Εγκιβωτισμός XI/ Impostor

oscar-muc3b1oz-ante-la-imagen-2009-web1

Σε μια σκηνή θεάτρου σας έβλεπα, σαν δυο κλειστές παλάμες με πλεγμένα τα δάχτυλα. Οι μάσκες σας, πρόσωπα ωχρά με σταθερή έκφραση, βυθίζονταν αργά σε ένα πλήθος χνουδωτά μαξιλάρια (έτσι είναι η λήθη.)

Ένα γυαλιστερό οτομοτρίς  ξεφύσαγε στην αυλή διασχίζοντας τη διαδρομή από τις λεμονιές ως στο υπόγειο, κι είχε στις ρόδες του αποκριάτικες σερπαντίνες. Έκανε φοβερό σαματά. Όλα τα βαγόνια του ήταν γεμάτα με βαρέλια μινιατούρες. Λάδι, κρασί και σπόρια από ρόδια. Μόνο του πήγαινε, σταθερά σε κύκλο, χωρίς μηχανοδηγό, και κάθε που τερμάτιζε ακουγόταν να σπάει ένα πιάτο.

Αυτός επέβλεπε, ενώ υποδυόταν τον γιο σας, στη βεράντα. Η δική του μάσκα, έπαιρνε ταυτόχρονα, όλες τις εκφράσεις, κι όλα τα χρώματα, σαν κάποιο πρόσωπο σε πίνακα του Μπέικον.

Όταν κούτσαινες, σε στήριζε από δεξιά. Όταν ίδρωνες σου έκανε αέρα με μια ισπανική βεντάλια. Ενώ ο μπαμπάς ήταν ξαπλωμένος και  κάπνιζε άφιλτρα Παπαστράτος, εσύ σκούπιζες πίσω από την πόρτα, κι εκείνος μαγείρευε μπριάμ στην κουζίνα. Η ευωδιά έφτανε στον φίκο και τον λύγιζε. Ίνες χρόνου μάτωναν τις αφράτες παλάμες του, μα το αίμα του δάκρυζε από τα μάτια μέσα στο ταψί. Στη συνέχεια ξεφούρνιζε και έβαζε τραπέζι.

Η μέρα έξω ήταν πάντα λευκή. Το κεφάλι σου στη μασχάλη του, χώραγε πάντα σαν μια κλειδαριά στον αφαλό της. Φύσαγε κι ένας εκνευριστικός νοτιάς. Μα σαν έπαιρνε το θάρρος να σε σηκώσει όρθια, κάπως τον μυριζόσουν, ένα τσακάλι σού φύτρωνε στο πρόσωπο κι ορμούσε να τον αρπάξει. Πάντα προλάβαινε και τραβιόταν. Μετά τον ξέχναγες.

Στιγμές στιγμές, ήταν σαν μια επίσκεψη σε κάποιο μουσείο (στο μουσείο της ζωής μου μαζί σας, όσο λίγο κι αν κράτησε.) Όπου ήμουν θεατής αντί για έκθεμα. Για αυτό τον ζήλεψα (παρότι τον είχε στείλει ο Χάρος να σας κοροϊδεύει.)

Το δεύτερο βράδυ έγινα σύννεφο κι άλλαξα με την ψυχή του. Τώρα όταν σε σηκώνω μου χαμογελάς και αναστενάζεις, σχεδόν όπως όταν είχες κορμί και σε τράβαγε η βαρύτητα. Το τσακάλι εξαφανίστηκε δια παντός. Ο μπαμπάς ροχαλίζει στο πλάι και μιλάει στον ύπνο του με τον Χοντρογιάννη. Το τρενάκι διαλύθηκε κι έγινε πάλι εκείνη η ρωγμή στο τσιμέντο, όπου φύτρωνε κανένα αγριόχορτο. Που και που κοιτάζεστε μειλίχιοι και βαθιά ευχαριστημένοι. Κι ούτε καν μια υποψία θανάτου δεν βαραίνει τις ψυχές σας. Γιατί ακόμη και του νεκρού ο φόβος, είναι ο ίδιος ο θάνατος.

 

photo: Oscar Muñoz
Ante la Imagen
2009
© Oscar Muñoz, courtesy of the artist and Mor charpentier gallery

πρωτοδημοσιεύτηκε στις Στάχτες του Στράτου Φουντούλη: http://staxtes.com/2003/?p=9716

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s