Καζαντζίδης/ purple rose

     Το ξημέρωμα της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1985, ανήμερα Αγίου Πνεύματος, κι ενώ θερμές αέριες μάζες από την Αφρική στροβίλιζαν το χώμα στην περιοχή Μασταμπά,  ένα σκουπιδιάρικο του Δήμου Ηρακλείου, φορτώνοντας έναν από τους καινούργιους κάδους που βρισκόταν μπροστά από το θερινό σινεμά «Ρομάντικα», εγκατέλειψε τη μάχη για την καθαριότητα, με έναν παραπονιάρικο αναστεναγμό, πληγωμένο από βαριά βλάβη (στον ιμάντα του εκκεντροφόρου). Στην βαθιά ησυχία που ακολούθησε το σαματά που έκανε ο ντίζελ κινητήρας, ακούστηκαν τα πρώτα τριζόνια της μέρας, ένας κόκορας από μια διπλανή μάντρα οικοδομικών υλικών εντός της οποίας είχε χαραχθεί με κοτετσόσυρμα ένα ισχνό κοτέτσι, και η φωνή του πίσω αριστερά σκουπιδιάρη, που τραγουδούσε με περίσσιο ντέρτι : «-Υπάρχω, κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω/ σκλάβα τη ζωή σου θα’ χω/ κι ας βαδίζουμε σε δρόμους χωριστούς…» Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου, φάνηκε να ξεπροβάλλει μέσα από τον θεόρατο κάδο, ένα χέρι λευκό και εύθρυπτο σαν τσιγαρόχαρτο, με λεπτογραμμένα δάχτυλα . Στο μεσαίο δάχτυλο  είχε περασμένο ένα δαχτυλίδι με ζιργκόν κι από την παλάμη, που ήταν γυρισμένη προς τα κάτω,  ήταν ολοφάνερο πως έλειπε ολότελα – σα να είχε σβηστεί με μια γομολάστιχα-  η γραμμή της ζωής• επιπλέον, τα δάχτυλα δεν έφεραν καθόλου δακτυλικά αποτυπώματα. Ενώ ο οδηγός και ο πίσω δεξιά υπάλληλος του δήμου άρχισαν να ιδρώνουν άφωνοι και συγκλονισμένοι, βέβαιοι πως το κορμί όπου ανήκε το χέρι ήταν άψυχο,  ο πίσω αριστερά με ένα απρόβλεπτο γύρισμα της φωνής, συνέχισε να τραγουδάει αμέριμνος: «-σα να’ μαι αγριολούλουδο και τη ζωή μου κόοοψε…» Εκεί στο ρεφραίν, το χέρι άρχισε να κινείται, και έπειτα από λίγο – και αφού παραμέρισε, μερικά χαρτόκουτα, συσκευασίες από πατατάκια και μια σκισμένη αφίσα της ταινίας “The Purple Rose of Cairo”- που έπαιζε το σινεμά την προηγούμενη εβδομάδα- αναδύθηκε από το σωρό μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά, φακίδες και παράξενο ντύσιμο, εντυπωσιακά καθαρή και μοσχομυριστή, σα να μην είχε περάσει τη νύχτα μέσα σε ένα κάδο σκουπιδιών, αλλά σε ένα λιβάδι με φασκόμηλα. Ξανά οδηγός και ο πίσω δεξιά υπάλληλος έμειναν άφωνοι (μαζί με τον κόκορα, που ότι ήταν να πει το είπε). Ξανά ο πίσω αριστερά, με ανεπαίσθητες αλλαγές, άλλαξε απλά κλίμακα και τραγούδι: » Στο θολωμένο μου μυαλό/ο κόσμος είναι μια σταλιά/ κάτι σκιές απ’ τα παλιά/και κάποιο πάθος μου τρελό….» Ξαφνικά από το φορτηγό, ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο σαν γυαλί που τρίβεται πάνω σε πέτρα, που τους κινητοποίησε, και παρότι οι βραχίονες είχαν σταματήσει σε μια παράδοξη γωνία κι ο κάδος είχε κολλήσει στην ψηλότερη θέση του μηχανισμού ανύψωσης,  κατάφεραν και στήριξαν την κοπέλα στους ώμους τους και τη βοήθησαν να κατέβει. Αυτή τεντώθηκε, ξεσκονίστηκε, ίσιωσε το μπολερό της, το κλος καπελάκι της, τους χαμογέλασε, λέγοντας: θένκς γκάις! και κατευθύνθηκε με χάρη προς το σινεμά, αφήνοντας πίσω της μια ροδαλή αύρα και μια μυρωδιά σοκολάτας γάλακτος. Εκείνη τη στιγμή μια ανεπαίσθητη σεισμική δόνηση του τόξου του νοτιοανατολικού αιγαίου, μετακίνησε τη σκουπιδιάρα ελαφρά περί του άξονα, και την έθεσε σε χαλαρή ταλάντωση, με αποτέλεσμα ο ένας βραχίονας να κρεμάσει απότομα και ο κάδος να πάρει μια χαριτωμένη στροφή προς τα κάτω, αδειάζοντας το μισό περιεχόμενο στο δρόμο, ενώ από ένα μουχλιασμένο μαξιλάρι ενός σκαμπό που ήταν πεταμένο στον κάδο, άνοιξε ένας μεταξωτός θύλακας, ελευθερώνοντας μιλιούνια μικρές αράχνες, που έφυγαν αμέσως τρεκλίζοντας, προς την κατεύθυνση του κοριτσιού. Και παρότι το φως όλο και δυνάμωνε, στη γραμμή που βάδιζαν οι αράχνες, εξαφανίζονταν τα χρώματα, και τη θέση τους έπαιρνε ένα διακριτικό νουάρ με υψηλή αντίθεση και μαλακή καμπύλη γ.  Ο πίσω αριστερά, άρχισε πάλι: « – Νυχτερίδες και αράχνες γλυκιά μου, έχουν στήσει φωλιά» ενώ το κορίτσι ήταν ήδη άφαντο, το «Ρομάντικα» είχε γίνει ασπρόμαυρο κι η αφίσα της ταινίας, αναφλεγόταν μυστηριωδώς και γινόταν παρανάλωμα εντός μερικών δευτερολέπτων.

ο χουχουριστής

Είναι τα ταξίδια ένας τόπος
κι ένας άλλος τόπος,
ο τόπος που φτάνουμε,
λέω,
κι έχω στο νου μου την ψυχή της,
έτσι που αγωνίζεται να σκίσει τη λήθη
τηγανίζοντας,
σε τούτο το τρύπιο σπίτι
που ήταν σπίτι μας/
Σιωπηλοί – εμείς, οι άνδρες –
ασβεστώνουμε τις λεμονιές και
δένουμε το αρνί στη σούβλα του,
σφιχτά,
σαν ένα ιστίο στη καταιγίδα/
Κι όμως, σιγούσανε τα σήμαντρα/
ακόμη κι εκείνη η ρυθμική κλαγγή
της Μεγάλης Παρασκευής,
σιγούσε επίσης/
(τότε που αλυχτούσε ολονυχτίς
έξω απ’ την πόρτα μας,
ο ποταπός χουχουριστής)

19. υπενωμοτάρχης

Στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής στην ενορία των Δώδεκα Αποστόλων, και ενώ ορισμένοι έφηβοι πρόσκοποι καλιμπράρουν τα σοσόνια τους ακριβώς τη στιγμή της διέλευσης του επιταφίου, εφευρίσκεται εν τω γεννάσθαι μεταξύ των στοιχισμένων προσκόπων, μια ομοφυλόφιλη δυναμική: ένα αγόρι προσφάτως χρησθέν υπενωμοτάρχης, κάτοχος του αργυρού βέλους και μέλος του συμβουλίου τιμής, κρυφά καμαρώνει για το σημάδι στην γάμπα του από την καλτσοδέτα, ενώ σιάζει το φουλάρι του φιλάρεσκα και κραδαίνει το κοντάρι του είτε αφελώς οριζόντια ως φαλλική προέκταση, είτε χιάζοντας με τα εξαπτέρυγα σε έναν εφήμερο αγώνα επικράτησης της λαμπρότητας της στιγμής. Ταυτόχρονα παρατηρεί με περιέργεια και ασαφή ερωτική έξαψη, τις περιβάλλουσες καλτσοδέτες, τις γάμπες και τα όμορα κοντάρια. Τα ομοιόμορφα αξεσουάρ αποκτούν τη χρηστικότητα που επιβάλει το φύλο, η ιδιότητα και η ιεραρχία, γεννούν όμως και την περιέργεια, την αυταρέσκεια, την κοκεταρία της θηλυκής συνείδησης. Έτσι διαιωνίζεται, μέσω ενός τυπικού και των καθ’ έξιν συμβόλων του, μια παγιωμένη υφή σεξουαλικότητας του πλήθους -από τη μια- σε κάθε επανάληψη της οποίας γεννιέται -από την άλλη- και η ίδια η παρεκτροπή της – που δεν είναι ασφαλώς μονάχα μια – θεωρώντας ένα κοινωνικό οργανικό πρότυπο και μεγεθύνοντάς το έως τα όρια του εαυτού. Διότι πάντοτε ο εαυτός θα ξεπερνάει τα όρια των κοινωνιών, των επιστημών και των αυστηρών απολυτοτήτων τους, μια δικανική διαμάχη με αδιάσειστα επιχειρήματα των συνηγόρων και ή και αυτή ακόμη τη βεβαιότητα της ύπαρξης του ανώτερου όντος, από το σύνολο των πιστών που ακολουθεί την πομπή. #Το σύμπαν είναι τόσο μεγάλο που (δεν) το χωράει ο νους …

19/20 κείμενα για την αφαλάτωση – υπενωμοτάρχης

photo: Robert Doisneau
African Games
1945
© Atelier Robert Doisneau, 2016