Σταχινά

Σούρουπο ήτανε κι ενώ μπουμπούνιζε προς τα Σταχινά κι άστραφτε το φως αγαθό μες στη μαύρη αντάρα, ήρθε ένα ανεμοστρόβιλος με βουή, και του γύρισε το χώμα στις τριανταφυλλιές. Του ‘φερε και σταγόνες και μια αποφορά από σβουνιές και κάτουρα για αυτό και γύρισε το κεφάλι από την άλλη. Την είδε πάλι, πάνω από τα καλαμπόκια, φούσκωνε κι άπλωνε στο βοριά, σαν ξεσκισμένο σεντόνι, ενώ βαστούσε με το ζερβό το αφάλι της, εκεί που φύτρωνε το πεθαμένο σαν μελισσόχορτο. Μα έκανε πως δεν την είδε.  -Γεράσιμε, του έλεγε, Γεράσιμε, γιατί δε μου μιλάς;  Έπιασε να ανοιγοκλείνει το στόμα κι έκανε πως της μιλάει, μα δίχως ήχο. Τον πήρε εκείνη στο κατόπι, ενώ έστριβε προς το σταβλάκι τρέχοντας, σα να ήτανε οι δαμάλες σειρήνες και τον μάγευαν με μουγκανητά. Μα μόλις έφτασε στο δίθυρο κι έκανε να μπει, ξάφνου κοντοστάθηκε και την άφησε να προσπεράσει και να χωθεί  πρώτη σαν αέρας, μέσα στο σανό. Αμέσως την κλειδαμπάρωσε και πήρε και το κλειδί απ’ το λουκέτο. Από πίσω έχωσε κι ένα στειλιάρι, ολόκληρο κορμό. Χάιδεψε το μουστάκι ευχαριστημένος μέχρι που μισογέλασε, ένας λυγμός που πήγε να του βγει, καταπνίγει. Και κατευθύνθηκε προς το σπίτι,  φορτώνοντας κούτσουρα και ξερά, για  να ανάψει φωτιά για τα ορφανά.  Μόνο αργότερα, που θα μύριζε το έμβρυο το γάλα απ’ τα γελάδια και θα άρχιζε να κραίνει, δε θα άντεχε. Ήτανε πεινασμένο το δόλιο. Θα ντυνόταν βαριά, θα τυλιγόταν με χράμια, κι ας δάγκωνε έξω ο χιονιάς, μα θα άφηνε την κάμαρα και θα πήγαινε στο στάβλο να την κουβεντιάσει. Να τη βάλει να το θηλάσει από βυζί, να μη ζηλεύει το γελαδίσιο. Έτσι τον έβρισκε κάθε χάραμα. Σα μαγκούρα από αγριελιά, που τη βάρεσε αστροπελέκι.

photo: Ralph Eugene Meatyard, «Untitled,» 1960. Gelatin silver print, 7.5 x 8 inches. Guy Davenport collection, Harry Ransom Center. © The Estate of Ralph Eugene Meatyard

 

 

Advertisements

Δώδεκα αντάρτες – Αγία Ευθυμία

[…] Σε κείνες τις πλαγιές, την άνοιξη του ’44, ανήμερα Μεγάλη Τρίτη, κι αφού πιάστηκαν σε ενέδρα μαζί με τα μουλάρια τους και τον οπλισμό, συν ένα γκαζοζέν με ξύλινη καρότσα,  δώδεκα αντάρτες ΕΛΑΣίτες από 16 ως 19 χρονών, σφαγιάστηκαν ως ερίφια στο γόνα, από μια χούφτα κατσαπλιάδες του 5/42, ως αντίποινα για την εκτέλεση του Ψαρρού από τον Άρη. Το αίμα τους σκορπίστηκε στον άνεμο και περιέλουσε τις κάρες των προβάτων της παραπλήσιας στάνης του ΝικοΠλιά. Η κυρά του Αρχοντούλα Πλιά το γένος Καμπούρη, ξέπλενε μέρες το αίμα με αλισίβα από την Καρφή, μια χρονιάρα προβατίνα, που τη βύζαινε η ίδια γαλατόμελο με το μπουκάλι ως να θεριέψει, επειδή γεννήθηκε μισιακή. Ενώ ξέπλενε και μουρμούραγε ένα ξόρκι δυνατά, διότι φτηνά την γλίτωσαν και δεν τους έκοψαν οι φονιάδες, ούτε αυτούς, ούτε κανένα ζωντανό από τη στάνη, όλα τα σερνικά πρόβατα, άρχισαν να καβαλιούνται αναμεταξύ τους. Τα κέρατα τρίβονταν και έβγαζαν φωτιές κι έναν ήχο φρικτό. Ξημερώματα Μεγάλης Τετάρτης, δώδεκα παπαρούνες μέσα από την καταματωμένη λάσπη και το σπέρμα, ξεπρόβαλλαν στο διπλανό παραχώραφο.

(Από το αίμα αυτό, κι άλλο ποτάμια ολάκερα, που έτρεξε στο πρώτο και στο δεύτερο αντάρτικο,  το χώμα και οι σκώληκες, παραμέρισαν με τα χρόνια τον σίδηρο και τα ιχνοστοιχεία κι άφησαν τη στυφή αρχοντική επίγευση, το δώρο τη ζωής που είναι και δώρο της αμπέλου και των τυρφωδών προσχώσεων, στη ρεματιά του ορυχείου Βωξίτη κι ως ψηλά, στην Αγία Ευθυμία, γενέτειρα του Σκαρίμπα και του Αστραπόγιαννου. Για τούτο το χωριό, φημίζεται για το πορφυρό του Μοσχοφίλερο)

φωτο: Κώστας Μπαλάφας

Ειδύλλιο του αιώνιου χρόνου

image

Μόλις διαλύθηκες μες στο λευκό της σώμα,
οι κόρες των ματιών σου
σαν ήλιοι εξερράγησαν/
εκείνη σε αγκάλιασε τόσο τρυφερά,
που το δέρμα σου κλαίει από τότε στην ανάμνησή της/
ωστόσο το φεγγάρι, εκεί ήταν και φώτιζε/
Όλο αυτό το φως ρωτήθηκε για το χρησμό, και είπε:
-θα είσαι πάντα κεντημένος μες στο χάδι της/
θα αγαπάς ότι αγαπά:
νερό, φεγγάρι, σιωπή και νύχτα,
και την απέραντη ασημένια θάλασσα,
κι οι μέρες θα χαράζουν ατέρμονες ροές συνείδησης και πλεύσης/
ένα ποτάμι κυκλικού διαλογισμού/
και μια ασπίδα εκούσιας τυφλότητας/
Στο δωμάτιο αυτό θα ανάβει ένα κερί/
(της θλίψης που κανάκευε τους ώμους/
στην γαλάζια τους γύμνια)
τέλος,
το μέρος που δε θα είστε,
ας μείνει εκτός/
ακόμη κι ο ίδιος ο θάνατος,
ας το τυλίγει ατελείωτος/
αρκεί που μακριά του οι βάτραχοι/
θα χαίρονται των μυών τους την ανάταση/
και οι πέστροφες το φθινοπωρινό σεργιάνι/

photo: Walker Evans
Couple at Coney Island, New York
1928
Gelatin silver print
8 x 5 13/16 inches
The Metropolitan Museum of Art, New York, Ford Motor Company Collection. Gift of Ford Motor Company and John C. Waddell, 1987

Αναρτήθηκε από το WordPress για το Android