εγκιβωτισμός VI/ πρωτόκολλο

Η ανάρρωση συμβαίνει πέρα από την αγωνία της υγείας, της θνητότητας, ή της απώλειας, ένα σύνολο χημείας και φυσιολογίας, πραγματώνεται, ούτως ή άλλως, όσο ο καιρός, φουσκώνει σα βραστό γάλα.  Στη διάρκεια των ωρών, παράλληλα γεγονότα αντιστρέφουν την αναμονή, σε ικεσία ή απόρριψη: αυτοϊαση δεν υφίσταται δίχως τη συμμετοχή ενός εαυτού, είτε θρησκόληπτου είτε αγνωστικιστή. Παράλληλα,  στη βεράντα, ένα ελαφρύ στρώμα από περιστέρια, αναπνέει μέσα στο φτέρωμά του. Λευκά περιστέρια, στη μαύρη νύχτα, που και που κανένα μαύρο, σαν ξεδοντιασμένο πρωτάκι, ένα στόμα από πούπουλα και θερμό αίμα. Στο Πρωτόκολλο του ισογείου η ισχνή προϊσταμένη αρχειοθετώντας, διατηρεί μια παιδική ανάμνηση, με το βρακί της κατεβασμένο στην τουαλέτα του σχολείου, ενώ δυο αγόρια χαϊδεύονταν.  Της θυμίζει αυτό: το κορμί, δεν ακολουθεί το πνεύμα πάντα (ή και ποτέ), και πράττει αυτόνομα, σαν ένα χαλασμένο ρολόι με έκκεντρα γρανάζια. Αυτή η ανακολουθία αρχειοθετείται και εδώ, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ο ένας απέτυχε να εξουδετερώσει τις αιτίες που πυροδότησαν τη ασθένεια και στέκει αμήχανος, σα χασοδίκης δικηγόρος απέναντι στην ετυμηγορία, ο άλλος θέλει να πεθάνει επί τούτου και αγωνίζεται επ’ αυτού αλλά πάντα δεν τα καταφέρνει (επίδοξος αυτόχειρας), κάποιος βρίσκεται στην τροχιά ενός αντικειμένου, που υπάκουε στη βαρύτητα, μια πανέμορφη μέρα με αιθέριο φως, άλλος καπνίζει τα συκώτια του μέχρι να αποσυντεθούν αλλά του αρέσει ο καπνός, και του μοιάζει η μόνη άξια αιτία για να ζήσει. Πολλές (αμέτρητες) περιπτώσεις για να ταξινομηθούν, απλώς πρωτοκολλούνται. Κάθε ένας φέρει την ανακολουθία του ως ορισμό του, ένα σεντόνι πεπρωμένου, αναπόφευκτο και κραταιό, όσο ο κόσμος ο ίδιος ή ο Θεός ο ίδιος. Έτσι μπορούμε με ασφάλεια να πούμε:  κάθε αρχή μιας ύπαρξης αποκωδικοποιεί την εξέλιξη, την ανάπτυξη και τη συνοχή, διότι περιέχει τη γνώση του τέλους της, και συνειδησιακά, αλλά και νομοτελειακά με όρους ενός συμπαντικού αναπόδραστου. Η νύχτα μένει, ενώ ο διπλανός βήχει τρανταχτά, οι αιχμές των πεύκων σβουρίζουν από το βοριά, ενώ τα περιστέρια προσθέτουν ένα γουργούρισμα σα γρηγοριανό ψαλμό. Στη διαδοχή των επιλογών που συμβαίνουν αλλεπάλληλα, βλέπω ξανά το κορίτσι – προϊσταμένη με το φρέσκο χαμόγελο, αγωνία των γλυπτών και των ζωγράφων, αμφιβολία του ποιητή. Ο έρωτας είναι μια συνθήκη πραγμάτωσης, μεγαλύτερη από τη ζωή, γι’ αυτό η τέχνη ανθεί πάνω του δίχως την τελολογική της διάσταση, με κατεβασμένο ή όχι το βρακί της.

photo: Julia Margaret Cameron
Vivien and Merlin from Illustrations to Tennyson’s Idylls of the King
1874
© Victoria and Albert Museum, London

Advertisements

Η συνείδηση Ι/ διάλογοι με το εκτοπλασματικό κορίτσι

gkrull_12-web
Τη Δευτέρα που τέθηκε το θέμα,
το κατάλαβε:
στο κενό της μεγαλώνει
δίχως όγκο/
η έκτασή του είναι ένας χώρος αργού
που δεν αναμειγνύεται
(κι ας είναι η προ-έκτασή της χρονική)
Ένα βράδυ
-δίχως χέρια να εκκρεμούν-
το κορμί της απέσυρε, σα φίδι
και κλείδωσε το μέλος του με φως.
Κι αν φορά στραβά το το πατρικό του χείλι/
κι έχει της μάνας του τα μάτια,
ακόμη και στην αμφιβολία
(τη δυσαρμονία ή την ψευτιά)
μια αλήθεια ξέρει:
ο χρόνος, με χρόνο ξεπληρώνεται.
Να της χρωστάει χρόνια, δε σημαίνει
πως της χρωστάει και ζωή.
photo: Germaine Krull
Mannequins in a shop window
1930
Gelatin Silver Print
13.7 x 23.5 cm
Collection Bouqueret-Rémy
© Estate Germaine Krull, Museum Folkwang, Essen

εγκιβωτισμός V/ ορόσημα

Αν ήταν άλλοτε- που αυτό το μέρος το όριζε μόνο με το μυαλό- δε θα φοβόταν. Είχε βγει σ’ ένα χωράφι πεόνιες και στερλίτσες, με αίολους παπαγάλους, μια λιμνούλα δίχως βατράχους με αιώνιους γυρίνους γυάλιζε στον ορίζοντα, κι ένας χωματόδρομος αεροδρόμιο, σαν εκείνον που έπαιζαν τζάνες με σπασμένα μάρμαρα, Ιούλιος, τα σχολεία κλειστά, χώμα κι αλητεία.
Όμως τελευταίως- κι αφού έπινε επίμονα μέχρι να λιποθυμήσει- σε κάθε γωνιά του ονείρου, ξεχύνονταν οι δαίμονες της κάθε σκατομέρας. Έτσι ενώ βάδιζε αμέριμνος, από τον ίδιο δρόμο διέρχονταν, το ασθενοφόρο που έφερνε πίσω τον πατέρα μετά την επέμβαση στο ισχίο με αναμμένη σειρήνα, ένα όρνεο σακατεμένο από φουρνέλο της Πειραϊκής κουτσαίνοντας, κι ένα παιδάκι με κόκκινο ζιπούνι, βρεγμένο με θάλασσα. Όλοι τους τυφλοί και το ασθενοφόρο δίχως μπροστινά φανάρια. Ώρα μετά που περνούσαν, συνέχιζε η σειρήνα, και στον δρόμο ζωγραφίζονταν σημάδια απ’ τα λάστιχα, ενώ πάνω απ’ τα καλώδια της ΔΕΗ, ανοιγόταν μες στη νύχτα, μια κόκκινη γραμμή σα νυχιά. Το παιδί, πάντα νωπό, έμοιαζε να σέρνεται στην άκρη με ταχύτητα, αλλά το κορμί δεν άλλαζε θέση. Δεν είχε χώμα και αλητεία γι αυτό το άμοιρο. Στον Αη Γιώργη, ο αυτόχειρ φούρναρης του φούρνου επί της Γεναδίου στο νούμερο 7, διάβαζε δυνατά από τα μεγάφωνα, την επιστολή προς τη φουρνάρισσα. Που και που η φωνή του μικροφώνιζε: «- Κουράστηκα πια να ζυμώνω. Σε αφήνω. Όσα ζήσαμε ήταν νερό. Στο κομοδίνο έχω ένα σουγιά σε κοκάλινη θήκη, σπάστην και τρίψε τα κομμάτια στη μαγιά. Ζύμωσε δώδεκα πρόσφορα και με τη λάμα χάραξε: ΠΑΕΙ ΚΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ…κι όσοι προλάβουν, μοίρασέ τους, μα μην πάρεις λεφτά, για το συγχώριο. Κόλλυβα μην ψήσεις, το’ χω για κακό.» Ενώ διάβαζε, η μακαρίτισσα η μάνα του, ερχόταν σα χαλασμένη κούκλα, και τού ριχνε στους ώμους ένα πλεχτό, κόντευε χειμώνας και το κρύο δυνάμωνε. Η γυναίκα του δάγκωνε τα χείλια. Κόρνες ακούγονταν από επικείμενους γάμους, ανυπόμονες σαν τις γάτες στον οίστρο τους. Σκέφτηκε, αυτή η διαδοχή είναι η ζωή που συμβαίνει, όχι αυτή που ονειρευόμαστε, ούτε αυτή που μας υπόσχονται. Δυο τρία βιαστικά ορόσημα, και μετά η λήθη._

photo: εξώφυλλο της έκθεσης

(Mario Merz, Robert Morris, Barry Flanagan and Bruce Nauman)

Προσχέδιο/3. σατανάς

gm_35044401-web

Τα μεσάνυχτα φανερώθηκε μέσα από καπνούς να υπερίπταται πάνω από τον Άι Γιάννη. Κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα ματωμένο εγχειρίδιο. Πίσω του αχός και καταχνιά. Σκοτάδι και λαμπύριζε. Ακίνητος και πέταγε. Έκοβε τον αέρα λάμνοντας, νυχτερίδα γυαλισμένη στο αίμα του προβάτου. Αρετήηη, φώναζε… σε σκότωσα παλιοπουτάνα…Αρετήηη…Παγώνανε τα χόρτα απ’ την κραυγή και θρυμματίζονταν. Ξεμεριάζονταν οι αρούρηδες και τρύπωναν στα λαγούμια τους χεσμένοι. Αρετήηη… Δυό πιτσιρίκια πέτρωσαν στον τόπο σαν τον αντίκρισαν. Ο Λευτεράκης πρώτος, έπειτα ο Ανέστης. Κρέμασε το σαγόνι τους κι έχασκε σα σπηλιά. Στα πέδιλά τους συγκεντρώθηκε ζεστό κάτουρο, λιμνούλα. Στρίψανε επιτόπου κι αρχίσανε ξέφρενα να τρέχουνε προς το νεκροταφείο, γλιστρώντας και στραβοπατώντας σα κατσίκια…Κι ας πήγαινε καλιά της κι η Φωτεινή και τα γυμνά μεριά της και τα στήθια της, που παραφύλαγαν να τα χαζέψουνε απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο. Ετούτος ήταν σατανάς…

photo: Chris McCaw (American, born 1971)
Sunburned GSP #555 (San Francisco Bay)
2012
Gelatin silver paper negative
Image: 20.3 x 25.4 cm (8 x 10 in.)
Courtesy of Stephen Wirtz Gallery San Francisco
© Chris McCaw

Προσχέδιο/2. ένα χιονισμένο λιβάδι

exhi037209_web2

Ποιος ήτανε αυτός; τον ρωτάει η παπαδιά του. Η παπαδιά λουσμένη στο φως ενός λαμπατέρ, προσπαθεί να κεντήσει. Για ποιον τα φτιάχνει όλα αυτά τα κεντήματα; Δεν έχει καταλάβει, εικοσιπέντε χρόνια τώρα. Στέκεται και την παρατηρεί ξαφνιασμένος, σα να μην περίμενε να του γίνει μια τέτοια ερώτηση.

«-Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω. Ήρθε το πρωί, δεν άκουσες; Όλο το χωριό το συζητάει. Ήθελε να του αγιάσω τα θεμέλια.»

«- Δεν έχω δει αγιασμό νυχτιάτικα. Δεν μπορούσε να περιμένει το χάραμα, πριν τον όρθρο;»

«- Εδώ ήσουν, τον άκουσες.»

Την άφησε στη σάλα να μουρμουρίζει. Πήγε στην κρεβατοκάμαρα κι άρχισε να γδύνεται. Πρώτα το καλυμμαύκι, έπειτα το ράσο, τέλος τη φανέλα του και τη χοντρή τρίχινη σκελέα. Απέμεινε γυμνός να χαζεύει τις γκρίζες τρίχες της κοιλιάς του που χαμήλωναν γρήγορα προς τα αχαμνά του, σαν προέκταση της γενειάδας του. Ενώ ήξερε πως δεν είναι έτσι, προς στιγμήν είχε την εντύπωση ότι το πέος του φύτρωνε κατευθείαν από τη γενειάδα του. Του έριξε άλλη μια στοργική ματιά γεμάτη συμπόνια, και φόρεσε γρήγορα ένα φανελένιο σώβρακο. Μερικές φορές το κορμί του το σκεφτόταν σα φυλακή. Άλλες πάλι σα χιονισμένο λιβάδι…

painting: Peter Paul Rubens and workshop (Flemish 1577-1640)
The Apostle Paul
c. 1615
Oil on wood panel
105.6 х 74.0 cm
The State Hermitage Museum, St Petersburg (Inv. no. ГЭ-489)
Acquired before 1774

προσχέδιο/ 1. το καλύβι/ αγιασμός

mkg_whenwesharemorethanever_10_photographs_hofmeister-webΤα δυό πρώτα μερόνυχτα, έφτιαξε τις σκαλωσιές. Μάζεψε ξερόκορμους από τα ρέματα, τους έδεσε με τριχιές και τους κάρφωσε στους αρμούς μ’ ατσαλόπροκες. Πολλοί θυμόνταν αργότερα πως οι σκαλωσιές φαίνονταν πολύ πιο στέρεες από το σπίτι του. Έπειτα έχτισε έναν προθάλαμο σαν πρόναο με τσιμεντόλιθους χιαστί, διπλόφαρδο, επίσης αταίριαστο με το υπόλοιπο κτίσμα, σα χρηματοκιβώτιο. Τέλος άρχισε να σκάβει θεμέλια μισό μέτρο βάθος σε σχήμα ισόπλευρου τριγώνου. Μόλις τέλειωσε, ανέβηκε στον Αι Γιάννη και βρήκε τον παπά.«- Να ΄ρθείς να αγιάσεις» του είπε. Ο παπάς μήτε τον γνώριζε, μα μήτε και ήθελε να τον μάθει. Και τον φοβότανε και τον αψηφούσε ταυτόχρονα, αλλά περίεργος δεν ήταν. «-Θα ΄ρθώ παιδί μου» του είπε, «ίσαμε το χάραμα, θα ΄μαι εκεί.» «- Τώρα να ΄ρθείς. Να μη μείνει αδιάβαστο όλη νύχτα.» Σήκωσε τον παπά άρον άρον από το τραπέζι, αλλά έγινε το δικό του. Έκανε τον αγιασμό πριν καλά καλά σουρουπώσει. Ενώ ο παπάς ράντιζε με την αλαβούτα του, σταγόνες σπίθιζαν στον αέρα με το τελευταίο φως του ήλιου σα πορτοκαλανθοί κι οι πρώτες κουκουβάγιες ξεκινούσαν τον πνιχτό τους θρήνο. Στο «Δι΄ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…» άνοιξε το πανωφόρι του και χάραξε το σύμβολο του σταυρού, βιαστικά και κοφτά, στη μέσα τσέπη. Ο παπάς στην επιστροφή αισθανόταν τον ιδρό να τρέχει στη ραχοκοκαλιά του σα φίδι…Παρότι Νοέμβρης…

Πριν τα Χριστούγεννα, κι ενώ ο τόπος γυάλιζε σκαλισμένος στον πάγο και στο χιόνι σα σουρεαλιστικό γλυπτό, είχε τελειώσει. Οι τσιμεντόλιθοι έφτιαχναν ένα τέλειο ισόπλευρο τρίγωνο με πλευρά γύρω στα έξι μέτρα. Από τη δυτική πλευρά το φως ξεγελούσε το μάτι κι έδινε την εντύπωση πως οι τοίχοι έφτιαχναν παραλληλόγραμμο. Αν το κοιτούσες όμως από την πλαγιά, δυό τρία επίπεδα κάτω,  ήταν ξεκάθαρο πως επρόκειτο για τρίγωνο. Στη μια κορυφή του, εφαπτομενικά, είχε χτίσει έναν κύβο με φάρδος περίπου το ήμισυ των πλευρών του τριγώνου.  Στο χειμωνιάτικο ουρανό, νοτισμένο σα βρεγμένο πανί, τριγύριζαν σταυραετοί σε προσεκτικές ελλειπτικές τροχιές. Βουτούσαν χαμηλά μαζεύοντας τις φτερούγες κι έπειτα άνοιγαν δυό απλωτές κι εκσφενδονίζονταν μες στα σύννεφα σαν πυρωμένα σουβλιά.  Που και που ξέκριναν στο χιόνι κανένα αρουραίο και εφορμούσαν. Δεν το σκότωναν. Το γράπωναν με τα νύχια τους και ανοίγονταν για τη φωλιά τους. Να μη δούνε άλλα μάτια το αναγκαίο φονικό.

photo: Theodor und Oscar Hofmeister
Postcards
1910s and 1920s
Silver gelatine prints
14.8 x 10.6 cm
3 Intaglio prints
14 x 8.9 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg

Αγία Ηδύμελη / μια θρησκεία

  

image

Ήταν μια μοναδική είσοδος με χόρτο παλιό μπρος απ’ το σπήλαιο, σ´αυτήν στήθηκε ανακούρκουδος να την φυλάει, να σημαδεύει με τη σφεντόνα ότι σερνόταν, να της σταθεί, ανάχωμα και προμαχώνας και καντήλι. Διότι ουδείς αθάνατος, και αυτό το κίτρινο χόρτο της έτσι διαβαζόταν: αν κάποτε ξεχείλισε χυμούς και έρωτα, τώρα προσκύνούσε κι αυτή το χρόνο, με τριγμούς στους μίσχους και αρθριτικά, άρα τον είχε ανάγκη. Θα την εβάφτιζε Αγία Ηδύμελη. Θα την προστάτευε και θα τη σεβόταν έως εσχάτων. Και τα δάκρυά της θα τα φόραγε, σα γεμιστήρες. Κι ας του σκέκονταν στο λαιμό με το ίχνος της δρακόμυγας. Αν ήταν δικά της ή δάνεια, δεν ήθελε να το ξέρει. Φοβόταν πως οι γήινες ηδονές της, ίσως επιμόλυναν την αντίδραση του δέρματός του στο συλλογικό πρόταγμα ενός ολόκληρου λαού, που αν και μεγάλωσε σαν γεωσκώληκας, βαθιά επιθυμούσε ανάταση και αγνότητα. Για αυτό θα τους επέτρεπε να έρχονται, να προσκυνούν, και στις μεγάλες εορτές, να της φιλούν τα πόδια. Όμως να μην τα αγγίζουν, να μην τα χαϊδεύουν. Μόνο με την άκρη των χειλιών.  Κι αυτό θα ήταν αρκετό για να αναληφθούν. 

photo: Capt. Horatio Ross (British, 1801-1886)
[Dead stag in a sling]
c. 1850s – 1860s
Albumen silver print
27.9 x 33.2 cm
The J. Paul Getty Museum, Los Angeles

Αναρτήθηκε από το WordPress για το Android