η βροχή ΙΙ/ σπονδές

 

η βροχή, ένα φοιτητικό ημιυπόγειο
με έπιπλα που έτριζαν από αρθριτικά,
κι ένα ασταθές φουρνάκι,

η βροχή, ένα ποτάμι από μελάνι,
και η πηγές του,
-η παλιά Ολιβέττι-
σαν συνέρχονται οι λέξεις,
ντροπιασμένες από την ευεργετική οξείδωση
– άγριοι φίλοι που μας αγαπούν μέσα από την πάρτη τους,
κι η αγνή αδιαφορία μας
για το χρόνο γενικά,
κυριαρχεί –

η βροχή, ο Ρασκόλνικοφ,
κι όλες οι καιόμενες σπονδές της αφελούς νεότητας,
με καφέ και – παλαιότερα – τσιγάρα,
νωπές εφημερίδες,
και μια μακάβρια κουβέντα για τον Ντιντερό,
υποσκάπτουν την ανάγκη μας
σαν δάκρυα μετάνοιας δίχως αντικείμενο,
μια ζωή που μας διαφεύγει και τη νοσταλγούμε,
μια ζωή που βιώθηκε και πάει/

photo: Francesc Català-Roca (Valls, Tarragona, Spain, 1922 – Barcelona, Spain, 1998)
Las Ramblas con lluvia (The Ramblas in the Rain)
1950 (circa) / Posthumous print, 2003
Selenium-toned gelatin silver print on paper
47.7 x 37.5 cm
Advertisements

εγκιβωτισμός ΧΙΙΙ/ η λίμνη

 

Προς το τέλος τα όνειρα εξελίχθηκαν σε ένα έκδοχο της πραγματικότητας, με όρια ασαφή. Μόλις ερχόταν ο ύπνος ενισχυμένος και μεταλλικός απ’ τα υπνοσεντόν, έβγαινα σε αυτήν την πόλη, όπως φυτρώνει στο τσιμέντο ένα αγριόχορτο: με πείσμα για να ζήσει. Τα σημάδια της εξαφανίζονταν κάτω από το βήμα μου, μα έβρισκα τον δρόμο μου κοιτώντας ψηλά, τους γλάρους να εφορμούν στα σκουπίδια. Μου φαινόταν πως είχαν περάσει χρόνια όπου μοιραζόμουν φαγητό μαζί τους, μέσα στις άστεγες θάλασσες. Όποτε περνούσα από χαμηλούς λόφους και λειμώνες, κρυβόμουν για λίγο στη ρίζα των λουλουδιών και υποκρινόμουν το χώμα. Τα μάτια μου όπως έσβηναν με το νερό της βροχής,  έμοιαζαν με κάρβουνα που χωνεύουν στον ασβέστη, και τα μαλλιά μου μύριζαν ρετσίνι και λιανά κλαριά, καπνισμένες λινάτσες και οξειδωμένες σιδερόβεργες, σαν να δούλευα ξανά εργάτης στα ευβοϊκά καμίνια.  Ποιος από τους φίλους να θυμόταν πια, εκείνο το κομμάτι μου; (την προλεταριακή μου πινελιά στη νιρβάνα του νερόβραστου διανοούμενου;)

Έπειτα έφτανα ξανά και ξανά, σε εκείνη τη λίμνη (που πολύ θα ήθελα να ήταν ποτάμι, όμως ήταν λίμνη.)

Την πρώτη νύχτα που περπάτησα στο νερό της,  ξυπόλητος, ως τη μέση της γάμπας, αισθάνθηκα το χάδι της σαν αιθέριο σύννεφο, κι αναγκάστηκα να σκύψω και να δοκιμάσω με τα χέρια τη θερμοκρασία και την πυκνότητα. Είδα το κορίτσι του 407, που κατασπάραζε γονατισμένη, ένα λευκό περιστέρι, τα μαλλιά της καστανά κολλημένα στο μέτωπο οδηγούσαν την εικόνα προς το ματωμένο πηγούνι, το βαρύ στήθος και το εφηβαίο, σαν πλευρές ενός ισοσκελούς τριγώνου. Τριγύρω οι σταγόνες του νερού και του αίματος σε ελεύθερη πτώση, διατηρούσαν το σχήμα κατά την κάθοδο, σαν ένα απειρομερές όλον με διακριτές οντότητες, κάποιες στιγμές ακινητοποιούνταν, έπειτα συνέχιζαν ως τη σκοτεινή επιφάνεια, δίχως να αναμειγνύονται ποτέ. Ακόμη κι όταν με αντιλαμβανόταν το κορίτσι, δεν άφηνε το πουλί από τα δόντια,  μόνο κουνούσε το κεφάλι της δεξιά αριστερά, σαν να ήθελε να το ξαναπνίξει (ή σα να ήθελε να μου δείξει ότι αρνιόταν την εικόνα μου, μέσα στο χώρο της.)Τι μας διδάσκει τούτη η παραβολή: ο θάνατος, για τον καθένα μας, είναι τόσο προσωπικός, όσο και αμετάκλητος (ούτε συμβιώνεται, ούτε κοινωνείται, και φυσικά, ούτε αναιρείται.) Στα δεξιά, έβλεπα τη μάνα μου που μάζευε νερό σε έναν ταχυβραστήρα και το έχυνε ζεματιστό πάνω σε έναν κόκορα, τα πούπουλά του που ξεκολλούσαν σαν αφρός ενώ η ατμόσφαιρα βάραινε με την οσμή της καυτής κοτοπουλίλας. Στο τέλος τον καψάλιζε πάνω από μια φλόγα που έφτιαχνε με ένα μπαμπάκι βουτηγμένο σε πράσινο οινόπνευμα. Πάντοτε θαύμαζα τον τρόπο που σκότωνε τα κουνέλια, τα πιτσούνια και τους κόκορες: με την πανάρχαια ψυχραιμία του ανθρώπου, που πρέπει να σκοτώσει για να φάει. Δεν θα έφτανε ποτέ κανένας από μας, σε τέτοια επίπεδα συνειδητότητας. Στα αριστερά μου ο Αβεσσαλώμ – τρίτος γιός του προφητάνακτα – κράδαινε την κόμη του απελπισμένος, ενώ το κρανίο του έλαμπε γυαλιστερό μες στην υγρασία. Στο στήθος του μια φρέσκια πληγή αιμορραγούσε. Κάπου εκεί υπήρχε ακόμη μια παραβολή, μα δεν ήμουν σε θέση να την ανασύρω. Εκτός που έβλεπα πολλούς, μέσα στη μέρα, που έφεραν την κόμη τους, απελπισμένοι, σαν ένα ψόφιο, λούτρινο ζωάκι.
-Τι θα ήθελες να είσαι αν δεν ήσουν η μοίρα μου; ρώτησα το κορίτσι.
– Ούτε που γνωριζόμαστε, απάντησε αυτή, δίχως να μιλά.
– Τότε γιατί συναντιόμαστε εδώ;
– Απλώς νομίζεις ότι πεθαίνουμε μαζί, για αυτό προβάλλεις ένα κοινό όνειρο για το καθαρτήριο. Εγώ δεν είμαι καν κορίτσι. Ούτε κι εσύ είσαι αγριόχορτο. Ξέρω μόνο πως παλιά, όταν εσύ ήσουν μαύρο κάρβουνο, εγώ είχα υπάρξει αυτό το λευκό περιστέρι.
Τώρα είμαστε κι οι δυο, ένα γκρίζο τίποτα.

photo: Diane Arbus (1923-1971)
Child in a nightgown, Wellfleet, Mass., 1957
1957
Silver gelatin print
© Diane Arbus/The Estate of Diane Arbus LLC

τα τανκς στα μουσεία

Με τα δανεικά σου φώτα
όχημα εσύ,
της νιότης περιστέρι,
πού χάθηκες;
στα χέρια που εξεγέρθηκαν
αγκαλιασμένα,
στις θάλασσες που σου δίδαξα την άνωση,
το κενό σου πως αναπαράχθηκε πάνω τους,
μυκητιακά;
πως άντεξες τους συναυτουργούς σου
πλέοντες,
σε μια θαμπή φωτιά
που πάγωσε,
σπειρί το σπειρί της μνήμης
την κλεψύδρα;
λησμόνησες που σε καλούσα να πλάσεις,
την εφηβική μου απόγνωση;
λησμόνησες που υπήρξες,
μια κορδέλα στα μαλλιά,
η αφή των ξωτικών στη δίψα του κορμιού
και το βραχύ τραγούδι των νωχελικών γλάρων;
Ποιός θα ζωγραφίζει πια στο στέρνο μου,
την αγωνία της πόλης για το ζευγάρωμα
των βράχων;
Ποιός θα βγεί εκεί έξω, να διδάξει τα παιδιά μας
ζωή;
Φορώντας – για πάντα – τούτα τα μεταμφιεσμένα όπλα
στα όργανά μας,
πόσο ελάχιστο έχει καταντήσει πια το φύλο μας!
Στα γαλάζια μας πλούτη
βυθισμένοι,
όμως πένητες κι άστεγοι και ημιθανείς,
δεν έχουμε πια καμιάν ανάγκη,
χειραγώγησης/
Για αυτό τα τανκς της επανάστασης,
αναίμακτα σκουριάζουν,
στα αρχαιολογικά μουσεία/

photo:  Vanessa Winship- χωρίς  τίτλο, από τη σειρά Imagined States and Desires. A Balkan Journey, 1999-2002 © Vanessa Winship

Σταχινά ΙΙ

Σαν σίγασε και το τελευταίο κλαρίνο κι άρχισαν οι γυναίκες να μαζεύουν τα τραπέζια, μια γλυκιά ευωδιά από νυχτολούλουδα κατέβηκε από την πλαγιά σαν μια σταγόνα ρετσίνι, ενώ φωσφόριζαν τα βράχια στο φως του φεγγαριού κι οι βερβερίτσες ξεμυτούσαν δειλά από τα λαγούμια τους. Γλυκιά νύχτα γεμάτη χορό, γεμάτη γλέντι, και θόρυβο και κρασί, το πρώτο πανηγύρι της Αγιάς Σοφιάς, μετά την απελευθέρωση. Δίχως σκοτωμούς, δίχως αίμα, δίχως ορφάνια, δίχως μίσος. Βάλσαμο κι η σιωπή, που διαδέχτηκε το σαματά, που τη μαχαίρωναν που και που, οι κοφτοί ήχοι από τα πιάτα και τα μαχαιροπήρουνα, απλωνόταν σ’ όλο το χωριό, περιρρέουσα της γλυκιάς κούρασης και σαν επισφράγισμα της σύντομης μα ισχυρής πληρότητας που έφερνε το ξεφάντωμα. Οι δώδεκα Ελασίτες, σε άδεια από το τάγμα τους, ντυμένοι πολιτικά για πρώτη φορά μετά από 40 μήνες, με απλές σκελέες, παντελόνια και τρίχινες κάπες, ξυλοπάπουτσα, όπως ήταν μαζεμένοι όλοι τους στην πλαγιά, κάθονταν στα τραπέζια της σιταποθήκης για να χουν το νου τους στον οπλισμό , και κάπνιζαν αγρινιώτικα στριφτά ή έγλυφαν υπολείμματα από την λακέρδα με το τσίπουρο, ή αγνάντευαν στα τυφλά προς ανατολάς, λίγο το σκοτάδι και λίγο τα γυναικεία μπράτσα που συμμάζευαν. Ακριβώς τη στιγμή που ακούστηκε το μπουμπουνητό, – κι ενώ είχε ήδη αστράψει η λάμψη από τα Σταχινά- ένας όλμος 60,81, με γόμωση διασποράς, κατασκευής ΠΥΡΚΑΛ, τους λιάνισε απαξάπαντες προτού να ανοιγοκλείσουν καν τα βλέφαρα, ενώ το κλάμα της κουκουβάγιας έφτανε ούτως ή άλλως στο τέρμα του, μια από τις παρακόρες του Αντωνόπουλου, κυλιόταν κάτω από τους πάγκους με τα ψητά αρνιά, κι έγδερνε την παλάμη της σε κάτι κόκκαλα πεταμένα, και το κρασί χυνόταν από τις πήλινες στάμνες σε πίδακες, σαν φρέσκο αίμα. 55 χρόνια μετά, ξανά στο πανηγύρι της Αγίας Σοφίας, το χωριό ολόκληρο, Αθηναίοι, Θεσσαλονικείς μα και Αμερικανοί ξενιτεμένοι χωριανοί, με παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, πατριώτες που είχαν περήφανα γραμμένη την ιστορία του τόπου τους στα ίδια τους τα κόκκαλα, περίμεναν απ’ έξω από την εκκλησία αμίλητοι, να ανάψει η αστραπή στην πλαγιά και να φανερωθούν οι δώδεκα αντάρτες, πιστοί στο ετήσιο ραντεβού, συνεχίζοντας να καπνίζουν αμέριμνοι, ντυμένοι σαν τους Δώδεκα Αποστόλους, με μάτια σαν των ελαφιών ή των χρονιάρικων αμνών, την ώρα που ο παππάς θα ξεστόμιζε το Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων Ημών, μα δίχως Ιησού να ηγείται της Τραπέζης. Έπειτα ένας ένας θα εισέρχονταν στο ναό και θα άναβαν από ένα κεράκι στη μνήμη τους.

φωτογραφία: Επιμελητεία του Αντάρτη (Ε.Τ.Α) – Σπύρος Μελετζής – 1947