η θλιβερή αγκαλιά

 

nadar_newspaper-le-figaro_web.jpg

Δεν είναι άσχημες μέρες

ετούτες που διανύουμε/

σεβάσμιοι γέροντες

διαπιστώνοντας τη φθορά/

αυτοερωτικοί,

έτσι που

κλειδώνουμε τα χέρια,

στο βάθος της ύπαρξης/

κι όλη αυτήν τη ροή του τέλους,

εμμονικά/

-ως ένα εισιτήριο ενσυναίσθησης-

την κατακρημνίζουμε αιχμηρά,

στα ολοστρόγγυλα

ρυάκια της αυτοαναφοράς της/

τα άλλα κορμιά που αγκαλιάζουμε

-άλλοτε ερωτικά, άλλοτε φιλικά-

είναι απλά

εικονικά τριαντάφυλλα,

που αιμορραγούν

ακαλαίσθητη αγάπη/

(αγάπη πάντως)

 

photo: Paul Nadar (French, 1856-1939)
Interview with Georges Ernest Jean Marie Boulanger
1889
Le Figaro, 23 November 1889
Photomechanical reproduction
George Eastman Museum, gift of Eastman Kodak Company; ex-collection Gabriel Cromer

 

Advertisements

η λαχτάρα των θάμνων να ονειρεύονται τα δέντρα

bourke-white-at-the-time-of-the-louisville-flood-web

στη σύλληψη της ποίησης εν στάσει/
στην αφή των στίχων με τα δάχτυλα/
η αιώνια έκταση,
συμπιέζει την αδιάστατη στιγμή,
με μικρές αποδραστικές αυταπάτες/
το σάλιο της,
διώρυγα
τεντωμένων κλαδιών προς τα νέφη,
κι όμως τα χαμηλά σπαρτά
αντηχούν την ηδονή
των κορμιών που φιλοξένησαν/
την προηγούμενη κρύα νύχτα/
ίσως και μερικά σημεία
φωτιάς,
που σιγοκαίνε ακόμη στις ρίζες/
νεαροί δεντρικοί δορυφόροι να φυτρώνουν ανάποδα,
μια αντιστροφή κοινωνιολογίας του πλήθους,
εν τω γεννάσθαι/

photoMargaret Bourke-White (American, 1904-1971)
At the Time of the Louisville Flood
1937
Gelatin silver print
George Eastman Museum

η αισθητική του ύπνου

image

                    Ι
σε ένα παράλληλο έκδοχο της αναπόφευκτης ζωής,
το εικαστικό παράθυρο ενός ονείρου,
υπερέβη τη χρήση:
τα ρούχα γίναν σύνορα
-έτσι θλιβερά που εγκαταλείπονταν 
προς τον κίτρινο ουρανό-
δίχως άγκυρες κορμιών
ή δακρύων,
στις πιο σημαντικές στιγμές τους/
κι όση δίψα,
κι όση πείνα,
από όλα τα αλεξίσφαιρα χρόνια/
όση αγωνία/
να συντηρηθεί η περιούσια ουδετερότητα,
η εκφορά των θαυμάτων κατάντησε/
ένα αχόρταγο κοράκι που τσιμπολογάει το ήπαρ μας, 
ή μια νύχτα με ανεμοβρόχι που
τα χέρια της μάνας σε σκεπάζουν,
φτερά παγονιού περισσότερο/
παρά οχυρώματα
του κρύου.
                   ΙΙ
σε αυτόν τον αγώνα
με ερυθρές στρουθοκαμήλους,
την ερμητική μοναξιά της τροχιάς
των άλμπατρος/
πάνω απ’ τις ταράτσες της Καισαριανής
με τα αγριοπερίστερα,
και την αγωνία του σκότους, να μη διακορευτεί από το φως/
το μέταλλο θώρακος
των κατάμαυρων πόντων,
βρήκε μια κοίλη ανάπαυση
σε έναν σπειροειδή γαλαξία/
-αυτά για τα πετεινά
και τα άστρα-
όλοι οι υπόλοιποι
γονυπετείς,
ένθεοι και άθεοι/
απομείναμε ικέτες 
του ελεήμονος βοριά,
που θα καθαρίσει ανώδυνα,
την επιδράμουσα σκόνη/

photo:
Edward S. Curtis (1868 – 1952)
Watching the Dancers
1906
Photogravure
Courtesy of the Christopher G. Cardozo Collection

όσο κι αν διστάζουμε

darget-thought-eagle-web

ξέρω πως έχουμε χαθεί/
και πως η αγάπη είναι ένα άγριο άλογο
που δεν περιμένει να γεράσει,
για να ξεψυχήσει/
όμως που και που συναντιόμαστε
στα φώτα των πλοίων
βαθύ Αύγουστο/
κάποιο βράδυ που το δέρμα μας αλλάζει,
μα οι ρηχές μας ώρες
δεν πυκνώνουν μόνο απ’ έξω/
κάθε που συμβαίνει
ένα πέρασμα μινόρε
σε τραγούδια που τραγουδήσαμε
είτε αγκαλιασμένοι
είτε στις πορείες/
κι όσο κι αν,
τυφλοί από ζωή,
διστάζουμε,
ένα φιλί που αλλάζει χρώματα
μες στο σκοτάδι,
στερεώνεται/
και μας πάει ως το άλλο όνειρο
με τα μάτια κλειστά/

 

photo: Louis Darget
Fluidic Thought-Image Photography
1896