δέρμα

Το ξέρω καλά τούτο το δέρμα:
όριο του πρώτου έρωτα και των εφηβικών ειρμών
έτσι όπως ανάβουν
τις νύχτες
οι βουβές ιτιές,
και τα ακροϋπνια των γλάρων/
στην φαιά έκταση των αδύναμων στίχων μου
δεμένο,
στα γράδα του με λαιμαριές,
το φόρεσα,
ενώ ξίδιαζε ανήμπορο
-προτού οινοποιηθεί-
κάποιο μεσημέρι
καθώς αναμετριόταν
με το εναλλακτικό κορμί μου/
άνοιξη του ’81,
κι ο καιρός
κατέρρε στη νιότη του/

photo: Robert Doisneau
Mademoiselle Anita
1951
© Atelier Robert Doisneau, 2016

Advertisements

εγκιβωτισμός XIV/ Ιερώνυμος Μπος

Το Σάββατο πριν την Κυριακή της Ορθοδοξίας, συναντήθηκε ξανά με εκείνο το όνειρο: την ανάβαση του λόφου μες στη νύχτα, ενώ ήταν γυμνός και τα πέλματά του βούλιαζαν ενοχλητικά και επίμονα στη διψασμένη λάσπη. Ανεβαίνοντας με ταχύ ρυθμό, και ενώ του φαινόταν ότι πλάταινε το σκοτάδι σε κάθε μικρή στάση για αναπνοή, παρατήρησε ότι οι φωτιές στην κοιλάδα από κάτω δεν ήταν διάχυτες παρά εντοπισμένες σε κάποιες περιοχές, πες καμιά δεκαριά, κι ότι αν μισόκλεινες τα μάτια, ξεχώριζαν μέσα από την ομίχλη σαν πληγές πάνω στο κορμί ενός πυροβολημένου κόρακα. Τα υπόλοιπα ήταν όπως τα θυμόταν από άλλες φορές. Τα χερουβείμ με τα αντεστραμμένα φτερά, τα τομάρια των ζώων μετά την εκδορά απλωμένα στις μύγες, αρουραίοι με μπουτάκια μικρών παιδιών και κουδουνίστρες, φίδια – πέη που εισχωρούσαν σε αφράτα Ολλανδικά βυζιά, κλπ. Αυτή η εικόνα της κόλασης που ανακαλούσε, ήταν αποτέλεσμα καλλιέργειας και κλασσικής παιδείας. Γυρίζοντας την Ευρώπη, ένας μπον βιβέρ όπως παρέμενε σε όλη του τη ζωή, ένας απόλυτος μπατίρης των Τεχνών ταπεινότατης καταγωγής και με γονείς εργάτες, έκανε δουλειές του ποδαριού κι έτρωγε και την τελευταία του δεκάρα για να θαυμάζει στα μουσεία του κόσμου πχ τους Φλαμανδούς – και συγκεκριμένα τον Ιερώνυμο Μπος – και στη Βιέννη και στις Βρυξέλλες και στο Λονδίνο (και φυσικά στο Παρίσι). Τι όμορφο που οι πίνακές του Μπος είχαν εγκαταλείψει τη σιωπηλή του αγροικία και τους ανεμόμυλους και είχαν πάρει το δρόμο της οικουμένης, ταξιδεύοντας ιλιγγιωδώς – μέσω των αυλών των φεουδαρχών -τρίζοντας και με σαράκι ληστρικό ορισμένοι, συνομιλώντας με τις γυναικείες πλάτες κάποιοι άλλοι, ιδίως τα τρίπτυχα ( σε μια λογική παραβατικότητας και ένοχου πάθους ) στοιχειώνοντας ενήλικα και ανήλικα κρεβάτια οι περισσότεροι, και στέλνοντας φορτωσιές πιστών και απελπισμένων, μα στην ουσία φοβισμένων ανθρώπων, στις εκκλησίες. Ένας ημιάγριος του Αμαζονίου – αν υπάρχουν πλέον τέτοιοι άνθρωποι στον πλανήτη- καθόλου δε θα μασούσε με όλο αυτό το μεσαιωνικό τσίρκο. Η κόλασή του θα ήταν μινιμαλιστική και στυφή, πχ το στομάχι μιας ανακόντας όπως θα έκλεινε σιωπηλά γύρω από κεφάλι του. Κι η χώνεψή της θα ταυτιζόταν με το γυναικείο οργασμό. Τα πράγματα για κείνον θα ήταν ξεκάθαρα. H λύτρωση από το βάρος της ύπαρξης και η ερωτική έκσταση, πάντοτε ήταν ταυτόσημα σε πρωτεϊκούς πολιτισμούς, όπου ο φόβος του θανάτου ήταν ένας ακόμη φόβος, και όχι ο Απόλυτος και Κυρίαρχος. Έτσι εκείνοι οι ακαλλιέργητοι, πριν τον Κολόμβο, δεν ένιωθαν την ανάγκη να αντικαταστήσουν τους Αναρίθμητους Κατασκευασμένους Θεούς τους με τον Ένα και Μοναδικό, Αληθινό Θεό.

photo: Tod Browning (director)
Freaks (Olga Baclanova as Cleopatra after her transformation into chicken woman)
1932
Still photograph

άνοιξη

Αντέχεται η άνοιξη
με βαριά καρδιά,
των νεαρών μίσχων η γλύκα και το πράσινο,
το χρώμα μιας φυλακής ή μιας θάλασσας,
κι η ρόδα της Ανάστασης που άναβε από μέσα/
όσες πομπές βαδίσαμε αργά, προς το κοιμητήριο του χειμώνα,
κι ένα χρονικό χελιδόνι
στης αποθήκης τη χελιδονοφωλιά,
εκείνη που ήρθε προς το τέλος,
να μας διδάξει ξανά την αρχή κι όλοι την κοιτούσαμε δακρυσμένοι,
τα διάφανα χέρια των νεκρών μας επαλλήλιζοντας.

photo: Janet Flanner
Letter in the shape of a tulip from Janet Flanner to Mercedes de Acosta
1928
The Rosenbach, Philadelphia