μετείκασμα

tumblr_ngmkou8nfv1u4v8alo2_1280 (1)

Κάποιες φορές που μαζεύει ο καιρός και λες,
να το προφτάσω κι αυτό
να το χωρέσω,
μετριούνται οι ματαιότητες σβησμένα μνήματα,
και το απογευματινό θάμπος
ανακινεί, το μωβ της νύχτας,
ένα σπουργίτι θερμόαιμο γίνεται η ψυχή
απέναντι στου θανάτου το φίδι,
κι εκείνη,
μια επιφυλλίδα των ετών
στου ματιού το μετείκασμα,
στο βορεινό δωμάτιο
ακόμη συγυρίζει,
κι από το χολ ακούγεται
ο ελλειπτικός της,
αποφασιστικός βηματισμός.

πίνακας: Άλφονς Μαρία Μούχα – Γυναίκα στην ερημιά -(επίσης γνωστός ως Άστρο ή Σιβηρία)1923  -λάδι σε μουσαμά – 201.5 x 299.5 cm *

* αυτό που μου αρέσει ιδιαίτερα σε αυτόν τον πίνακα, είναι η αίσθηση της εγκατάλειψης στο μοιραίο του θανάτου (που θα φτάσει είτε λόγω της πείνας, είτε του κρύου, είτε των λύκων που καιροφυλακτούν στο λοφίσκο) κι αυτή η εγκατάλειψη μοιάζει να είναι ταυτόχρονα και απελπισία και ανακούφιση. Το άστρο καθόλου δεν μου δίνει την εντύπωση της ελπίδας, παρά προσθέτει ένα μεταφυσικό χαρακτήρα απαραίτητο (κάτι σαν μια δήλωση του τύπου: είμαι εδώ διαθέσιμο, για να μαζέψω την ψυχή σου, μόλις παραδοθείς)

http://www.muchafoundation.org/gallery/browse-works/object/248

Advertisements

Εγκιβωτισμός VII/ το ασυγχώρητο κενό

 

Ένα ασαφές μεσημέρι με ελάχιστο φως, αφουγκράζεσαι, τον κενό ήχο που παρήγαγες ως εδώ. Ένα τρόλεϋ υλικών στον αντίποδα, τρίζει δαιμονισμένα σαν πανηγυριώτικη ρόδα, από τον διάδρομο. Ο λαιμός  κατακόκκινος σαν το παλαιό κονιάκ, και τα μάτια κλειστά δεν συνεργάζονται. Όλα είναι νύχτες που πάνε κι έρχονται σαν τρένα κι αφήνουν μόνο λίγο φως στο ξημέρωμα.
Αυτό αναρωτιέσαι: έχει απομείνει χώρος -να-ζεις- μέσα σε αυτή τη θάλασσα κενότητας που υπήρξες;  Στο ζεστό καλοκαίρι που πια τελείωσε ανεπιστρεπτί, η κενότητα ήταν ένα ακόμη δέρμα, μια αύρα που αναριγούσε τα μύχια σύνορά σου με τους άλλους. Έτσι άφριζες σε αυτή τη θάλασσα, μια στροβιλώδης οντολογική δήλωση, μια εκκωφαντική παρένθεση.

Αδρανειακό παραδειγμα: Όσοι έρχονται να σε συναντήσουν,  και είναι γνωστοί κατά κάποιο τρόπο,  δεν θα μπορούσαν να σου είναι περισσότερο άγνωστοι. Και πάλι τα όρια, που είναι το υγιές περίβλημα, ξεγελούν το μάτι. Πόσα όρια μπορείς να υπερβείς, μια συνθήκη διαβίωσης,  ένα πολυγραφημένο δαντικό συμβόλαιο;  Η αποστασιοποίηση από τη φιλία τους και τις αγκαλιές και τα δάκρυα, ενώ είναι μια κοφτερή και επιτακτική συνθήκη, μια στιβαρή επιλογή ανδρισμού, δεν παύει να τρέχει στη ραχοκοκαλιά σου σαν παγωμένο νερό. Αυτή η σύγκρουση είναι πλέον η πικρή συνείδηση του κενού που αντρώθηκε. Δεν επιλέγεις το συναίσθημα αλλά τη γλαφυρή φαινομενολογία του. Έτσι οι συμπεριφορές είναι αυλαίες που ανοιγοκλείνουν με ρυθμό, δίχως να αποκαλύπτουν κάποια παράσταση. Αυτές οι ίδιες γίνονται η παράσταση.

Ιστοριογραφικό παράδειγμα: Σε μια γιορτή ονομαστική, τέλη Μάη, είχατε βρεθεί σε επίσκεψη με την κόρη της δασκάλας σου στην Πέμπτη. Που είχε το ίδιο στήθος με τη μητέρα της σε δυνητική εξάπλωση, γεγονός που σου επέτρεπε να γνωρίζεις μια μελλοντική εκδοχή του πόθου σου, ενώ πραγματοποιούσες το παρόν φορώντας το προσωρινό φτέρωμά της στιγμής. Ένα στήθος ταπεινό που υπόσχεται το μεγαλείο της υπερπαραγωγής, ενώ είσαι έφηβος,  και απόλυτα ορμονικά μαστουρωμένος, έρχεται και φεύγει με την αύρα της θάλασσας, περιοδικά κάθε περίπου είκοσι δευτερόλεπτα. Το αυτό επαναλαμβάνεται και τώρα, με ένα απομονωμένο στήθος πια, διότι δεν θυμάσαι το πρόσωπο ούτε της δασκάλας ούτε της κόρης της.  Σε λίγο δε θα θυμάσαι ούτε το δικό σου. Όμως εκείνο το στήθος συνεχίζει αυθύπαρκτο έπειτα από τόσα χρόνια, το μακρύ ταξίδι της ηδονής και της υπόσχεσης. Πως είναι δυνατόν το κενό να χωράει κάτι τέτοια πράγματα; Ο πόθος και η θέληση,  ο έρωτας, οι μηχανισμοί των οργασμών,  όλα αυτά δεν ανήκουν. Ζουν την αέναη ζωή των φωτονίων και του σύμπαντος, επιστρέφουν σαν κομήτες περιοδικά, κλέβουν βαρύτητα από τη γειτονιά και τροχιοδρομούν εγωιστικά. Είναι τα μεγαλύτερα τσογλάνια του εμπειρικού γίγνεσθαι. Και σε αφήνουν να διαχειρίζεσαι μόνος σου, το όψιμο κενό σου. Έτσι αποφεύγουν το θάνατο, μα ακόμη καλύτερα, τον ίδιο το φόβο του θανάτου.

photo: Josef Koudelka
Czechoslovakia
1968
Gelatin silver, early print
© Josef Koudelka / Magnum Photos

 

παγίδα/ συλλογή «Η πτήση και το χιόνι»

image

άχρονος και μόνος και δασύς/
να ζω μες στο καλέμι /
και να μιλώ στο μάρμαρο/
-κι ας τρέμω να μη σκίσει-
να μην χωράω στη ζωή/
και όλο να γυρίζω/
μα σαν γυρίζω/
να τεντώνονται τα πέλαγα
για να τυλίξουν τ’ άστρα/
κι όλο να σταφιδιάζω/
κι η μάνα μου –όπου τη βρω-
να μη με συμπονάει
που γέρασα το μανάρι της
μέσα στα μικρο-νειάτα/

photo: Frederico Cãmara
Sydney Sealife Aquarium, Sydney, Australia
2014
From the series Views of Paradise
Pigment ink-jet print
150.0 cm x 120.0 cm

Αναρτήθηκε από το WordPress για το Android

θαλασσοσπηλιά

mirror

Λέω μάνα,

στα χρόνια αυτά που ήρθανε,

-των έρημων ωρών τα χρόνια-

η ζέστη σας έγινε θαλασσοσπηλιά,

λίγο πιο άσπρη απ’ τα σβησμένα μάτια,

λίγο πιο μπλε απ’ τα πλακούντια υγρά,

με έπινε και την έπινα στην κορυφή της μέρας,

βαρκούλα του θανάτου,

καράβι της ιερής αφής,

σαπούνι χτενισμένο,

στου λύκου το ημίπαλτο,

κι αν ξόδεψα όσα δίφραγκα ξέθαβα απ’ τις τσέπες,

όταν ανάβατε φωτιές στις κάτασπρες αυλές

-όπου λειψό το χιόνι-

σκέπαζε το κρεβάτι μας το χάδι αυτό

(της θερινής μας θλίψης)

κι άλλαζε ο ρους στα χαμηλά

με πέταλα κι ασπράδια,

την ευθεία ζωή πληγώνοντας

είτε με νύχια/

είτε με ποιήματα/

Έλεγα.

Όπως από μικρός στο παραμύθι της πτήσης ταϊζόμουν,

για τούτο να πειστώ:

πως αν πετούσε αυτός ο αητός/

θα ήτανε αυτάρκης,

ωχρός μα άτμητος,

ωσάν ωραίος νέος,

άγγελος παγωμένος,

λάτρης των νεφών

και ρέκτης ηφαιστείων/

Κρίμα που πνίγηκε προτού,

να μάθει και κολύμπι.

nimbus-daspremont-web

εικόνες: α. Αντρέι Ταρκόφσκι – 1975 – Ο καθρέφτης – 

β. Berndnaut Smilde – 2012 – Nimbus D’Aspremont (Digital C-type print mounted on diabond, 75 x 110                      cm, Courtesy the artist and Ronchini Gallery, London)