Βικ/ τέσσερις αισθήσεις

174-2006m-web

Κι αν ήταν η βροντή ενδότερη
και τα συκώτια του πονούσαν
απ’ την τάση και το ρυθμό/
έφτανε/
να την γευόταν με την αφή/
και τα απλά του βράγχια να άνοιγαν διάπλατα
στο επάργυρο υπόθεμά της/
αιώνια βρεγμένα
στο αιώνιο πέλαγο
κι ας μετριόταν ο χρόνος/
στη διάρκεια, στη νύχτα και στο νερό,
τα ρούχα αιχμηρά,
ακόμη αλατίζονταν/
ενέδρες με τη ζέστη κατιούσα στο λαιμό/
μια Λουίζα των λόγων δηλαδή, ιέρεια,
ώστε να μεγαλώνει το κορμί
και να διαστέλλεται/
στα ίδια αρχαία μάτια.

photo: Olive Cotton
‘Only to taste the warmth, the light, the wind’
c. 1939
Gelatin silver photograph
Art Gallery of New South Wales, purchased with funds provided by John Armati 2006

Advertisements

τομάρια

quandong12

Στη μεγάλη πόλη των λευκών αλόγων
ένα πολυβόλο ανέμων/
μας την έχει στημένη/
βρέφη, γερόντια και λιανοί αλλοδαποί/
φεύγουν με την πρώτη/
ενώ τα βυρσοδεψεία μυρίζουν καμένο άζωτο/
και το αίμα απλώνεται/
ενοχλητικά ζεστό/
κίνδυνος δε διαφαίνεται/
για μας τους υπόλοιπους/
όσο πιο χοντρός/
τόσο πιο σταθερός/

photo: Unknown photographer
Shearing, Quandong
1887
Albumen print on cabinet card
10 x 8 cm

μια αφορμή θέωσης/τρυγητής

the flight no.5

Στο χωράφι με τις γκορτσιές, το σπίτι φούσκωνε, κι έσπρωχνε ως την αυλή μια τάβλα χαλαρή, την ακριανή απ’ το χαγιάτι. Έτριζε εκείνη στο καρφί της και σειότανε με παράπονο, ενώ η γριά κατάπινε ένα σύκο ακαθάριστο και τα μάτια της γουρλωμένα, κατάπιναν το κρεμασμένο. Τα μαλλιά κολλημένα στο κούτελο με παγωμένο ιδρό, μια ρυτίδα στο μεσόφρυδο, που την έκανε το Μάρτη, σαν τον σήκωσε ο δάσκαλος να πει για τον Διάκο και δεν ήξερε, πιο κάτω το πουλί του που είχε χύσει μες στο σώβρακο, την ώρα που έσπαγε ο σβέρκος και φράζαν τα λαιμά. Γριά μεν, πως να μην τον κοιτάξει εκεί, τέτοιο αγόρι. Τόνε βρήκαν οι ρουφιάνοι.

Απάνω του είδε που ‘σερναν το χορό οι νεροφίδες του Κάμπου, μερικά όρνεα λευκά σαν περιστέρια, με νύχια διπλάσια απ’ τα ράμφη, η μικρή τρυγόνα της Ζηνοβίας, που ξεράθηκε στο ύπνο της πριν κλείσει δύο μηνών, αγγελούδι. Κι η συγχωρεμένη η μάνα του με νυφικό χιονάτο, μόνο που δάκρυζε αίμα από τα βλέφαρα. Το μουλάρι πιο κει, δεμένο, ήσυχο, κοίταγε μια το σύκο, μια την κρεμάλα.

Και πώς τα βλέπε όλα τούτα;  ήταν που ήταν άσπρα, παρότι η νύχτα βάθαινε.

Tonee Harbert

photos: Gunārs Binde – The Flight no.5 (1992)

Tonee Harbert – Washington County, Maine –  Man Made