Μοσχούλα ΙΙ

Τη νύχτα της παραμονής του Οσίου Ιερόθεου του Μαγγανάρη – κι ενώ κόντευαν μεσάνυχτα στη δυτική πλαγιά των Βλαχερνών – όλα τα κελιά στο μοναστήρι φωταγωγήθηκαν ταυτόχρονα για μερικά δευτερόλεπτα και στη συνέχεια έσβησαν με μιάς παρασύροντας στο σκοτάδι – μεταξύ άλλων – μια τυφλή νυχτερίδα προσβεβλημένη από το ραβδοϊό της λύσσας, που καθυστερώντας να επανακτήσει την υπέρηχη τροχιά της, συνετρίβη μοιραία στο στειλιάρι της σημαίας με τον δικέφαλο αητό. Σε αυτό το απόλυτο σκότος που διαδέχθηκε την έκλαμψη φωτός , το λείψανο  του Οσίου, ανελήφθη λιανό και απαστράπτον, με άπαντα τα παρασάρκια οστά του αιωρούμενα σε νέφος, πλην εκτός της αριστερής κνήμης η οποία παρέμεινε σφηνωμένη στο γυάλινο κιβούρι, πλεγμένη σε σταυρική παράθεση με το μεταξωτό σάβανο, ανάμεσα στο θαμπό τζάμι και μια ξύλινη βίδα από κέδρο του Λιβάνου. Ένα θέοφωτο αστρόπλοιο με επιφάνεια τουλάχιστον τέσσερα στρέμματα εμφανίστηκε πάνω από τη θάλασσα, να κρέμεται σαν της Αγιάς Σοφιάς τον ελαιόχροντα πολυέλαιο, ακίνητο (ή σβουρίζοντας τόσο γρήγορα περί του κατακόρυφου άξονά του, που δεν το πρόφταινε το μάτι). Ο σιδεράς κατ’ επάγγελμα, μα κλαρινιτζής κατά περίσταση (γάμων, αρρεβώνων ή λαϊκών πανηγύρεων) καθώς και δεινός ψαράς Βύρων Λογοθέτης, έχοντας καλάρει για την ψαριά του προ ενός κιόλας μισάωρου, τη στιγμή του συμβάντος αγνάντευε τον όρμο ευχαριστημένος, καθισμένος στην πλώρη της βάρκας του «Μοσχούλα ΙΙ», μιας εκσυγχρονισμένης εκδοχής της πρώτης Μοσχούλας, βάρκας του πατέρα του – αριστερού υψιφώνου ψάλτη της βασιλικής του Αγίου Τίτου, και αφοσιωμένου μελετητή του Παπαδιαμάντη – συγχωρεμένου από καιρό. Ενεός απέμεινε να κοιτάει την οριζόντια ουλή χρώματος κοραλλί που άνοιξε στο πλάι του πλοίου, σε σχήμα δροσερού, εφηβικού αιδοίου και στο μέγεθος περίπου ενός αξιοπρεπούς σταροχώραφου, και η οποία με μια χαψιά κατάπιε τον Όσιο μαζί με τα άμφια και όση σκόνη είχε μαζευτεί από τον προηγούμενο Δεκέμβριο που είχε αναλάβει ηγουμένη η Θεοπίστη (μορφωμένη μεν και ικανή στην πνευματική κατήχηση, πλημμελής δε και αλαφακούπα στα πρακτικά ζητήματα και στην καθοδήγηση των αδελφών στα οικοκυρικά.) Ενώ η ουλή που έχασκε σαν χαραγμένο σύκο, έκλεινε μαλακά, ένας βόμβος πιο εκνευριστικός κι από ένα σμάρι φαηδόνες ακούστηκε, κι η θάλασσα από κάτω άρχισε να καπνίζει. Έπειτα το όλον – αστρόπλοιο, χωνεμένος Όσιος και χέουσα κολπορραφή – παρασύρθηκε προς τον εαυτό του πάνω από την χιονισμένη κορφή της Τσούκας, περίπου στο ύψος της χορδής του Αστερισμού του Τοξότη, ο οποίος αμέσως τρεμόπαιξε γλαφυρός• ασέληνος νύχτα γαρ εφέτος, η παραμονή του Οσίου. Ανεβάζοντας ο Βύρων τα παραγάδια κι ενώ σκεφτόταν πόσο αδύνατο θα ήταν να τον πιστέψει η σύζυγός του Φωτούλα, ο αδερφικός του φίλος Γιώργος Ευαγγέλου, ή ο οποιοσδήποτε εδώ που τα λέμε -εκτός κι αν ήταν μάρτυρας του θαύματος ιδίοις όμμασι- διαπίστωσε ότι τα ψάρια, ένα ευμέγεθες κοπάδι κουτσομούρες, έβγαιναν απ’ το νερό ξεροψημένα και σαν περασμένα με χοντρό αλάτι, ενώ μες στη μέση στα δίχτυα κάπνιζε καψαλισμένη, μια νυχτερίδα με τσακισμένο πτερύγιο, γυρισμένη τ’ ανάσκελα. Εκείνη την ώρα ένας γκιόνης έπιασε να κουβεντιάζει από μακριά μες στη σιωπή• συγχρόνως η κόκκινη μπογιά στα ίσαλα της Μοσχούλας ΙΙ, άρχισε να απλώνει αργά μες στο νερό, σαν αίμα σφάγιου μετά τη σφαγή.

photo: Alene Davis 

Advertisements

2 thoughts on “Μοσχούλα ΙΙ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s