Η συνείδηση ΙΙ/ διάλογοι με το εκτοπλασματικό κορίτσι

[και πάλι, η ζωή που διαρκεί]

Η διάρκεια είναι μια έννοια δευτερογενής,
δίχως όρια
-λέει το εκτοπλασματικό κορίτσι-
υπόδουλη της γένεσης του χρόνου
και των ορισμών του.

Γι’ αυτό κάθε
εκδοχή του εγώ,
όσο αστραφτερή ή τιποτένια,
στη συνείδησή μας,
ή στην συνείδηση των άλλων,
υλοποιείται εξαντλητικά μες στο χρόνο,
σε ένα κύκλο διαστολής-συστολής,
μέχρι που συρρικνώνεται ξανά,
στην γενέθλια μήτρα/

Ζούμε πλήρως μια τέτοια ζωή με διάρκεια/
ενώ η μέτρησή της,
σε ανεξάρτητα ιδεατά σημεία ελέγχου,
δεν πραγματοποιείται ποτέ.

Και τι είναι η ζωή;
μια θυμέλη των ερειπωμένων θεάτρων,
μια θυμέλη του φαίνεσθαι.

Ενδημεί το ίδιο στη ζέστη
και στο κρύο,
αναπνέει σ’ αυτήν την αφηρημένη βροχή/
μα είναι μόνο μία εντύπωση/
κι όσα ζούμε με ήλιο ή με ξερό άνεμο ή με συντροφιές
ή με τόπους
αντλούνται και συλλαμβάνονται
περίπου σαν ένα στατικό,
ηχογραφημένο τραγούδι,
που δεν υπάρχει
αν δεν ακουστεί/

 

Photo: Michael Plitz.

Haus-Rucker-Co
Mind Expander
1967 Vienna
Epreuve gélatino-argentique

 

Advertisements

προσχέδιο/8. μέχρι το Πάσχα

Νύχτα Κυριακής. Το πρωί πήγε στην εκκλησιά κάθισε πίσω απ’ τα μανουάλια στον πρόναο. Τώρα που νύχτωσε ακόμα του φαίνεται ότι ανιχνεύει την τσίκνα των κεριών στα ρουθούνια του, την ευλογημένη τους σκοτεινή μυσταγωγία. Παίζει ένα παιγνίδι με τον άλλο… Στέκεται ακίνητος και τον παρατηρεί πόσο σιμά του θα φτάσει. Μερικές φορές αυτός φτάνει πιο γρήγορα. Του φαίνεται λαχανιασμένος. Άλλες φορές τον προλαβαίνει, και τον περιμένει πίσω από κάποιο χαγιάτι μες στο παχύ σκοτάδι. Άλλοτε ακούει τα βήματά του, άλλοτε πάλι όχι. Την αγαπάει τη συντροφιά του, αλλά και τη μισεί. Τον ενοχλεί να τον βλέπει να παίζει όλες εκείνες τις νεορομαντικές φλυαρίες, να γέρνει θεατρικά στο ένα πλευρό, να παφλάζει το κεφάλι του σαν το κύμα που προσπαθεί να βρέξει τους γλάρους, να υψώνει το δεξί σα μεθυσμένο ρόπτρο και να το τινάζει ξερά στα πλήκτρα, έπειτα να τα χαϊδεύει απαλά σα να ψαλιδίζει τίποτα χερουβείμ σε σχολική γιορτή σε γκοφρέ χαρτόνια. Τον ενοχλεί που σηκώνεται χαράματα και ψήνει τον καφέ απευθείας στη νυχτερινή θράκα χωρίς να αναδαυλίσει. Που σηκώνεται έξαλλος με την κύστη του έτοιμη να εκραγεί από το κάτουρο και τρέχει στο μέρος. Που στο βαθύ προϋπνιο του, πετάγεται από το ροχαλητό σαν αμαξοστοιχία που τροχοδρομεί στο σταθμό φρενάροντας. Αλλά όταν μετρήσει τα κομμάτια του κι εκείνος κρυφτεί, τα βρίσκει πάντοτε λειψά… Έτσι είναι…Πρέπει να τον δεχτεί. Να τον καθίζει στο τραπέζι του, να του γυρίζει που και που καμιά κουβέντα. Να μοιράζεται τη σκέψη του και καμιά φορά τον πόθο του και την αδημονή του. Με δυο λόγια μέχρι το Πάσχα, πρέπει να κάνει το κορόιδο. Μετά τα λέμε…

φωτο: Nickolas Muray – Portrait of Dancer Mikhail Mordkin, c.1924.

προσχέδιο/7. μάρμαρο

1010896_10151686247858874_373170022_n

…Όταν μπαίνει η αδελφή της στο δωμάτιο, ακολουθεί μια γραμμή που φυτεύει στα σπλάχνα του σπιτιού αυτός ο ήλιος. Έχει μόλις λουστεί κι ανεμίζει τα πυρά μαλλιά της μοιράζοντας, λεβάντα και πράσινο σαπούνι, σε κάθε βήμα. Την αγκαλιάζει απαλά γύρω από τους ώμους και της αφήνει ένα δροσερό φιλί στο λαιμό, αισθάνεται να την σαρώνει μια μητρική συναίσθηση, αρκετά κοντά στην ηλικία της και αρκετά μακριά από την αδελφική αγάπη. Είναι έτοιμη να κάνει δικά της παιδιά; Η Φωτεινούλα ακροβολίζεται απέναντι μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά.
« -Τι είναι καλό μου; Τέλειωσες; Ούτε με φώναξες να σε ξεπλύνω.»
«- Βρε είμαι ολόκληρη γυναίκα πια τι με περνάς; Για κοίτα…» Κι ελευθερώνει μέσα απ’ το μπουρνούζι της ένα βαρύ και μεστό στήθος σαν αναγεννησιακή κρήνη, με σκληρές ροζ θηλές. Ένα γλυπτό προμαχώνα καμωμένο από μυρωδάτο μάρμαρο.
«- Για σκεπάσου σε παρακαλώ που πήρες θάρρος και νομίζεις ότι έγινες γυναίκα! Έτσι είναι οι γυναίκες;»
Κι αρχίζει να τη γαργαλάει μέχρι τελικής πτώσεως. Ο παγωμένος βοριάς παγιδεύει τα γέλια τους και τα ολισθαίνει σε ολόκληρο το χωριό. Ακούει η Ελευθερία στο φούρνο του Μουζέλη και χαμογελάει. Ακούει ο Καμπούρης στο παντοπωλείο, ξαφνιάζεται και μετά καταλαβαίνει. Ακούει αυτός την ώρα που είναι έτοιμος να πατήσει μια σι ύφεση ελαττωμένης ενάτης. Αλλάζει τα δάχτυλα του αριστερού χεριού και φτιάχνει μια ελαττωμένης πέμπτης…

φωτο: Jindrich Hatlak – Nude, 1930s

προσχέδιο/6.γωνιά

968772_10151686314858874_458652099_n

Ο αντίλαλος ακουγόταν διάχυτος στον ξινό αέρα. Ασταμάτητα ανεβοκατέβαινε κλίμακες κοφτά, χωρίς κλαπέτο. Ενίοτε το γύριζε σε μαζούρκες και σπουδές. Όλο το χωριό ήταν χτισμένο στην ανωφέρεια ενός βράχου. Το νερό το χαράκωνε σα βούτυρο και το πότιζε σαν κυκλάμινο. Στα ριζά του βράχου, στην ευθεία κάτω από το δίπατο του Παναγόπουλου που δέσποζε στην κορφή, όπου μαζεύονταν πευκοβελόνες, ρετσίνια και η ξέπνοη ανοιξιάτικη γύρη, είχε χτίσει το γιατάκι του, σα με σάλιο, σα χελιδονοφωλιά.. Δεν τον ένοιαζε που μούλιαζε όλο το χειμώνα. Τον ενδιέφερε που δεν έφτανε ο άνεμος ως εκεί κάτω. Δεν άντεχε το σφύριγμα του σαν της καυλωμένης οχιάς…
φωτο: Elijah Gowin – Great Grandmother’s Bed, 1998, from the series Hymnal of Dreams

προσχέδιο/5. κοντά τα χέρια

942932_10151686331888874_1116213675_n

Το πιάνο το έσυρε πάνω σε μια πλατφόρμα μοναχός. Δε ζήτησε από κανένα βοήθεια, αλλά και κανείς δεν του πρόσφερε. Τα πιτσιρίκια τον χάζευαν σα σαστισμένα αετόπουλα, με το ράμφος μισάνοιχτο. Η Εριέττα την ώρα αυτή έπλεκε ένα καλάθι, γδάρθηκε και της χώθηκε μια σκλήθρα στον αντίχειρα, μα μόλις τον είδε απόμεινε βουβή. Ούτε να πονέσει δεν ήθελε. Τι ήταν; Το πρόσωπό του λιπόσαρκο χωρίς μάγουλα, γωνιώδες. Τα μαλλιά του άστραφταν στο ήλιο κατάμαυρα, απίθανα μακριά και στις άκρες μπούκλωναν σε αμέτρητους βοστρύχους. Φορούσε ένα άκαιρο μαύρο ημίπαλτο. Φορούσε ένα παντελόνι παραλλαγής και κοντές στρατιωτικές αρβύλες. Έφτασε στα ριζά του βράχου και απέθεσε το πιάνο με δυσκολία. Ξετύλιξε ένα μουσαμά που είχε περασμένο στην πλάτη του, το σκέπασε και μόλις το σιγούρεψε, γύρισε και τους έριξε ένα βλέμμα που έλεγε: Κοντά τα χέρια σας!. Έπειτα γύρισε και κατευθύνθηκε προς την αγορά και τα καφενεία.
φωτο: Sarah Lycksten – The watcher

το κενοτάφιο του ανέστιου χρόνου

 

Οι μέρες μας στη θάλασσα,
ευθείες αναφορές μιας
ακυβέρνητης απελπισίας/
κι όλα αυτά τα επικρεμάμενα σύννεφα,
ήδη σκάφη,
ήδη δάση κυνηγών,
που ερωτεύτηκαν τα ελάφια εν καιρώ πολέμου,
εν τέλει αποχρωματίζονται,
-κι ας καρπίζουν ακόμη μουσώνες
με την οσμή των αλατισμένων τζόγων-
τυφλοί ψυχοπομποί,
προς το κενοτάφιο του ανέστιου  χρόνου.
Εκεί εναποτίθεμαι,
σαν ένα έμβρυο,
ενθύμιο οργασμών,
κάθε νύχτα που επαναλαμβάνεται το έργο,
με την ελπίδα εναλλακτικού φινάλε.

photo: Harvey Stein (American, born 1941)
The Hug: Closed Eyes and Smile
1982
Digital, inkjet archival print
-33 x 48.3 cm
Collection of the artist
© Harvey Stein, 2011

η φωτογραφία στο κέντρο «Ποσειδώνας Μεγάρων»

 

image

Εκείνος πια, δεν μου κουβεντιάζει,
στα δωματιάκια του Ιατρικού που βρισκόμαστε στα όνειρα/
Είναι νωρίς το πρωί, 
κι ενώ αγωνίζομαι να παρκάρω
πάντα, μόλις φτάνω,
τελειώνει το φάρμακο,
και του βγάζουν τη φλέβα/
Κι ενώ η εικόνα του βουβή,
αποτραβιέται σα νερό προς το πηγάδι της λήθης,
εκείνο μου λείπει περισσότερο:
η δύναμη στα πνευμόνια
που ξεκούφαινε
τη μάνα μου, όταν τον άκουγε να σφυρίζει στον ύπνο της/
μήνες μετά που άλλαξε το σώμα του,
κι έγινε για πάντα,
η φωτογραφία
από κάποια βάφτιση στο
κέντρο «Ποσειδώνας Μεγάρων»/

photo: László Moholy-Nagy (American, b. Hungary, 1895-1946)
Massenpsychose (Mass Psychosis)
1927
Collage, pencil, and ink
George Eastman Museum, Purchased with funds provided by Eastman Kodak Company

προσχέδιο/4. η δασκάλα

971467_10151663834348874_1436904817_n

Τέσσερα μερόνυχτα αφότου τον είδε, δεν μπορεί να το βγάλει από την άκρη του μυαλού . Ούτε και των ματιών. Στιγμές στιγμές γυρίζει ξαφνιασμένη από τον αέρα του ή από τη σκιά του και διαπιστώνει πως είναι κάποιο αγριοπερίστερο η μια σβουριξιά παγωμένου αέρα που ξαφρίζει το χιόνι από τις λεύκες. Ποιος είναι; Τι είναι; Η μάνα της τής μιλάει κι είναι σα να μιλάει απ’ ένα ανάστροφο χωνί. Η Γιώτα της μιλάει και μοιάζει να την ακούει όπως όταν ήταν στο Τορόντο, και της εύχεται καλά Χριστούγεννα από το μαγνητικό του καφενείου. « -Εριέττα; Η Γιώτα από τον Καναδά είναι, μίλα…» Δώδεκα τηλέφωνα στο χωριό, το πρώτο μπήκε στο δικό τους νοικοκυριό. Τέσσερα ραδιόφωνα, το δικό τους το καλύτερο, Φίλιπς. Όλοι με γκαζόλαμπες, εκείνοι οι πρώτοι με γεννήτρια, άφηναν αναμμένους του πολυελαίους στη σάλα μέχρι της εννιά το καταχείμωνο. Αστραποβολούσε η δημοσιά και μάκραιναν οι πυγολαμπίδες, μιλιούνια τα κουνούπια το καλοκαίρι ως τις έντεκα. Μετά που πέθανε ο πατέρας της άρχισε να σβήνει τις λάμπες από νωρίς. Στην αρχή έσβηνε τις μισές, έπειτα δεν τις άναβε καθόλου. Τώρα μονάχα στο δωμάτιό της, ένα γυριστό λαμπατέρ από Φαγιάνς που της το είχε φέρει απ΄ το Παρίσι εκείνο τον καταραμένο Μάρτη…Έπειτα, όλοι είχαν τώρα πια ηλεκτρικό…Άκουσε ότι είναι μουσικός. Από πού; Δε θυμάται. Μάλλον πως τον άκουσε να παίζει και το συμπέρανε. Μάλλον πως τον είδε να σέρνει μόνος το πιάνο του και το ευχήθηκε. Θα μπορούσε να υπάρχει αυτή η φωτιά σε τούτο το μέρος; Ένας μουσικός; Το πρωί στο σχολείο βάζει τα παιδιά στη γραμμή, τα στοιχίζει, τι είναι όλα τούτα τα παιδιά και πως μαζεύτηκαν σα χελιδόνια κάτω απ’ τα λόγια της; Θα περάσει όλη της τη ζωή να αναρωτιέται αυτό ή το άλλο; Τα παιδιά τουρτουρίζουν στο προαύλιο σα προβατίνες μετά το άρμεγμα, χουχουλιάζουν τα χέρια τους, στα μάτια τους γυαλίζουν οι μεγάλες πόλεις που τα περιμένουν: Στουτγάρδη, Μόναχο, Τορόντο, Αστόρια, Αδελαϊδα, Μελβούρνη. Χαϊδεύουν τα σκαριφήματα στους παγκόσμιους Άτλαντες, και ήδη βαδίζουν στις λεωφόρους με ακριβά σκαρπίνια, πίνουν μαύρο τσάι σε γραφικά καφέ, οδηγούν γυαλιστερά αμερικάνικα αμάξια με χρωμιωμένους προφυλακτήρες. Τυλίγονται σε ακριβά κασμίρια κι αναπνέουν το ξένο χιόνι με απόλαυση. Το βράδυ ξεκουράζονται χαζεύοντας σ’ έγχρωμες τηλεοράσεις δροσερά ημίγυμνα κορίτσια γεμάτα στρας και παγιέτες και πούλιες κι αφράτη σάρκα. Τις Κυριακές προσεύχονται σε ορθόδοξες εκκλησιές, που είναι χτισμένες με δωρεές τους. Την τελευταία Παρασκευή κάθε μήνα αποστέλλουν εμβάσματα από τις Τράπεζες στη γριά μάνα τους και στις αδελφές τους. Ένα τακτοποιημένο εμιγκρέδικο ηλιακό σύστημα με δεκάδες πλανήτες που περιστρέφονται αργά γύρω από ένα σαρκοβόρο υπέρλαμπρο ήλιο…

 Προσχέδιο/4. Η δασκάλα

φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας, 1947

 

le temps perdu

image

Το βράδυ πάλι/
είδε το τρίχρονο με το σωσίβιο  και τον μανδύα φωτός,
που γελούσε κακαριστά
στον ξινό αέρα/
ροκάνες κροτάλιζαν,
η ανάσα του μύριζε μασημένο σπίρτο/
στα μάτια δύο κόγχες με μνήματα,
όπως στο πρώτο πρώτο όνειρο,
δώδεκα του Δεκέμβρη/
 
είπε:
-έφερα τον χρόνο που περίσσεψε/
θα τον κάνουμε γαλάζιο έρωτα,
θα τον κάνουμε γυναίκες με κόκκινα μαλλιά, 
που εγκαταλείφθηκαν να ανθοφορήσουν ηλιοτρόπια σε άλλα χέρια,
θα τον κάνουμε ταξίδια με το καΐκι,
που χάσαμε εκείνη την άσπρη μέρα/
με τους βράχους στην πλώρη 
και τον βρεγμένο καπνό/
θα ερωτευτούμε μια κοκάλλινη Harley, δίχως κράνος/
θα γεννήσουμε κι άλλα παιδιά,
θα αγαπήσουμε κι άλλους σκύλους…

ενώ βούλιαζε γοργά ως τη μέση στη μαύρη λασπη,
κι ο μανδύας άρχισε να σβήνει/

ποιός να τον πίστεψε; 

photo: John Pfahl (American, b. 1939)
Wave Theory I-V, Puna Coast, Hawaii, March 1978
1978
From the series Altered Landscapes
Chromogenic development (Ektacolor) process prints, 1993
George Eastman Museum, purchase