εγκιβωτισμός XII/ Γκόλεμ

Η σιωπή είναι μια παγίδα διήγησης. Στην ερμητική εναρκτήρια σιωπή της αυγής, στις μουδιασμένες πρώτες κινήσεις των φυτών και των ζώων, όπου οι λέξεις μαγκώνονται σκουριασμένες στη ροή τους, ένα καλοκαίρι  μετασχηματίζεται σε αρχαϊκό Γκόλεμ, ενώ τα δάχτυλά μου αποκτούν περιεχόμενο σαν αιμάτινα λουκάνικα. Όσες φράσεις εκκρεμούν, διαχέονται νηματοειδώς προς κάθε κατεύθυνση, με αγωνία να ακουσθούν, τα πρόσωπά τους τεντώνονται στα όρια του αραχνοειδούς βέλου. Ενώ ούτε ένας φθόγγος δεν αρθρώνεται, τη σιωπή σχίζουν οι εκκωφαντικές προτροπές των νοσοκόμων: να γυρίσω πλευρό, να ανοίξω περισσότερο το στόμα, να σηκώσω όσο μπορώ, τη λεκάνη.
Σε αυτή τη σιωπή, επικάθεται η γενεσιουργός μου τέφρα, απόρροια οδύνης και οντολογικής ενατένισης. Το γκόλεμ ανατριχιάζει και σκέφτεται τη φράση  «Από την τέφρα προέρχεσαι και στην τέφρα θα καταλήξεις», που ανήκει στον άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα και στο θεό του, ως μια συνθήκη ατελούς αυτοΰπαρξης, ως μια φιλοσοφική φράση που υπενθυμίζει το θάνατο (και της τελειότητας και της ατέλειας) σε κάποιο μεσαιωνικό πυρήνα πειραματικής μεταφυσικής.  Ξέρει πως τέτοιο είναι το πεπρωμένο του: να σωματοποιείται εμπειρικά ώστε να πραγματωθούν όλες οι τιμωρίες μιας λευκής κόλασης, σε ένα συμπαγές, καταραμένο corpus χειραγώγησης. Η κόλασή του οφείλει να είναι λευκή – σαν ένα καταληκτικό στάδιο του θερμοπυρωμένου χάλυβα -μια χιονισμένη μέρα όπου το φως δε συμμαζεύεται. Η κόλαση οφείλει να είναι η αλητεία του φωτός. Βλέπω να πορευόμαστε προς τη λαμπερή αλητεία συντροφιά με αυτό τον καινούργιο φίλο,  έναν λασπερό τζίντερμπρεντ μαν, που μου κρατάει το χέρι,  μου χαϊδεύει την κοιλιά, ή μου σκουπίζει τον ιδρώτα στο στήθος, ενώ η σιωπή καταλύεται και όλα τα κωδωνοστάσια ηχούν το Summertime in Prague. Στην Πράγα ξημερώνει μια λαμπρή Κυριακή των Ασωμάτων, κι από κείνο το παλιό τραγούδι της Πασπαλά, μένει μια πίκρα για τον καιρό που πέθανε – μαζί με τον πρώτο πρώτο έρωτα  – και η αδημονία του κορμιού που συνεχίζει να πεθαίνει.

photo: Σκηνή από το Sátántangó (1994) του Μπέλα Ταρρ

Advertisements

Εγκιβωτισμός XI/ Impostor

 

Σε μια σκηνή θεάτρου σας έβλεπα, σαν δυο κλειστές παλάμες με πλεγμένα τα δάχτυλα. Οι μάσκες σας, πρόσωπα ωχρά με σταθερή έκφραση, βυθίζονταν αργά σε ένα πλήθος χνουδωτά μαξιλάρια (έτσι είναι η λήθη.)

Ένα γυαλιστερό οτομοτρίς  ξεφύσαγε στην αυλή διασχίζοντας τη διαδρομή από τις λεμονιές ως στο υπόγειο, κι είχε στις ρόδες του αποκριάτικες σερπαντίνες. Έκανε φοβερό σαματά. Όλα τα βαγόνια του ήταν γεμάτα με βαρέλια μινιατούρες. Λάδι, κρασί και σπόρια από ρόδια. Μόνο του πήγαινε, σταθερά σε κύκλο, χωρίς μηχανοδηγό, και κάθε που τερμάτιζε ακουγόταν να σπάει ένα πιάτο.

Αυτός επέβλεπε, ενώ υποδυόταν τον γιο σας, στη βεράντα. Η δική του μάσκα, έπαιρνε ταυτόχρονα, όλες τις εκφράσεις, κι όλα τα χρώματα, σαν κάποιο πρόσωπο σε πίνακα του Μπέικον.

Όταν κούτσαινες, σε στήριζε από δεξιά. Όταν ίδρωνες σου έκανε αέρα με μια ισπανική βεντάλια. Ενώ ο μπαμπάς ήταν ξαπλωμένος και  κάπνιζε άφιλτρα Παπαστράτος, εσύ σκούπιζες πίσω από την πόρτα, κι εκείνος μαγείρευε μπριάμ στην κουζίνα. Η ευωδιά έφτανε στον φίκο και τον λύγιζε. Ίνες χρόνου μάτωναν τις αφράτες παλάμες του, μα το αίμα του δάκρυζε από τα μάτια μέσα στο ταψί. Στη συνέχεια ξεφούρνιζε και έβαζε τραπέζι.

Η μέρα έξω ήταν πάντα λευκή. Το κεφάλι σου στη μασχάλη του, χώραγε πάντα σαν μια κλειδαριά στον αφαλό της. Φύσαγε κι ένας εκνευριστικός νοτιάς. Μα σαν έπαιρνε το θάρρος να σε σηκώσει όρθια, κάπως τον μυριζόσουν, ένα τσακάλι σού φύτρωνε στο πρόσωπο κι ορμούσε να τον αρπάξει. Πάντα προλάβαινε και τραβιόταν. Μετά τον ξέχναγες.

Στιγμές στιγμές, ήταν σαν μια επίσκεψη σε κάποιο μουσείο (στο μουσείο της ζωής μου μαζί σας, όσο λίγο κι αν κράτησε.) Όπου ήμουν θεατής αντί για έκθεμα. Για αυτό τον ζήλεψα (παρότι τον είχε στείλει ο Χάρος να σας κοροϊδεύει.)

Το δεύτερο βράδυ έγινα σύννεφο κι άλλαξα με την ψυχή του. Τώρα όταν σε σηκώνω μου χαμογελάς και αναστενάζεις, σχεδόν όπως όταν είχες κορμί και σε τράβαγε η βαρύτητα. Το τσακάλι εξαφανίστηκε δια παντός. Ο μπαμπάς ροχαλίζει στο πλάι και μιλάει στον ύπνο του με τον Χοντρογιάννη. Το τρενάκι διαλύθηκε κι έγινε πάλι εκείνη η ρωγμή στο τσιμέντο, όπου φύτρωνε κανένα αγριόχορτο. Που και που κοιτάζεστε μειλίχιοι και βαθιά ευχαριστημένοι. Κι ούτε καν μια υποψία θανάτου δεν βαραίνει τις ψυχές σας. Γιατί ακόμη και του νεκρού ο φόβος, είναι ο ίδιος ο θάνατος.

 

photo: Oscar Muñoz
Ante la Imagen
2009
© Oscar Muñoz, courtesy of the artist and Mor charpentier gallery

πρωτοδημοσιεύτηκε στις Στάχτες του Στράτου Φουντούλη: http://staxtes.com/2003/?p=9716

 

Φιλιώ

fw_self-deceit-webΌλη μέρα ψάχνανε το κορίτσι, σπιθαμή προς σπιθαμή. Κατά την αναζήτηση, είχαν σιωπήσει και τα πουλιά και τα τριζόνια σε ολόκληρο το δάσος. Κάθε κλαράκι που έσπαζαν περπατώντας, ακουγόταν σα φουρνέλο. Κι οι ίδιοι κρατούσαν την ανάσα τους, ούτε το όνομα της φωνάζαν: Φιλιώ. Άλλος ψιθύριζε, κλέφτηκε! Άλλος, την πήραν οι αντάρτες! Μα τα ρούχα της ήταν απείραχτα στην κάμαρη, κι αντάρτικα τουφέκια είχαν να ακούσουν δυο μήνες. Προς το σούρουπο, κι ενώ το φως κιτρίνιζε όπως ο ήλιος χαμήλωνε, ένας πιτσιρικάς την είδε που στεκόταν στη Μότση δυτικά του Μύλου-εκεί όπου το ρέμα έφτιαχνε μια ρηχή λίμνη-κι έβαλε τις φωνές. Στη στιγμή έτρεξε η μάνα της με μια δρασκελιά, και την είδε που στεκόταν με την πλάτη στη νεροσυρμή, τα μαλλιά λυμένα και τα χέρια απλωμένα σε σταυρό, με το νυχτικό της κατάλευκο. Πίσω της σπίθιζε μια γαλάζια φλόγα, σαν καμινέτο οινοπνεύματος, κι όλη η φύση θόλωνε προς τη νύχτα αναφανδόν. Στο νερό επέπλεε μια μαύρη γλίτσα δυο πόντους πάχος.  Ως να την φτάσουν, εκείνη γονάτισε και ξάπλωσε. Εκεί τη βρήκαν, βιασμένη και δαρμένη μέχρι θανάτου, από τον Μένιο, γιό της Μαρίτσας, χήρας Λεωνίδα Κοτσιδάρα, ταγματάρχη του ΕΛΑΣ. Μα κείνη τη στιγμή κανείς δεν γνώριζε ακόμη ποιος ήταν ο φονιάς. Ένας θύλακας με λάσπη σαν σβουνιά κάπνιζε πλάι της, θυμιατήρι, και τα βρακιά της απλωμένα στις ασπρόπετρες. Απερίγραπτο τόσο κόκκινο πάνω στο τρυφερό δέρμα. Σα να την χτυπούσαν στους βράχους εξακολουθητικά, όλο το σώμα είχε σακατευτεί και μαλακώσει, λες κι ήταν ένα σακί με σπασμένα κόκαλα. Μόλις την αγκάλιασε η μάνα της λιποθυμώντας, είδαν το εκτόπλασμά της οι υπόλοιποι, που ανέβαινε κατακόρυφα σαν ρουκέτα, προς τη σπηλιά, ευχαριστημένο. Με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, έλαμψε κι ο σουγιάς του Μένιου, μέσα στο νερό, αιχμηρός και συμπαγής από καθαρό χάλυβα, μοναδικός και αδιαμφισβήτητος. Στη λαβή του έγραφε ανάγλυφα Union Pacific’s Spike Knife. Δώρο του παππού του από την Αμερική.

photo: Francesca Woodman
Self-deceit #1, Rome, Italy, 1978
© George and Betty Woodman

9 χαϊκού για το καλοκαίρι (5-7-5)

Ι
Είπε ο γλάρος:
γείρε τη φτερούγα σου,
σ’ αυτόν τον νοτιά/
ΙΙ
αργεί το κύμα,
μονάχο να φορτώσει,
όλον τον πόντο/
ΙΙΙ
το καλοκαίρι,
όπου και αν πλάγιασε,
στα χείλη ξυπνά/
ΙV
σπόρος ή ανθός;
του ήλιου η ποίηση,
στο φως φυτρώνει/
V
ο καιρός περνά,
μα το χιόνι αντέχει,
την αχνή ζέστη/
VI
γαλάζια πίκρα
-παρότι ανέμελη-
τη νύχτα σβήνει/
VII
σκόρπια στη φωτιά,
μικροπαιχνιδίσματα,
των λευκών άστρων/
VIII
μες στην καρδιά μου,
αιφνίδιος θάνατος,
η προδοσία/
IX
το μόνο θέρος,
των παιδιών το κάτουρο,
στην ψιλή άμμο/

πίνακας: Βλαντιμίρ Βολέγκοβ – παιδιά στην παραλία