σιγαστήρας

Ας παρελαύνουν οι λέξεις α-νόητες,
σε τούτη τη ζωή,
που δολώνει τους πάντες
στο μεροκάματο/
κίνδυνος να χαθεί το νόημα δεν υφίσταται:
και το σεντόνι του χρόνου
θα σιδερώνεται,
κι οι άνθρωποι θα βασανίζουν όσο περισσότερους μπορούν
ως να πεθάνουν/
και για όσα αγαπήσαμε
ας μη μιλήσουμε ποτέ/

Και κάθε νύχτα, που με τα μάτια των γαλάζιων σκύλων*
θα διαρρηγνύονται τ’ άραχνα σκότη,
κι από το δέρμα σου
σαν ξύνεις με το νύχι,
θα κυλάει ασπρόφτερο,
ένα βαλσαμωμένο περιστέρι/
κάνε πως δεν είδες.

Έφτασε η στιγμή να γίνει και η ποίηση,
ένας αήθης σιγαστήρας/

*Μάτια γαλάζιου σκύλου: τίτλος διηγήματος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες/

photo: Arthur Tress – Children’s Surreal Nightmare – Dream Collector 13

Advertisements

ένα μονοδιάστατο κορδόνι

Αχ η νιότη!
για όσα αγόρια ξαγρύπνησαν,
αφού προσέφεραν εκείνο το λουλούδι,
τόσα κορίτσια κοιμήθηκαν
επάνω στα φτερά των εωθινών ερωδιών,
εκεί που καταλύουν
-στερούμενοι άνωσης και βραγχίων-
οι αυτοδύτες των νεφών/
μα όσο κι αν περιφρόνησαν
βρώμικες πόλεις που ανοίγονταν κάτωθεν,
τους ανθρώπους – υφαντά,
κι όσα αδέσποτα
τους έγλυφαν τα πόδια,
σαρωτικά/
παταγωδώς/
κατέληξαν με τον καιρό,
ένα μονοδιάστατο κορδόνι εμπειρίας και γήρατος,
που όλο και φουσκώνει,
μέχρι να μας αφήσει χρόνους με ένα μπαμ!

photo: Arthur Tress – Woman with Seven Sea Turtles, Bahamas

9334ArthurTress (1)

αδύνατον να περισώσεις

Όσο κι αν αγγίζεις τις κινήσεις των ψαριών,
-νύχτα που πιέζουν τα όνειρα-
και στήνεις το κορμί σου πρηνηδόν,
σαν οριζόντια αντηρίδα,
αδύνατον να περισώσεις ο,τιδήποτε,
από τον Προαιώνιο Τρόμο,
(είτε του απύθμενου Ερέβους,
είτε του μικρού διατεταγμένου εαυτού)
Κι έτσι οι ψίθυροι αντιλαλούν βροντές,
ίσως, κι ακόμη περισσότερο
σιωπές,
και το νερό μεγαλώνει μέσα σου σαν έμβρυο/
για κάτι τέτοια οι άνθρωποι
εφηύραν τις θρησκείες.

photo: Arthur Tress (American, born 1940)
1972
Gelatin silver print
45.7 × 45.7 cm

Candy darling

 

(απ’ τις αμαρτίες μας, δεν είχε ο δρόμος άκρη*)

Τούτο το φύλο
-αυτοφυές και παράξενο-
από την Καρταχένα ντε Ίντιας
ως το Βάλπαραΐσο,
έγινε ο ιδρώτας μας/
κι από τις αμαρτίες μας
δεν είχε ο δρόμος άκρη*/
κι η γεύση του στυφή,
σαν μίσχος από χρυσάνθεμο/
στην ακμή του λευκού του σύμπαντος,
ένας ήχος μαύρος,
από γυαλισμένα βότσαλα/
στο λαιμό μου τον φέρω,
ένα φάντασμα της ανάσας
της,
δυο βδομάδες, διαρκώς
σε βαθειά καταβύθιση,
και όσες λέξεις δεν ειπώθηκαν,
τότε/
ένας σκύλος που πέρασε –
πάει κιόλας μήνας –
με τα μάτια του έγλυφε
τα περάσματά μου,
στων γλυπτών ενυπνίων τα στρώματα/
έτσι καθώς φύεται
ο δροσερός, των γλάρων
αντίλαλος,
από το παθητικό κορμί της
ορίστηκε
ο έρωτας άφυλος,
κι η παθογόνος πανσέληνος,
ελαφριά ιπταμένη/
φυγοδικεί έκτοτε
η ζεστή ψυχή της,
στα επιτάφια,
νυχτερινά
κυκλάμινα του Απρίλη/

*κι απ’ τις αμαρτίες μας, δεν είχε ο δρόμος άκρη (στίχος απ’ την Οδύσσεια)

photo: Peter Hujar
Candy Darling on Her Deathbed
1973
Gelatina de plata
Colección de Richard and Ronay Menschel
© The Peter Hujar Archive, LLC. Cortesía Pace/MacGill Gallery, Nueva York, and Fraenkel Gallery, San Francisco

https://en.wikipedia.org/wiki/Candy_Darling

 

 

το μέσο διάδοσης

και δεν είναι να διαχωρίζεις:
οι μέρες που εκτοξεύτηκαν,
συλλέγουν περιεχόμενο από το μέσο διάδοσης/
για αυτό όταν τελειώνουν,
αιμορραγούν το χρόνο
στα νύχια των αγαλμάτων,
που μεγαλώνουν στις πλατείες
όπως οι ρίζες των νεκρών μας,
βλασταίνουν οριζόντια/

μεσάνυχτα σηκωνόμαστε
άνυδροι
κι ο κήπος τους μυρίζει από την ησυχία/

κι ένας αχός σαν ηχητικό σκουλήκι
μας τριβελίζει

και κάποιο ακατάληπτο τραύλισμα
του ενός ή του άλλου τα τελευταία λόγια
(αξεχώριστα)

για αυτό οι μέρες που κρατήσαμε
σε ένα βάζο με τουρσί
μουχλιάζουν,
και το φως που τις χαϊδεύει είναι δροσερό/

με τίποτα άλλωστε δεν θανατώνεται
ο θάνατος
παρεκτός ίσως από τον ίδιο το θάνατο,
και το ποταπό υποκατάστατό του
την αιχμηρή αναλαμπή των πλοίων τον Ιούλιο,
καθώς αποσαθρώνονται τα εφηβικά μας καλοκαίρια,
σε εκείνο το άχρονο νησί,
χωρίς αντικουνουπικό/

photo: Edward J. Steichen (American, born Luxembourg, 1879-1973)
Balzac, The Open Sky – 11 P.M.
1908
Photogravure
Oklahoma City Museum of Art
Museum purchase with funds provided by Ms. Frances Kerr

ένα κείμενο με αφορμή τη Μοσχούλα ΙΙ (της Δέσποινας Λαλά Κριστ*)

 

Το «θαύμα» είναι μέρος της ζωής μας, συμβαίνει καθημερινά και δυστυχώς περνάει απαρατήρητο αφού κανείς δεν ασχολείται με την γραφή του. Ο λόγος είναι απλός. Οι συγγραφείς σαστίζουν εμπρός στο μεγαλείο του. Και να ως εκ θαύματος έρχεται ο κύριος Λουκόπουλος να περιγράψει όχι μόνο ένα, αλλά δύο, γιατί έτσι γίνονται τα θαύματα. Όταν έρθει ένα, έρχεται ακόμα άλλο ένα. Και ιδού ο τρόπος γραφής του

Κων/νου Λουκόπουλου

περί λειψάνων/ Μοσχούλα ΙΙ (βοήθειά μας)

απαραίτητη η ευχή. Προσοχή  μην παραμεληθεί από μελλοντικούς συγγραφείς θαυμάτων. Ακολουθούν λεπτομέρειες: εποχή, ώρα, τόπος, συμβάν…

..Τη νύχτα της παραμονής του Οσίου Ιερόθεου του Μαγγανάρη

κι ενώ κόντευαν μεσάνυχτα στη δυτική πλαγιά των Βλαχερνών – όλα τα κελιά στο μοναστήρι φωταγωγήθηκαν ταυτόχρονα για μερικά δευτερόλεπτα και στη συνέχεια έσβησαν με μιάς παρασύροντας στο σκοτάδι

(ο αναγνώστης τέλεια κατατοπισμένος….)

και μεταξύ άλλων αναφέρεται  το εξωπραγματικό γεγονός, μικρό γεγονός που δεν φαίνεται να παίζει και σημαντικό  ρόλο στο μεγάλο αυτό θαύμα…αλλά…)

μεταξύ άλλων -μια τυφλή νυχτερίδα προσβεβλημένη από το ραβδοϊό της λύσσας, που καθυστερώντας να επανακτήσει την υπέρηχη τροχιά της, συνετρίβη μοιραία στο στειλιάρι της σημαίας με τον δικέφαλο αητό-

( μικρό ατύχημα που όμως πρέπει να αναφερθεί με όλες της λεπτομέρειες που προκάλεσαν τον θάνατο της δύστυχης νυχτερίδας, αφού αυτή θα παίξει το μεγάλο ρόλο της μαρτυρίας. (Κι εκείνη την στιγμή που όπως αναφέρθηκε, όλα όσα φωταγωγήθηκαν, παρασύρθηκαν πάλι στο σκοτάδι.)

Σε αυτό το απόλυτο σκότος που διαδέχθηκε την έκλαμψη φωτός,

 το θαύμα έλαβε χώρα.

το λείψανο του Οσίου, ανελήφθη λιανό και απαστράπτον, με άπαντα τα παρασάρκια οστά του αιωρούμενα σε νέφος, πλην εκτός της αριστερής κνήμης η οποία παρέμεινε σφηνωμένη στο γυάλινο κιβούρι, πλεγμένη σε σταυρική παράθεση με το μεταξωτό σάβανο, ανάμεσα στο θαμπό τζάμι και μια ξύλινη βίδα από κέδρο του Λιβάνου.

(Η περιγραφή δεν μπορεί να δεχθεί καμία αμφιβολία ή αμφισβήτηση. Οι λεπτομέρειες είναι σαφέστατες. Αυτός που αμφιβάλει – γιατί δυστυχώς πολλοί αμφιβάλουν για την γένεση θαυμάτων – δεν έχει παρά να κάνει το ταξίδι στο Μοναστήρι και θα  διαπιστώσει ότι και η κνήμη (η αριστερή, παρακαλώ) και η βίδα από κέδρο Λιβάνου βρίσκονται στην θέση τους..

Εν τω μεταξύ προστίθεται ακόμη κάτι  που  θα παίξει όχι μόνο το ρόλο του αυτόπτη μάρτυρα, αλλά και θα διπλασιάσει το θαύμα της ιστορικής βραδιάς.)

Ένα θέοφωτο αστρόπλοιο με επιφάνεια τουλάχιστον τέσσερα στρέμματα εμφανίστηκε πάνω από τη θάλασσα, να κρέμεται σαν της Αγιάς Σοφιάς τον ελαιόχροντα πολυέλαιο, ακίνητο (ή σβουρίζοντας τόσο γρήγορα περί του κατακόρυφου άξονά του, που δεν το πρόφταινε το μάτι).

Ενώ το μάτι του αυτόπτη μάρτυρα κάποιου …

σιδεράς κατ’ επάγγελμα, μα κλαρινιτζής κατά περίσταση (γάμων, αρρεβώνων ή λαϊκών πανηγύρεων) καθώς και δεινός ψαράς Βύρων Λογοθέτης, έχοντας καλάρει για την ψαριά του προ ενός κιόλας μισάωρου

τη στιγμή του συμβάντος αγνάντευε τον όρμο ευχαριστημένος,

(κάποια στιγμή, θα πρέπει να το γύρισε προς τον ουρανο και είδε όπως)

καθισμένος στην πλώρη της βάρκας του «Μοσχούλα ΙΙ», μιας εκσυγχρονισμένης εκδοχής της πρώτης Μοσχούλας, βάρκας του πατέρα του – αριστερού υψιφώνου ψάλτη της βασιλικής του Αγίου Τίτου, και αφοσιωμένου μελετητή του Παπαδιαμάντη – συγχωρεμένου από καιρό.

(ο αναγνώστης κατατοπίζεται για την ποιότητα του πατέρα του ήρωα μας και τον κατατάσσει στο νου ως διανοούμενο, οπότε επηρεάζει και την γνώμη του για τον υιό Βύρωνα με τον ίδιο τύπο καϊκιού και ονομασία, ενώ το μάτι επιστρέφει στο πλάι του σκάφους …)

Ενεός απέμεινε να κοιτάει την οριζόντια ουλή χρώματος κοραλλί που άνοιξε στο πλάι του πλοίου, σε σχήμα δροσερού, εφηβικού αιδοίου  

(πρέπει να διευκρινισθεί στο νου του αναγνώστη ποιός χρησιμοποιεί αυτή την μεταφορά – ο συγγραφέας ή ο ήρωας του – για καλύτερη άποψη ως προς τον έναν ή τον άλλον)

και στο μέγεθος περίπου ενός αξιοπρεπούς σταροχώραφου,

(μάλλον του ήρωα η μεταφορά)

και η οποία με μια χαψιά κατάπιε τον Όσιο μαζί με τα άμφια και όση σκόνη είχε μαζευτεί από τον προηγούμενο Δεκέμβριο που

(και την στιγμή που ο αναγνώστης θ’ αρχίσει να δυσπιστεί για τα πραγματικά γεγονότα, (γιατί μαθές να υπάρχει σκόνη στο μοναστήρι;) ο συγγραφέας σπεύδει να μας πληροφορήσει ότι τότε)

είχε αναλάβει ηγουμένη η Θεοπίστη (μορφωμένη μεν και ικανή στην πνευματική κατήχηση, πλημμελής δε και αλαφακούπα στα πρακτικά ζητήματα και στην καθοδήγηση των αδελφών στα οικοκυρικά.)

(όλα αυτά τα είδε ολοκάθαρα-, γεγονός που δικαιολογεί την σκόνη – αλλά βάζει τον αναγνώστη στο μεγάλο ερώτημα σχετικά με την Μόρφωση και την σχέση της με την Ελαφρομυαλιά.- Μήπως πάνε αυτά τα δύο μαζί; και πως συνδέονται; Έχουν να κάνουν με την σκόνη και γενικά με το νοικοκυριό ή είναι μέρος της Μόρφωσης ή της Ελαφρομυαλιάς; Θέλει σκέψη, μελέτη και συζήτηση για να φθάσουμε σε συγκεκριμένο συμπέρασμα.)

Ενώ η ουλή που έχασκε σαν χαραγμένο σύκο, έκλεινε μαλακά, ένας βόμβος πιο εκνευριστικός κι από ένα σμάρι φαηδόνες ακούστηκε, κι η θάλασσα από κάτω άρχισε να καπνίζει. Έπειτα το όλον – αστρόπλοιο, χωνεμένος Όσιος και χέουσα κολπορραφή – παρασύρθηκε προς τον εαυτό του πάνω από την χιονισμένη κορφή της Τσούκας, περίπου στο ύψος της χορδής του Αστερισμού του Τοξότη, ο οποίος αμέσως τρεμόπαιξε γλαφυρός• ασέληνος νύχτα γαρ εφέτος, η παραμονή του Οσίου.

(Κι αυτές είναι οι τελευταίες πληροφορίες πως χάθηκε ο Όσιος (βοήθεια μας) ενώ ως εκ θαύματος ο αυτόπτης μάρτυς…..)

ο Βύρων

ανεβάζοντας τα παραγάδια κι ενώ σκεφτόταν πόσο αδύνατο θα ήταν να τον πιστέψει η σύζυγός του Φωτούλα, ο αδερφικός του φίλος Γιώργος Ευαγγέλου, ή ο οποιοσδήποτε εδώ που τα λέμε -εκτός κι αν ήταν μάρτυρας του θαύματος ιδίοις όμμασι-
(αντικρίζει το άλλο θαύμα, ενώ πάλι ο καημένος ο αναγνώστης μπαίνει σε δεύτερο μεγάλο προβληματισμό ως προς την αξιοπιστία του Βύρωνα. Πως και γιατί η γυναίκα του η Φωτούλα να αμφισβητήσει το λόγο του  ο οποίος ..)

διαπίστωσε ότι τα ψάρια, ένα ευμέγεθες κοπάδι κουτσομούρες, έβγαιναν απ’ το νερό ξεροψημένα και σαν περασμένα με χοντρό αλάτι, ενώ μες στη μέση στα δίχτυα κάπνιζε καψαλισμένη,

μια νυχτερίδα με τσακισμένο πτερύγιο, γυρισμένη τ’ ανάσκελα.

(ίσως αυτό το θαύμα είναι μεγαλύτερο από το  πρώτο. Όλα τα ψάρια είναι ξεροψημένα – (δεν πα να είναι θάλασσα, τα θαύματα δεν προσέχουν τέτοιες λεπτομέρειες, γίνονται γιατί έτσι γίνονται) και δεύτερον η νυχτερίδα που όλοι θα πρέπει να ήξεραν ότι βρισκόταν στο Μοναστήρι, παρουσιάζεται στα δίκτυα και μάλιστα (επειδή είναι μικρότερη από τις κουτσομούρες είναι  καψαλισμένη.) Η λεπτομέρεια παίζει μεγάλο ρόλο στην περιγραφή. Φυσικά και δημιουργούν παρατηρήσεις και ερωτήσεις στο νου του αναγνώστη όπως γιατί ο Βύρων δεν είναι αξιόπιστος; Φταίει η προσωπικότητά του  ή ο γάμος τους βρισκόταν σε κάποια κρίση εκείνη την εποχή, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν αφοσιωμένος μελετητής του Παπαδιαμάντη. Πρέπει να μελετηθεί σοβαρά κάθε πληροφορία που μας δίνεται από τον συγγραφέα για να έχουμε μια πιο σαφή απάντηση σε κάθε προβληματισμό μας. Εν τω μεταξύ η ώρα περνάει και…)

Εκείνη την ώρα ένας γκιόνης έπιασε να κουβεντιάζει από μακριά μες στη σιωπή• συγχρόνως η κόκκινη μπογιά στα ίσαλα της Μοσχούλας ΙΙ, άρχισε να απλώνει αργά μες στο νερό, σαν αίμα σφάγιου μετά τη σφαγή.

(και έτσι το ιστόρημα τελειώνει με κόκκινη μπογιά ν’ απλώνεται σαν αίμα, όπου και το χρώμα  κόκκινη και η λέξη αίμα σφάγιου επισφραγίζουν την συγκίνηση και την τελική  εντύπωση της αναφοράς θαυμάτων. Δηλαδή ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος έκανε το θαύμα της γραφής του και ποιός μπορεί να αμφιβάλλει για ένα πολύ καλό γραπτό που απαιτεί: Φαντασία, Λόγο και Δύναμη;)

Η Δέσποινα Λαλα Κριστ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αμερική λογοτεχνία, ψυχολογία και ιστορία. Παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Κριστ καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταφραστή ελληνικής λογοτεχνίας. Άλλα βιβλία της είναι τα εξής: Μυθιστορήματα: Νόστος (Κέδρος), Τα απομεινάρια του Θεού (Καστανιώτης). Παιδικά: Μια Μαργαρίτα (Κέδρος), Καπνός και Βλακείες (Κέδρος), Η ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων (Καστανιώτης). Για Νέους: Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω (Σύγχρονη Εποχή), Ένας μικρός Θεός περίσσεψε (Κέδρος). Κριτική: Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά (Καστανιώτης).

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2007) Το μυστικό της συγγραφέως, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Το ξωτικό, Περίπλους
(1999) Ένας μικρός Θεός περίσσεψε, Κέδρος
(1997) Τα απομεινάρια του Θεού, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Νόστος, Κέδρος
(1989) Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω, Σύγχρονη Εποχή
(1984) Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά, Εκδόσεις Καστανιώτη
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2002) Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, Αλεξάνδρεια

RS75246_20170316_SeasonCelebration_095-lpr-2000x1333

εικόνα: τμήμα έργου της εγκατάστασης Lex and Love  του Meleko Mokgosi (γ. 1981 στην Μποτσουάνα)  από έκθεση έργων του της ενότητας Democratic Intuition  που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Williams College Museum of Art

έναστρη νύχτα

Εκεί θα στεκόταν και θα άκουγε
φρέσκια τη θαλασσα,
και τις τράτες τα μεσάνυχτα
πως κολυμπάνε,
ευθύγραμμοι αστερισμοί/
να που συνηθίζετε:
στις ποταμίσιες πέτρες
μια γόπα
των εαρινών φρουρών
να διαρκεί περισσότερο,
κι απ’ τον κίτρινο ήλιο
κι από την πιο μικρή μέρα
του Βίνσεντ στην Άρλ,
αν και για κείνον το φως είχε παγώσει νωρίς,
πριν τον βρει μεσημέρι,
ή με κομμένο αυτί
ή με την άδεια καρέκλα/
όσο πλέον έζησε ήταν μέσα σε κείνον τον ζεστό και κίτρινο πάγο/
αν έβλεπε,
το βαρύ στήθος της Νικολίτσας πώς διάβαζε τη ζωή,
κρατώντας σταυρωτά το βιβλίο,
ή τον δικό μας
παγωμένο,
προγονικό θάνατο/
μόνο αυτός θα καταλάβαινε
πώς είναι να ζει
μια ρώγα σαν άστρο/

εικόνα: Vincent van Gogh – λάδι σε καμβά –
Ηλιοβασίλεμα: σταροχώραφο κοντά στην Άρλ, Ιούνιος 1888
Kunstmuseum Winterthur
Winterthur,
Ελβετία

εσύ, ήσουν πάντα ποιητής

 

Απάνω που λες: – μεγάλωσα πια
δε θα ξανανταμώσω Αρχάγγελους/
όμως είναι τότε που συνωστίζονται στην σκάλα
ανεβαίνοντας,
τα νυχτοπατήματά τους σαν τα περίπολα εφοδευόντων,
κι από τη σκόνη τους
να πυκνώνει ο χρόνος και να πλημμυρίζει τα όνειρα/
ούτε που μετράω πια,
πόσες αρχές της φυσικής παραβιάζονται/
κάτι τέτοια εξηγούσα χθες στον παλαιό συνάδελφο
Νίκο Αργυράκη, χημικό,
ενώ ίσιωνε το μουστάκι του
χαϊδεύοντας απο κάτω, το ευγενικό χαμόγελο,
έπαιρνε σειρά για την ανηφόρα,
κι εγώ έκανα πώς δεν έβλεπα, πλάτη τον πατέρα μου,
που σκάλιζε τους σχιστόλιθους με ένα κουμαρόξυλο/
σαν γύριζε,
έβλεπα του έλειπαν από μπροστά δύο νεογιλά,
κι οι τιράντες του χιάζονταν
σαν χελιδονοουρές,
κι ο Νίκος μου λεγε:
«- εσύ, ήσουν πάντα ποιητής
ακόμη κι όταν δεν υπήρχε η ποίηση»,
κι έσβηνε ένα τσιγάρο στην κουπαστή,
και τα κίτρινα δάχτυλά του,
τραύλιζαν στην ανάμνηση των θειούχων και της νικοτίνης.

«-εσύ ήσουν πάντα ποιητής.
όμως εμείς σου λέω,
είμαστε, καιρό τώρα, πεθαμένοι»/

photo: Wynn Bullock (American, 1902-1975)
Child on Forest Road
1958, printed 1973
Gelatin silver print
Oklahoma City Museum of Art
Lent by Mr. and Mrs. Nicholas V. Duncan

Κόρος/ Μέρα Μέρωσε

          Στην πλατεία του γυναικοχωριού του, απάνω στο πάλκο με τα οικοδομικά μαδέρια που είχε φτιαχτεί ειδικά για την πανήγυρη της Αγιάς Σωτήρας, την παραμονή της Μεταμόρφωσης, ο θρυλικός λαϊκός βιολιστής Γεράσιμος Καρτάλης του Θεοφάνους, που κόντευε ενενήντα δυο χρονών, έπιασε να μιλάει μια βραδιά του Αυγούστου, με το Θεό. Και ενώ δεν ήταν σίγουρος για το ποιος Θεός ήταν αυτός που ήρθε να του μιλήσει, ποια να ήταν άραγε η εθνικότητα του, κι αν απαιτούσε το δέος ή το σέβας του ή την υποταγή του, για τις μετατροπίες του ασυγκέραστου εγχόρδου του, δεν είχε καμιάν αμφιβολία: χιτζάζ ή σαμπάχ τέσσερα κομμάτια κι έπειτα ραστ σε χουζάμ και σεγκιάχ  άλλα δυο, ως να μην του μένει ανάσα, κι ας μην προλάβαιναν να ακολουθούν απολύτως οι υπόλοιποι της ορχήστρας. Τον αποστόμωσε και τον Θεό και αισθάνθηκε να τον κερδίζει προς ώρας. Ενώ όμως έπαιζε ένα σμυρναίικο νανούρισμα (τη Μαργαριταρένια) με κλειστά τα μάτια και σηκωμένα τα μανίκια ως συνήθιζε, και σιγοντάριζε την νεαρή τραγουδίστρια, κρυφοκοιτάζοντας τα πόδια της, δέχθηκε μιαν ακόμη επίσκεψη (του Περαματάρη τούτη τη φορά.)  Άδειο σακί ήταν το ρούχο του, και το πρόσωπό του ερεβώδες. Κι ενώ τον φόρτωνε στη σχεδία του, κι η βουβή ανάσα του μύριζε ρετσίνα και ψητό αρνί, ένιωσε από κάτω του τον ποταμό να τους μεταφέρει με θόρυβο σαν οδοντωτός.  Έπιασε κι εκείνος μια δοξαριά από τον χαμηλό πλάγιο δεύτερο και την οδήγησε μέχρι το πανηγύρι της Αγίας Σοφίας στη Στεφάνη το ’79 – εκεί όπου  ήρθε και του προσκύνησε τα χέρια η αναδεξιμιά του,  Κικίτσα Αγραφιώτου του Γιωργοδάρα, και τον χειροκροτούσε το κοινό 20 λεπτά απνευστί μέχρι να ματώσουν οι παλάμες – ως την τωρινή πανήγυρη όπου έπαιζε το Καλυμνιώτικο Μέρα Μέρωσε, κι η αυγή ντρεπόταν να χαράξει από την ομορφιά. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, άρχισε μεν να αργοπεθαίνει απ’ τα χαράματα του Σαββάτου, όμως κανείς δεν τον πήρε μυρουδιά, διότι συνέχιζε να παίζει ως το μεσημέρι της Κυριακής στις δυόμιση όπου και τον σκούντησε κατά λάθος με το σουραύλι του ο Παντελής, κι αμόλησε άξαφνα το κορμί του σαν ξεφούσκωτη τσαμπούνα μέχρι που σωριάστηκε σχεδόν καθέτως από το σκαμνί πάνω στις δούγες, του βιολιού το τρανταφυλλόξυλο άνοιξε στα δύο στο σκάφος, και το δοξάρι εκτοξεύτηκε προς την κατεύθυνση ενός τριαξονικού που μετέφερε πατάτα στη Γερμανία. Εκεί παγιδεύτηκε περήφανο κι οριζόντιο, ανάμεσα σε δυο σακιά, ενώ οι αλογότριχές του, πάλλονταν τραυματισμένες σαν ασπρόμαυρο γιορντάνι στο ανοιξιάτικο αεράκι…

(στο Γιώργο Κόρο)

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82