εωθινό ρετσίνι

Βλέπω που χάνεται η γλώσσα
μες στα ποιήματα,
όπως τα τρένα που σκουριάζουν στους σταθμούς,
φαρμακωμένα απ’ τον έρωτα του δρόμου/
Ζώντας εκεί, σ’ αυτή την πρόσληψη,
ίχνηλατώ τις λέξεις που εσωστρέφουν/
τις κουβαλώ σ’ ένα κουτί
ζαχαρωτών,
-παρότι η ζάχαρη είναι ο μέγας διαβητικός ακταιωρός-
και τις πετώ ζαχαρωμένες/
κι όπου κάτσουν/
Μόνο πονάω που τα χέρια μου δεν πιάνουν καλά,
και το κορμί μου έχει γίνει μια ανόητη άσκηση
που φοριέται ανάσκελα,
σαν χρονικό κρεβάτι/
Έξω η νύχτα συντελείται
είτε σε μαραθώνιους,
είτε σε απλές κούρσες ταχύτητας/
κι εσύ μου λες
-Έχασα το σπίτι,
δεν ήταν απο δω;
και μου δείχνεις ξανά εκείνες τις πέτρες που έχουν φυτρώσει
κι άλλα παιδιά,
κι άλλοι θάνατοι
κι άλλες βροχές
κι άλλες οδύνες/
αχ να ήταν να μη μου γύριζες πλέον τη ζωή,
σα χαλίκι μες στο στόμα/
να φευγες τώρα προς τη Ζήρεια, με τούτο το αεράκι/
κι ας μου ανακάτευες όσα μαλλιά μου μείναν/
δεν είναι που δε θέλω να σε θυμάμαι πια/
είναι που στάζεις απ’ τις λέξεις μου σαν το εωθινό ρετσίνι/
και που όσο γερνάω,
τόσο σε κοντεύω/
ΚΛ – 26/06/2017

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Black Sea. Between Chronicle and Fiction
2002-2010

© Vanessa Winship

Advertisements

μια μέρα που πέρασε

Όλο και πιο σπάνια πια,
συναντιέμαι με
λέξεις που ματώνουν/
με τη σάρκα ενός βράχου την άνοιξη,
ή με κάποιους ανθρώπους που σβήνουν άηχα, όπως υπήρξαν,
απέραντες θάλασσες
δίχως παφλασμό/
Έτσι λέω,
ματώνουν κι οι λέξεις όταν
αντηχούν
τις πόλεις που παγώνουν στον χρόνο αγιάτρευτες,
το χειμωνιάτικο Ντιτρόιτ,
την Πάδουα των αποδημητικων,
το γυάλινο Πλόβντιβ/
με τη σκόνη των εραστών που
κρατιούνται από τα ρείθρα με σχοινιά να μην απογειωθούν
ή με την βαριά κήφωση της μάνας μου,
που έρχεται στα όνειρα στητή
να μου πει πως έγιανε/
με κάτι τέτοια αλλάζουν οι συμπαγείς ζωές,
προς μια θαμπή εικόνα ιστορίας/
μ’ έναν ιστό με πάχνη που λαμπυρίζει στο φως,
ή με την πολύ πιο πικρή χωρική νηνεμία,
μιας μέρας που πέρασε σαν ίσκιος και πάει/

ΚΛ – 24/06/2017

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Sweet Nothings: Schoolgirls of Eastern Anatolia
2007

© Vanessa Winship

η πρόβα

Σεβάσμιοι όπως γίναμε με τη δουλειά
και πάψαμε να ταΐζουμε τις λέξεις
με τα χέρια,
δεν έχω να σου γράψω, σύντροφε στα όνειρα/
μου πήρε η πλήμμη
-το ημερολόγιο των κυμάτων-
κάθε λευκό χαρτί που δίψαγε την ποίηση/

Όσο μεγαλώναμε με δεμένα τα φτερά,
τσακώνονταν τριγύρω μας
ο επιούσιος κι η φθορά,
όπως ερίζουν δύο σκυλιά
πάνω απ’ το ίδιο κόκκαλο/

Λέγαμε το κάναμε για τα παιδιά/
αρκούσε που -σε μια πρόβα σχολικής γιορτής-
αρωματικά χαμομήλια φύτρωναν στα μάγουλα
και τα λόγια απ’ τα τραγούδια,
βούιζαν στον ύπνο μας για μέρες μετά/
Ταυτόχρονα
έφυγε πρώτα – μες στην πίκρα- ο πατέρας,
έπειτα η μάνα,
έπειτα κάποιοι φίλοι,
τρίφτηκαν τα ρούχα,
μαράθηκαν τα χαμόμηλα,
κι αυτός ακόμη ο επιούσιος σκύλος
κατασπαράχτηκε
από τον σκύλο της φθοράς/

Ώσπου μεγάλωσαν τα παιδιά,
τελειώσαν οι γιορτές/

Εμείς όμως ακόμη εκεί/
«Είμαστε δυο, είμαστε δυο,
η ώρα σήμανε οκτώ»
κι ας επιμένει κάθε βράδυ
το ίδιο παραμύθι να ακουστεί,
κολλήσαμε στην πρόβα/

ΚΛ – 20/06/2017

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Imagined States and Desires. A Balkan Journey
1999-2002

© Vanessa Winship

πετροχελίδονα

Πάει καιρός που κοιμάμαι μες στους ίσκιους,
ένα περιστέρι όπως έγινε κι ο ύπνος μου/
από ξω περνούν τα χερουβείμ,
άτριχοι γέροντες δίχως τις γριές τους,
έπειτα οι γριούλες μόνες τους,
η συμφοιτήτριές μου Γιώτα και Αφρούλα,
ο Φλέσσας, ο Χρήστος ο Φερλές/
εύκολα όνειρα,
με εύκολους ονειροκρίτες/
αδειάζουν ένας ένας το ποτήρι του στις τάβλες του δαπέδου,
κι ο ύπνος μυρίζει τσίπουρο,
καρπούζι κι αγιόκλημα του Μασταμπά/
μια Oldsmobile Delta 88 Royale του ’73,
διασχίζει τη γέφυρα στο φιλμ
«Υπάρχουν πράγματα να κάνεις στο Ντένβερ
όταν είσαι νεκρός»
κι ο Τομ Γουέιτς ψέλνει έναν ψαλμό σε πλάγιο δεύτερο/
Μετά γεννιούνται τα ποιήματα σαν πετροχελίδονα:
μαζεύουν φόρα πριν να εκτοξευτούν
και τα δίνουν όλα σε ένα χτύπημα/


photo: Tom Goldner
Lake
2015-16
Silver gelatin print

αλυκές

Είναι η κατακρήμνιση στη στάχτη,
και όχι η περήφανη θάλασσα που μας οδηγεί/
κι όσο κι αν ζούμε
ως εντολές,
ή άρση μας
σ’ αυτήν τη συλλογικότητα
μας καθορίζει/
κι ενώ ταξιδεύει η ψυχή μας
τεντωμένη προς το άπειρο
όλο και ζαλίζεται,
καθώς ανάβουν τα φώτα τους οι αστεροειδείς/
οι βώλοι μας αποκλείονται,
από τη γεωμετρία του σύμπαντος/
κι οι αλυκές μας σκοντάφτουν πάνω τους,
ενώ το υποκίτρινο λευκό τους,
ματώνει/
μα δεν θυμάμαι να υπήρξαμε ποτέ
τίποτα καλύτερο.
Έχοντας πουλήσει τα χρόνια μας στον Βιτρούβιο,
κοιτώντας όλο προς τα μπρος,
η αλήθεια μας είναι αυτό που φυτρώνει στο αλάτι:
ότι ζήσαμε, ζήσαμε/
και δεν πρόκειται να μας επιστραφεί/

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
The State We’re In, A (Room 14)
2015
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

orwo DDR

Όσες στιγμές αντέχω,
είναι κείνες που ελευθέρωσα,
κι έτσι ελεύθερες με επισκέπτονται.
Τα εύθρυπτα χρόνια που σκάλιζαμε τον πάτο
στο λευκό αποικιακό κρεβάτι της αυλής
κι απαραίτητα
ένα βίντεο με τους δύο τους που ψιθυρίζαν/
όχι πως ξεχνιέται η φωνή,
ένα συνεχές μάντρα της κάθε μέρας/
Και το σπίτι όλο τ’ αποφεύγουμε.
Ενώ περνάει ένα νερουλάδικο που βρέχει το χώμα,
οι πόρτες ανοίγουν και βρίσκουμε εκεί
ένα πόδι η ένα χέρι που μας έλλειπε,
τα πεταχτά φιλιά κάτω απ’ τις ακούρευτες νερατζιές,
μια ελαφριά διάσειση
σε κάποιο φιλικό ή
στην αναμέτρηση με τα αστέρια/
τον κύριο Κοσμά που μας δίδασκε για τις Νεαρές
και τη Μαίρη που ρωτάει
πώς σκληραίνει το κορμί με τα χάδια,
το απόγευμα πίσω από τις πασχαλιές,
ο λαιμός της που μυρίζει σταφύλι/
το φύλο της,
που τρανώνει
σε μια επική υγρή κενότητα,
και επιδιώκει
να πυρποληθεί/
δεν έχουν οι άνθρωποι άκρη,
ούτε έχει άκρη η θάλασσα/
η θάλασσα μας ήταν πάντα
μια πράσινη αλάνα,
που ριγούσαν τα στάχια της ασπρόμαυρα
απαθανατισμένα
σε φιλμ Όρβο DDR.

photo: László Moholy-Nagy (1895-1946)
Once a Chicken, Always a Chicken
1925
Photomontage (halftone reproductions, paper, watercolor, and grapite) on paper
15 × 19 in.
Alice Adam, Chicago
© 2017 Hattula Moholy-Nagy/Artists Rights Society (ARS), New York/VG Bild-Kunst, Bonn

η πρόκα

Όλοι γερνάμε, όμως εσύ,

έτσι θα ήθελα να μεγαλώνεις:

γύρω από αυτή την πρόκα που σκουριάζει από καιρό

στο στήθος σου.

Κι όσο απλώνεσαι στο χρόνο,

τόσο να αψηφάς,

το δήγμα του σκορπιού των βράχων στο Ασπρομόντε,

τα αγριογούρουνα των Βαρδουσίων,

και κάθε χλιαρή αύρα

που στο παίζει θύελλα/

Κι όταν συντέμνεις τις τροχιές των άστρων,

να τους απαριθμείς

τις νύχτες μας στο Κρόιτσμπεργκ και στην Ούντερ ντεν Λίντεν,

σαν να ΄ταν φλοίδες πράσινο  σαπούνι/

κι εγώ να στέκω και να χτενίζω τον αφρό τους

καθώς το κενό θα καταπίνει

τη βύθιση του Ερμή στην πετσέτα του Ήλιου/

κι όλους τους συναφείς μετασχηματισμούς Γκαλιλέο.

Το ξέρω θα ‘ναι πάντα χειμώνας,

στο χώμα οι σκουρόχρωμοι σκίουροι θα

αποσυντίθενται σταθερά προς νιτρώδη/

κι όλα τα φίλια ποιήματα

θα ματώνουν καθώς θα βάλλονται

από εχθρικούς ποιητές/

κι ίσως να γίνεις ροζ και πορφυρή και άνιση

σαν καλυμνιώτικο κοράλλι σε σπηλιά/

κι η ίδια η πρόκα να ανθίσει κι αυτή

ώσπου να γίνει,

ένα ρόδο από σίδερο,

όμως σαν θα ‘μαστε μαζί,

το χρόνο λέω, μπορώ να τον σκοτώσω.

 

photo: Elliott Erwitt (American, born France 1928)
Cracked Glass with Boy, Colorado
1955, printed 1980
Gelatin silver print
Oklahoma City Museum of Art
Gift of Raymond W. Merritt

 

ένας δανεικός θάνατος

Κάποτε ίσως σωπάσει
ακόμη κι εκείνος ο επίμονος λυγμός που μας συνοδεύει
δια βίου,
οι αισθήσεις των λατρεμένων μας ίσως επιστρέψουν
σαν το σαρωτικό -εν οίστρω- κίνημα της Σετσεσιόν/
και τα φώτα κάθε αγροικίας στις λίμνες Ζέε
να ντραπούν τουλάχιστον δις
που αναπνέουν με τη μουσική,
σαν να ήταν η ίδια η ζωή ένα λήντερ του Σούμπερτ.
Κι ένας πάνθηρας ταγός,
όπως κατηύθυνε ο Κλιμτ τον χρυσό στα δροσερά της μπούτια,
να δακρύσει τους αδένες του
γρυλίζοντας ετοιμοθάνατος,
σε μια αλατισμένη μασχάλη/
είναι λέω, η απόλαυση,
ένας δανεικός θάνατος
ο ίδιος ή
η δαμόκλειος υπόσχεσή του;

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
Eleanor / Lutz, a
2016
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

documenta στο Αλμπουκέρκι

    Σιγή αλμυρή και μεταλλική μέσα στον κλωβό, όπου ένας υγρός σπινθήρας Laser διηγερμένων διμερών -που απλώνεται σαν τεθλασμένο φίδι- καταφέρνει να ματώσει τη μασχάλη της έφηβης με την πλεονασματική τριχοφυία, ενώ επιχειρεί μια αποτρίχωση τρίχα τρίχα, μέσω ενός  ρομποτικού βραχίονα. Ο κλωβός είναι μια κονσέπτσουαλ ηχηρή δήλωση για το πως συνυπάρχει και αναπτύσσεται η αυτόχθονη παράδοση των Μεξικανών μέσα σε ένα ολιστικό και παγκοσμιοποιημένο σύμπαν, ΙοΤ (Internet of the Things). Μπορείς να πείς το όλον είναι σαν να έφτιαξε ένα τεκ υπόβαθρο η Μόνα Χατούμ πάνω σε τυπωμένα κυκλώματα επιχρωματισμένα από τον Ακριθάκη,  κι ενίσχυσε η Αμπράμοβιτς το φυλετικό, εθνολογικό περιβάλλον (επεκτείνοντας τη σλάβικη εμπειρία της, στις τελετές ενηλικίωσης των Αζτέκων): επομένως τοποθετείσαι τσίτσιδη εντός της ενσταλασιόν, ήδη τέσσερα εικοσιτετράωρα τώρα,  και διαβιοίς αυτάρκης, εσύ, μια δεκαεξάχρονη Χουάνα η Παρθένα που επέζησες από την εκκαθάριση στον τρίτο τόμο του 2066*, αρχικά δούλευες στη VW για 2 δολάρια μεροκάματο, έπειτα τύλιγες μπουρίτος στους γάμους και καθάριζες τις κιθάρες των Μαριάτσι, τέλος έγινες στρίπερ σε ένα κωλάδικο με το όνομα Φελίσιτι (και δεν ήσουν καθόλου Χουάνα και καθόλου Παρθένα πια). Επειδή ορισμένοι -κυρίαρχοι- γεννήτορές σου υπήρξαν κονκισταδόρες, είσαι καθολική και οριακά αναλφάβητη, ενώ το αζτέκικο αίμα παρατίθεται στα τατουάζ της κοιλιάς, στο περιμετρικό της αριστερής γάμπας και στο καμπύλο της γραμμής του στήθους σε σχήμα παραβολής με τα κοίλα άνω. Σκουπίζεις το αίμα από τη μασχάλη σου με τις ρώγες των δαχτύλων και το φέρνεις στα χείλη, ενώ ανασηκώνεις τη γυμνή λεκάνη σου ελαφρά, παραχωρώντας ευρεία θέα στους ελάχιστους φιλότεχνους μπανιστιρτζήδες που περιβάλλουν – τέτοια ώρα, σχεδόν χαράματα- τον κλωβό.  Η σημειολογία του κορμιού τα καταφέρνει εκεί που ο κλιματισμός αποτυγχάνει να στηρίξει την θερμοδυναμική ισορροπία των συσκευών: όλοι ιδρώνουν. Έπειτα τυλίγεσαι με μια ρόμπα, ξεστομίζεις ένα » – άι γαμήσου για αποτρίχωση στην τελική!», ανοίγεις μια πόρτα στα κάγκελα πατώντας ένα τεράστιο πράσινο μπουτόν, και κατευθύνεσαι προς την έξοδο ξυπόλητη. Όμως…δεν είσαι και η πρώτη! Η προηγούμενη ντύθηκε καλόγρια και πήγε να προσκυνήσει, σαν βουάρ, στην εγκατάσταση με το σιντριβάνι της Ιερής Καρδιάς της Ιωάννας της Λωραίνης στο δεύτερο επίπεδο, η προπροηγούμενη βγήκε κι αφού προπηλάκισε έναν εφημέριο που τη χάζευε, φόρεσε ένα λευκό σεντόνι, κι άρχισε να τραγουδά αυτοσχέδια γκόσπελ για το σιχτίρισμα των τραπεζών. Έπρεπε να το καταλάβει από την αρχή ο καλλιτέχνης: γενικά οι Μεξικάνες στρίπερς είναι φτηνές μεν, αναξιόπιστες δε…
Όπως ξημερώνει, ένα φως ξεχασμένο που αλήτευε στην έρημο όλη τη νύχτα μεταμφιεσμένο, λαμπαδιάζει τους κάκτους ενσωματώνοντας το μέλι του ήλιου, και φτάνει γραμμή ως το Αλμπουκέρκι. Αυτή δεν είναι έρημος! Είναι η φωτεινή πλευρά του Ερμή! Κι αυτό το ενεό αγριοτριαντάφυλλο που σαν να ντρέπεται που φυτρώνει στις ρόδες της εγκαταλειμμένης Καμάρο, έξω από το Μουσείο, είναι σαν ένα ματωμένο χελιδόνι, που κατασπαράχτηκε μόλις, από έναν κεραμιδόγατο. Ένας Έλληνας αρτ αφισιονάδο που ταξίδεψε ως εδώ για να σε δεί, καθώς βλέπει τον ήλιο να σε ζωγραφίζει μέσα από τη διάφανη ρόμπα σου, ονειρεύεται πως ταξιδεύει τον 3ο αιώνα π.Χ. με μια τριήρη από τον Τάραντα στη Ρόδο με εμπορεύματα, και τη στιγμή που μπαίνει στο λιμάνι -αντί του κολοσσού-  το πλοίο περνάει κάτω από τα πόδια σου. Ξαπλώνει ανάσκελα στο χώμα και κάνει μια ασαφή κίνηση (μάλλον για να παραμερίσει το ιστίο) Κι εσύ, σαν να καταλαβαίνεις, τον δρασκελίζεις αγέρωχη σε αργή κίνηση, και απομακρύνεσαι προς την πιάτσα των ταξί. Όσο για την ενσταλασιόν- μπορεί να πει κανείς με σιγουριά- ας πάει στο γεροδιάολο._

*αναφορά στη ιστορία με τους φόνους των Μεξικανών κοριτσιών από το γνωστό βιβλίο του Μπολάνιο

photo: Manuel Alvarez Bravo

La buena fama durmiendo (The Good Reputation Sleeping)

1939

20.3 x 25.4 cm

Μαλανδρίνο

Κάποτε ο χρόνος θα γίνει
μια εντολή
σαν το σιωπητήριο,
ή ένα «ευλόγησον» παραδομένο σε λάθος παραλήπτη/
Η ίδια ελεύθερη στιγμή
– πχ. μια σχολική εκδρομή –
θα τεντωθεί μέχρι να σκάσει/
Το Μαλανδρίνο θα ξυπνήσει στου Μόρνου την κοιλιά,
κι η Θήβα των παρθένων,
θα αποστραγγίξει τις κερασιές
στο χιόνι της Αγόργιανης.
Εμείς
αμήχανοι θα συνερχόμαστε από έναν ακόμη θάνατο/
και τα ζωγραφισμένα χέρια μας
θα πλέκουν ξανά,
τις πόρτες και τα σχήματα
που φύτρωναν από της μάνας μας το στόμα/
Το βλέμμα σου
θα πολεμάει να με σώσει απ’ τον πνιγμό,
και θα ναι για πάντα καλοκαίρι.
Από το δίχτυ του,
δε θα διαφεύγουν ούτε πουλιά ούτε ψάρια, κι ένα πράσινο λεωφορείο θα μας πηγαινοφέρνει για μπάνιο στην Κινέττα
εμπλοκή/
Κι εκείνη η σκιάχτρα που άστραφτε ατσαλάκωτη,
πάνω από το ρέμα του Αρδεπάτη,
θα απαλλαγεί
απ’ το φαρμάκι του έρωτα
κι ίσως να γιάνει/
Το νυφικό της μου το παρήγγειλε απ’ τον κλίβανο,
Τρίτη πρωί, σιδερωμένο.
Έπειτα με είπε
Αδάμ
και με δάγκωσε,
στο δεξί πλευρό/
Τότε μόλις το πρόσεξα
που όλα τα κάγκελα,
είχαν αλλάξει
σε χαμωπούρναρα και γκορτσιές/

photo: Black And White Prison Cell, Alcatraz – San Francisco USA – Stock Photo