμει εδώ,
με τριγμό,
κάθε 28 γήινες μέρες ακριβώς/
κι ας ξέρει τον Θεάνθρωπο,
η απλή γυναίκα.

Ενώ για τον Θεάνθρωπο είπε απλά:
Tετέλεσται.-

 

φωτό: Mont St Michel, από το φιλμ του Τέρενς Μάλικ, To the Wonder (2012)