προσχέδιο/4. η δασκάλα

971467_10151663834348874_1436904817_n

Τέσσερα μερόνυχτα αφότου τον είδε, δεν μπορεί να το βγάλει από την άκρη του μυαλού . Ούτε και των ματιών. Στιγμές στιγμές γυρίζει ξαφνιασμένη από τον αέρα του ή από τη σκιά του και διαπιστώνει πως είναι κάποιο αγριοπερίστερο η μια σβουριξιά παγωμένου αέρα που ξαφρίζει το χιόνι από τις λεύκες. Ποιος είναι; Τι είναι; Η μάνα της τής μιλάει κι είναι σα να μιλάει απ’ ένα ανάστροφο χωνί. Η Γιώτα της μιλάει και μοιάζει να την ακούει όπως όταν ήταν στο Τορόντο, και της εύχεται καλά Χριστούγεννα από το μαγνητικό του καφενείου. « -Εριέττα; Η Γιώτα από τον Καναδά είναι, μίλα…» Δώδεκα τηλέφωνα στο χωριό, το πρώτο μπήκε στο δικό τους νοικοκυριό. Τέσσερα ραδιόφωνα, το δικό τους το καλύτερο, Φίλιπς. Όλοι με γκαζόλαμπες, εκείνοι οι πρώτοι με γεννήτρια, άφηναν αναμμένους του πολυελαίους στη σάλα μέχρι της εννιά το καταχείμωνο. Αστραποβολούσε η δημοσιά και μάκραιναν οι πυγολαμπίδες, μιλιούνια τα κουνούπια το καλοκαίρι ως τις έντεκα. Μετά που πέθανε ο πατέρας της άρχισε να σβήνει τις λάμπες από νωρίς. Στην αρχή έσβηνε τις μισές, έπειτα δεν τις άναβε καθόλου. Τώρα μονάχα στο δωμάτιό της, ένα γυριστό λαμπατέρ από Φαγιάνς που της το είχε φέρει απ΄ το Παρίσι εκείνο τον καταραμένο Μάρτη…Έπειτα, όλοι είχαν τώρα πια ηλεκτρικό…Άκουσε ότι είναι μουσικός. Από πού; Δε θυμάται. Μάλλον πως τον άκουσε να παίζει και το συμπέρανε. Μάλλον πως τον είδε να σέρνει μόνος το πιάνο του και το ευχήθηκε. Θα μπορούσε να υπάρχει αυτή η φωτιά σε τούτο το μέρος; Ένας μουσικός; Το πρωί στο σχολείο βάζει τα παιδιά στη γραμμή, τα στοιχίζει, τι είναι όλα τούτα τα παιδιά και πως μαζεύτηκαν σα χελιδόνια κάτω απ’ τα λόγια της; Θα περάσει όλη της τη ζωή να αναρωτιέται αυτό ή το άλλο; Τα παιδιά τουρτουρίζουν στο προαύλιο σα προβατίνες μετά το άρμεγμα, χουχουλιάζουν τα χέρια τους, στα μάτια τους γυαλίζουν οι μεγάλες πόλεις που τα περιμένουν: Στουτγάρδη, Μόναχο, Τορόντο, Αστόρια, Αδελαϊδα, Μελβούρνη. Χαϊδεύουν τα σκαριφήματα στους παγκόσμιους Άτλαντες, και ήδη βαδίζουν στις λεωφόρους με ακριβά σκαρπίνια, πίνουν μαύρο τσάι σε γραφικά καφέ, οδηγούν γυαλιστερά αμερικάνικα αμάξια με χρωμιωμένους προφυλακτήρες. Τυλίγονται σε ακριβά κασμίρια κι αναπνέουν το ξένο χιόνι με απόλαυση. Το βράδυ ξεκουράζονται χαζεύοντας σ’ έγχρωμες τηλεοράσεις δροσερά ημίγυμνα κορίτσια γεμάτα στρας και παγιέτες και πούλιες κι αφράτη σάρκα. Τις Κυριακές προσεύχονται σε ορθόδοξες εκκλησιές, που είναι χτισμένες με δωρεές τους. Την τελευταία Παρασκευή κάθε μήνα αποστέλλουν εμβάσματα από τις Τράπεζες στη γριά μάνα τους και στις αδελφές τους. Ένα τακτοποιημένο εμιγκρέδικο ηλιακό σύστημα με δεκάδες πλανήτες που περιστρέφονται αργά γύρω από ένα σαρκοβόρο υπέρλαμπρο ήλιο…

 Προσχέδιο/4. Η δασκάλα

φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας, 1947

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s