Μπάσης και στροφορμή

 

nugent-drawing-gumby-web

Ενώ κατερχόταν από την πλαγιά του Λόφου των Αξιωματικών, η ημιξεφούσκωτη λαστιχένια μπάλα, ακουγόταν ένα πλαφ πλαφ κάθε που έβρισκε λακκούβες με νερό, και άλλαζε κατεύθυνση, διατηρώντας πάντα την τροχιά της παραβολική, αλλά με βεληνεκή, που γίνονταν όλο και μεγαλύτερα, σαν όροι μιας αύξουσας γεωμετρικής προόδου. Ο ιδιοκτήτης της, Λαζάρου Αναστάσιος του Νικόλαου, απόλυτος φύτουλας και παππαδάκι, με γυαλιά σαν του Ωνάση κι ένα φρέσκο σπυράκι στο μεσόφρυδο, έχοντας προσφάτως συνέλθει από την καθημερινή πρωινή, αμαρτωλή του δραστηριότητα, στεκόταν στην κορφή απελπισμένος και έβριζε μέσα του, θεούς και δαίμονες, που μια φορά είπε να δοκιμάσει μια κατεβασιά μόνος του, και του πήρε ο διάολος και η βαρύτητα την μπάλα, οι δε οδηγοί των διερχόμενων οχημάτων έβριζαν τον ίδιο που έχασκε σαν χάνος στη μέση του δρόμου. Η μπάλα ενώ, σχεδόν μαγικά, την έβγαζε καθαρή σε κάθε διασταύρωση, στην προτελευταία πριν τη λεωφόρο, αλλάζοντας αλγόριθμο με μια εντυπωσιακή γκέλα στο αριστερό πεζοδρόμιο,  σχεδόν υπερπήδησε ένα φορτηγό ψυγείο με σκανδιναβικούς μπακαλιάρους που είχε αρχίσει διαδικασίες παρκαρίσματος, αν και τελικώς δεν τα κατάφερε, αφού βρήκε ξυστά στη θυρίδα του εξαερισμού, ανακόπηκε η ορμή της και κατευθύνθηκε  προς μια γύφτικη τέντα στο εγκαταλελειμμένο αγκιναροχώραφο του Μπούρχα, όπου και προσέκρουσε γλιστρώντας κατά μήκος του μουσαμά με έναν ήχο απόλυτης εγκατάλειψης και στωικότητας που δεν θα τον περίμενε κανείς από μια τέτοια λαϊκή μπάλα (κρίνοντας από το χρυσαφί της χρώμα, με τις φούξια λεπτομέρειες) Φαίνεται πως η φιλοσοφική αναζήτηση του «είναι και του γίγνεσθαι» πυροδοτείται στα θεμελιώδη ερωτήματα περί ζωής και θανάτου,  ακόμη και για τα άψυχα αντικείμενα. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η στροφή προς τους στωικούς από την πλευρά της μπάλας, ακριβώς την στιγμή που εξερχόταν από την τέντα ένας δίμετρος γύφτος με τσιγκελωτό μουστάκι και γυμνό στέρνο φορτωμένο χρυσές καδένες,  που απολάμβανε προφανώς την μεσημεριανή του κυριακάτικη ραστώνη, την ώρα που τον λάπαξε η μπάλα κατά την σύγκρουσή της με την τέντα. Κραδαίνοντας ένα επαγγελματικό ξυράφι ξυρίσματος, δίκαμο με αλαβάστρινη λαβή, που θα το ζήλευε κάθε αξιοπρεπής μπαρμπέρης, μακέλεψε την μπάλα με δύο ξυραφιές και την έστειλε στην αιωνιότητα, να συναντήσει τους στωικούς, ενώ ταυτόχρονα έψαχνε μανιασμένα να βρει τον μπάσταρδο ιδιοκτήτη. Η ματαιότητα, η συνθήκη της απώλειας, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης λειτούργησαν συγχρόνως για τον Τασούλη, ο οποίος δίχως δεύτερη σκέψη,  άρχιζε να σφυρίζει, κάνοντας πως κοιτάει αδιάφορα προς το όρος Αιγάλεω, με τα χέρια στις τσέπες.   Την ίδια στιγμή το φορτηγό με τους μπακαλιάρους, κι ενώ ο οδηγός τραβούσε χειρόφρενο,  έβγαλε έναν ανατριχιαστικό ήχο σαν μπουρού ψαρόβαρκας ενισχυμένη από μια υπερκόσμια μικροφωνική, και το νορβηγικό αλιευτικό που ήταν ζωγραφισμένο στο πλάι του, φάνηκε να χώνεται με την πρύμνη  στο φιλόξενο φιόρδ,  διαταράσσοντας την αντανάκλαση του φεγγαριού στο νερό. Από την τέντα πρόβαλε μια έφηβη γυφτοπούλα σαν σταχτί ελάφι με ένα μίνι τσιτάκι δύο νούμερα πιο στενό της, στα χρώματα της μπάλας.  Τα μάτια της που έπεσαν κατευθείαν στον αυτουργό, είχαν περίεργη επίδραση πάνω του: πρώτα άναψαν τα μάγουλά του, έπειτα άρχισε να παλαντζάρει επικίνδυνα, τέλος πεδικλώθηκε άγαρμπα κι άρχισε να κουτρουβαλάει κι αυτός το λόφο, όπως η μπάλα, δίχως γκέλες και βεληνεκή, προς την κατεύθυνση του θεϊκού οράματος. Ενώ γυρόφερνε αιτιοκρατικά και η γωνιακή του ταχύτητα αυξανόταν σκέφτηκε πως α) αν ήταν χορευτής στον πάγο, θα άνοιγε τα χέρια του για να αυξηθεί η ροπή αδράνειας και να μειωθεί η ταχύτητα, ώστε να διατηρηθεί η στροφορμή, β) ούτε στον πάγο ήταν, ούτε χορευτής, ούτε η συνισταμένη των ροπών ήταν μηδενική, άρα μάλλον θα κατέληγε να τον πατήσει κάποιο αμάξι, ή στην καλύτερη να τον μαυρίσει στο ξύλο ο μπαμπάς της Ποκαχόντας, και γ) όπως και να χε, είχε μόλις ερωτευτεί,  κι είχε όλη τη ζωή μπροστά του να το απολαύσει! Μέχρι να ολοκληρώσει το συλλογισμό είχε κιόλας βρει στα λάστιχα του φορτηγού από το κόκπιτ του οποίου ακουγόταν μια σύνθεση του Νικολόπουλου, που τραγουδούσε ο Μπάσης: καράβι το φεγγάρι, στο σώμα κύλησε… Καθώς βυθίζονταν εκστατικός στη χαύνωση του έρωτά του – τόσο που νόμιζε ότι το τραγούδι ακουγόταν για αυτόν – και όντας σχεδόν τυφλός, αφού τα γυαλιά έσπασαν στην πρώτη λακκούβα-  ίσα που αισθάνθηκε τη λωρίδα του γύφτου που τον περιέλαβε σαν μπακαλιάρο κάτω από το βόρειο σέλας, και μέσα σε ένα πεντάλεπτο τον είχε κάνει παστό δίχως το αλάτι.

σκίτσο: Richard Bruce Nugent
Drawing from Alexander Gumby’s scrapbook
1920s
Ink on paper Alexander Gumby Collection of Negroiana, Rare Book and Manuscript Library, Columbia University

Advertisements

One thought on “Μπάσης και στροφορμή

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s