ένα κείμενο με αφορμή τη Μοσχούλα ΙΙ (της Δέσποινας Λαλά Κριστ*)

 

Το «θαύμα» είναι μέρος της ζωής μας, συμβαίνει καθημερινά και δυστυχώς περνάει απαρατήρητο αφού κανείς δεν ασχολείται με την γραφή του. Ο λόγος είναι απλός. Οι συγγραφείς σαστίζουν εμπρός στο μεγαλείο του. Και να ως εκ θαύματος έρχεται ο κύριος Λουκόπουλος να περιγράψει όχι μόνο ένα, αλλά δύο, γιατί έτσι γίνονται τα θαύματα. Όταν έρθει ένα, έρχεται ακόμα άλλο ένα. Και ιδού ο τρόπος γραφής του

Κων/νου Λουκόπουλου

περί λειψάνων/ Μοσχούλα ΙΙ (βοήθειά μας)

απαραίτητη η ευχή. Προσοχή  μην παραμεληθεί από μελλοντικούς συγγραφείς θαυμάτων. Ακολουθούν λεπτομέρειες: εποχή, ώρα, τόπος, συμβάν…

..Τη νύχτα της παραμονής του Οσίου Ιερόθεου του Μαγγανάρη

κι ενώ κόντευαν μεσάνυχτα στη δυτική πλαγιά των Βλαχερνών – όλα τα κελιά στο μοναστήρι φωταγωγήθηκαν ταυτόχρονα για μερικά δευτερόλεπτα και στη συνέχεια έσβησαν με μιάς παρασύροντας στο σκοτάδι

(ο αναγνώστης τέλεια κατατοπισμένος….)

και μεταξύ άλλων αναφέρεται  το εξωπραγματικό γεγονός, μικρό γεγονός που δεν φαίνεται να παίζει και σημαντικό  ρόλο στο μεγάλο αυτό θαύμα…αλλά…)

μεταξύ άλλων -μια τυφλή νυχτερίδα προσβεβλημένη από το ραβδοϊό της λύσσας, που καθυστερώντας να επανακτήσει την υπέρηχη τροχιά της, συνετρίβη μοιραία στο στειλιάρι της σημαίας με τον δικέφαλο αητό-

( μικρό ατύχημα που όμως πρέπει να αναφερθεί με όλες της λεπτομέρειες που προκάλεσαν τον θάνατο της δύστυχης νυχτερίδας, αφού αυτή θα παίξει το μεγάλο ρόλο της μαρτυρίας. (Κι εκείνη την στιγμή που όπως αναφέρθηκε, όλα όσα φωταγωγήθηκαν, παρασύρθηκαν πάλι στο σκοτάδι.)

Σε αυτό το απόλυτο σκότος που διαδέχθηκε την έκλαμψη φωτός,

 το θαύμα έλαβε χώρα.

το λείψανο του Οσίου, ανελήφθη λιανό και απαστράπτον, με άπαντα τα παρασάρκια οστά του αιωρούμενα σε νέφος, πλην εκτός της αριστερής κνήμης η οποία παρέμεινε σφηνωμένη στο γυάλινο κιβούρι, πλεγμένη σε σταυρική παράθεση με το μεταξωτό σάβανο, ανάμεσα στο θαμπό τζάμι και μια ξύλινη βίδα από κέδρο του Λιβάνου.

(Η περιγραφή δεν μπορεί να δεχθεί καμία αμφιβολία ή αμφισβήτηση. Οι λεπτομέρειες είναι σαφέστατες. Αυτός που αμφιβάλει – γιατί δυστυχώς πολλοί αμφιβάλουν για την γένεση θαυμάτων – δεν έχει παρά να κάνει το ταξίδι στο Μοναστήρι και θα  διαπιστώσει ότι και η κνήμη (η αριστερή, παρακαλώ) και η βίδα από κέδρο Λιβάνου βρίσκονται στην θέση τους..

Εν τω μεταξύ προστίθεται ακόμη κάτι  που  θα παίξει όχι μόνο το ρόλο του αυτόπτη μάρτυρα, αλλά και θα διπλασιάσει το θαύμα της ιστορικής βραδιάς.)

Ένα θέοφωτο αστρόπλοιο με επιφάνεια τουλάχιστον τέσσερα στρέμματα εμφανίστηκε πάνω από τη θάλασσα, να κρέμεται σαν της Αγιάς Σοφιάς τον ελαιόχροντα πολυέλαιο, ακίνητο (ή σβουρίζοντας τόσο γρήγορα περί του κατακόρυφου άξονά του, που δεν το πρόφταινε το μάτι).

Ενώ το μάτι του αυτόπτη μάρτυρα κάποιου …

σιδεράς κατ’ επάγγελμα, μα κλαρινιτζής κατά περίσταση (γάμων, αρρεβώνων ή λαϊκών πανηγύρεων) καθώς και δεινός ψαράς Βύρων Λογοθέτης, έχοντας καλάρει για την ψαριά του προ ενός κιόλας μισάωρου

τη στιγμή του συμβάντος αγνάντευε τον όρμο ευχαριστημένος,

(κάποια στιγμή, θα πρέπει να το γύρισε προς τον ουρανο και είδε όπως)

καθισμένος στην πλώρη της βάρκας του «Μοσχούλα ΙΙ», μιας εκσυγχρονισμένης εκδοχής της πρώτης Μοσχούλας, βάρκας του πατέρα του – αριστερού υψιφώνου ψάλτη της βασιλικής του Αγίου Τίτου, και αφοσιωμένου μελετητή του Παπαδιαμάντη – συγχωρεμένου από καιρό.

(ο αναγνώστης κατατοπίζεται για την ποιότητα του πατέρα του ήρωα μας και τον κατατάσσει στο νου ως διανοούμενο, οπότε επηρεάζει και την γνώμη του για τον υιό Βύρωνα με τον ίδιο τύπο καϊκιού και ονομασία, ενώ το μάτι επιστρέφει στο πλάι του σκάφους …)

Ενεός απέμεινε να κοιτάει την οριζόντια ουλή χρώματος κοραλλί που άνοιξε στο πλάι του πλοίου, σε σχήμα δροσερού, εφηβικού αιδοίου  

(πρέπει να διευκρινισθεί στο νου του αναγνώστη ποιός χρησιμοποιεί αυτή την μεταφορά – ο συγγραφέας ή ο ήρωας του – για καλύτερη άποψη ως προς τον έναν ή τον άλλον)

και στο μέγεθος περίπου ενός αξιοπρεπούς σταροχώραφου,

(μάλλον του ήρωα η μεταφορά)

και η οποία με μια χαψιά κατάπιε τον Όσιο μαζί με τα άμφια και όση σκόνη είχε μαζευτεί από τον προηγούμενο Δεκέμβριο που

(και την στιγμή που ο αναγνώστης θ’ αρχίσει να δυσπιστεί για τα πραγματικά γεγονότα, (γιατί μαθές να υπάρχει σκόνη στο μοναστήρι;) ο συγγραφέας σπεύδει να μας πληροφορήσει ότι τότε)

είχε αναλάβει ηγουμένη η Θεοπίστη (μορφωμένη μεν και ικανή στην πνευματική κατήχηση, πλημμελής δε και αλαφακούπα στα πρακτικά ζητήματα και στην καθοδήγηση των αδελφών στα οικοκυρικά.)

(όλα αυτά τα είδε ολοκάθαρα-, γεγονός που δικαιολογεί την σκόνη – αλλά βάζει τον αναγνώστη στο μεγάλο ερώτημα σχετικά με την Μόρφωση και την σχέση της με την Ελαφρομυαλιά.- Μήπως πάνε αυτά τα δύο μαζί; και πως συνδέονται; Έχουν να κάνουν με την σκόνη και γενικά με το νοικοκυριό ή είναι μέρος της Μόρφωσης ή της Ελαφρομυαλιάς; Θέλει σκέψη, μελέτη και συζήτηση για να φθάσουμε σε συγκεκριμένο συμπέρασμα.)

Ενώ η ουλή που έχασκε σαν χαραγμένο σύκο, έκλεινε μαλακά, ένας βόμβος πιο εκνευριστικός κι από ένα σμάρι φαηδόνες ακούστηκε, κι η θάλασσα από κάτω άρχισε να καπνίζει. Έπειτα το όλον – αστρόπλοιο, χωνεμένος Όσιος και χέουσα κολπορραφή – παρασύρθηκε προς τον εαυτό του πάνω από την χιονισμένη κορφή της Τσούκας, περίπου στο ύψος της χορδής του Αστερισμού του Τοξότη, ο οποίος αμέσως τρεμόπαιξε γλαφυρός• ασέληνος νύχτα γαρ εφέτος, η παραμονή του Οσίου.

(Κι αυτές είναι οι τελευταίες πληροφορίες πως χάθηκε ο Όσιος (βοήθεια μας) ενώ ως εκ θαύματος ο αυτόπτης μάρτυς…..)

ο Βύρων

ανεβάζοντας τα παραγάδια κι ενώ σκεφτόταν πόσο αδύνατο θα ήταν να τον πιστέψει η σύζυγός του Φωτούλα, ο αδερφικός του φίλος Γιώργος Ευαγγέλου, ή ο οποιοσδήποτε εδώ που τα λέμε -εκτός κι αν ήταν μάρτυρας του θαύματος ιδίοις όμμασι-
(αντικρίζει το άλλο θαύμα, ενώ πάλι ο καημένος ο αναγνώστης μπαίνει σε δεύτερο μεγάλο προβληματισμό ως προς την αξιοπιστία του Βύρωνα. Πως και γιατί η γυναίκα του η Φωτούλα να αμφισβητήσει το λόγο του  ο οποίος ..)

διαπίστωσε ότι τα ψάρια, ένα ευμέγεθες κοπάδι κουτσομούρες, έβγαιναν απ’ το νερό ξεροψημένα και σαν περασμένα με χοντρό αλάτι, ενώ μες στη μέση στα δίχτυα κάπνιζε καψαλισμένη,

μια νυχτερίδα με τσακισμένο πτερύγιο, γυρισμένη τ’ ανάσκελα.

(ίσως αυτό το θαύμα είναι μεγαλύτερο από το  πρώτο. Όλα τα ψάρια είναι ξεροψημένα – (δεν πα να είναι θάλασσα, τα θαύματα δεν προσέχουν τέτοιες λεπτομέρειες, γίνονται γιατί έτσι γίνονται) και δεύτερον η νυχτερίδα που όλοι θα πρέπει να ήξεραν ότι βρισκόταν στο Μοναστήρι, παρουσιάζεται στα δίκτυα και μάλιστα (επειδή είναι μικρότερη από τις κουτσομούρες είναι  καψαλισμένη.) Η λεπτομέρεια παίζει μεγάλο ρόλο στην περιγραφή. Φυσικά και δημιουργούν παρατηρήσεις και ερωτήσεις στο νου του αναγνώστη όπως γιατί ο Βύρων δεν είναι αξιόπιστος; Φταίει η προσωπικότητά του  ή ο γάμος τους βρισκόταν σε κάποια κρίση εκείνη την εποχή, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν αφοσιωμένος μελετητής του Παπαδιαμάντη. Πρέπει να μελετηθεί σοβαρά κάθε πληροφορία που μας δίνεται από τον συγγραφέα για να έχουμε μια πιο σαφή απάντηση σε κάθε προβληματισμό μας. Εν τω μεταξύ η ώρα περνάει και…)

Εκείνη την ώρα ένας γκιόνης έπιασε να κουβεντιάζει από μακριά μες στη σιωπή• συγχρόνως η κόκκινη μπογιά στα ίσαλα της Μοσχούλας ΙΙ, άρχισε να απλώνει αργά μες στο νερό, σαν αίμα σφάγιου μετά τη σφαγή.

(και έτσι το ιστόρημα τελειώνει με κόκκινη μπογιά ν’ απλώνεται σαν αίμα, όπου και το χρώμα  κόκκινη και η λέξη αίμα σφάγιου επισφραγίζουν την συγκίνηση και την τελική  εντύπωση της αναφοράς θαυμάτων. Δηλαδή ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος έκανε το θαύμα της γραφής του και ποιός μπορεί να αμφιβάλλει για ένα πολύ καλό γραπτό που απαιτεί: Φαντασία, Λόγο και Δύναμη;)

Η Δέσποινα Λαλα Κριστ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αμερική λογοτεχνία, ψυχολογία και ιστορία. Παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Κριστ καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταφραστή ελληνικής λογοτεχνίας. Άλλα βιβλία της είναι τα εξής: Μυθιστορήματα: Νόστος (Κέδρος), Τα απομεινάρια του Θεού (Καστανιώτης). Παιδικά: Μια Μαργαρίτα (Κέδρος), Καπνός και Βλακείες (Κέδρος), Η ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων (Καστανιώτης). Για Νέους: Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω (Σύγχρονη Εποχή), Ένας μικρός Θεός περίσσεψε (Κέδρος). Κριτική: Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά (Καστανιώτης).

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2007) Το μυστικό της συγγραφέως, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Το ξωτικό, Περίπλους
(1999) Ένας μικρός Θεός περίσσεψε, Κέδρος
(1997) Τα απομεινάρια του Θεού, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Νόστος, Κέδρος
(1989) Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω, Σύγχρονη Εποχή
(1984) Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά, Εκδόσεις Καστανιώτη
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2002) Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, Αλεξάνδρεια

RS75246_20170316_SeasonCelebration_095-lpr-2000x1333

εικόνα: τμήμα έργου της εγκατάστασης Lex and Love  του Meleko Mokgosi (γ. 1981 στην Μποτσουάνα)  από έκθεση έργων του της ενότητας Democratic Intuition  που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Williams College Museum of Art

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s