πεθαμένα εξάρχεια

a_LIFO_Asimos_3.jpg
στο πρόσωπο ένα ξυράφι/
στο στήθος οι τριβές/
και όπως ντύνεται ένα ποίημα – από την απέχθεια για τον άνθρωπο –
με δέρμα ανθρώπου/
κι ο χρόνος μας δέρνει ως να καταλήξουμε,
αυτό ρωτάω:
πού θα κατέληγες
αν είχα τα μάτια σου
όταν σε έπινα;
Είσαι η ίδια;
Έντρομη συνενοχή
στους ναούς των αστέγων,
ή ξινή αντιμετάθεση
στης ζωής τα δόντια;
Εδώ που τερματίσαμε,
ποντικάκια σε πρόβα λεόντων,
ότι μας συμβαίνει είναι δανεικό
(ή δανεισμένο)
Κι αν ο ήλιος ανάβει ή σβήνει σαν χαλασμένη ασφάλεια/
σταθερά/
επειδή εμείς έχουμε σπίτια/
κλειστά – ανοιχτά
τα χαμόγελά τους παραμένουν πεθαμένα/
Στο στομάχι αντιόξινα
να φύγει η αηδία/
Τα Εξάρχεια
πεθαμένα κι αυτά/

Advertisements

εμιγκρέδες ΙΙ/ η λάγνα επίσκεψη

Αν δεν αντέχεται η ζωή,
το φως μιας λάμπας/
το θερμό της φως
-λέει ο Μρόζεκ-
υποκινεί την αμήχανη θλίψη
του δυνητικού αυτόχειρα/
έτσι όταν συνέρχεται,
ένας ολόκληρος πολιτισμός
(του Τόμας Άλβα Έντισον)
προελαύνει για λίγο
στις αρθρώσεις,
προτού το κορμί του κρυώσει/
Όμως αυτή ακριβώς η γλύκα της διείσδυσης,
είχε τον ήλιο τον άφαντο,
μια κουβέντα νεοσσών Απρίλη στο ξέφωτο,
και τα δροσερά μπούτια της πατρίδας του,
ενώ,
παρότι άπλυτος και βουνίσιος,
πασάλειβε το άρμα της λεύκας της,
στον σακάτικο μηρό του
για ένα τέταρτο/
Γι’ αυτό θα κοιμηθεί εδώ
για λίγο ακόμη,
πάνω σ’ αυτό το σύννεφο/
μοιάζει δεν μοιάζει η ζωή με θάνατο/
Με το κυτταρικό του αποτύπωμα,
-όσο κι αν βρώμικο-
ας ασχοληθεί η επιστήμη/

photo: Otto Umbehr, γνωστός και ως Umbo – Tanja και Willi, 1927 (C) Collection Centre Pompidou. B W, Divanjaponais, Art, 1927

τα αδέρφια Σταύρου

three-young-men-paying-homage-to-elvis-on-the-13th-anniversary-of-elvis-death-elvis-memorial-melbourne-1990-web.jpg
Θυμάμαι τα αδέρφια Σταύρου/

-νεκρά από χρόνια-

τα μάτια τους που ήταν φωλιές πουλιών

στο αφήλιο τους,

και τα σκληρά τους κόκαλα,

λευκά πως άστραφταν εντός τους.

Κι όμως χαρήκαμε που εξαφανίστηκαν/

μια πούδρα γλυκιά,

κόκκινη πάπρικα τους εξαΰλωσε ενέσιμους στα πολυβολεία,

και τα λεπτά χαμόγελα που ήταν σφιχτά σαν όστρακα,

δίχως δόντια,

έπεσαν με τον βοριά/

Και που εράσθηκαν,

στο κομμένο χόρτο συναυτουργοί,

ξεχάστηκε γρήγορα,

το εφηβικό τους λάσο,

ανίερες δαμάλες που αιωρούνταν στον οίστρο τους,

απ’ του φαλλού τους τον κρίκο,

οι καμμένοι τους βόστρυχοι/

όμως όσα ήταν να φέρουν,

έφεραν/

τρίμματα γέλιου και ηδονών

αλλά ως εκεί/

Αυτονόητα

-παρότι νωρίς-

η ψυχή τους απήχθη

απ’ τον ανήκεστο χρόνο,

ολοκληρώνοντας.  

Ποιος τον χρειάζεται τον φλύαρο έρωτα και το έκπαγλο κάλλος;

Μονάχα η μάνα τους,

στρώνει και ξεστρώνει ακόμη τα σκεπάσματα/

και ξεφορτώνει κάθε πρωί,

τις πέτρες απ’ τα μαξιλάρια.

 

photo: Polixeni Papapetrou
Three young men paying homage to Elvis on the 13th anniversary of Elvis’ death, Elvis Memorial Melbourne
1990
Selenium toned gelatin silver photograph
40.7 x 40.7 cm
Courtesy of the artist and Nellie Castan Gallery, Melbourne and Stills Gallery, Sydney