Κωνσταντίνος και Έμιλυ/ ένα κείμενο με αφορμή το ποίημα Γένος (της Δέσποινας Λαλά Κριστ*)

Η Τέχνη δεν εκτελείται με κανόνες. Ο κάθε καλλιτέχνης δημιουργεί τους δικούς του την ώρα της έμπνευσης. Αν κάποιος «ελκυστικός» κανόνας προκύψει τότε τον επαναλαμβάνει. Βλέπω, λοιπόν, σε ορισμένα ποιήματα του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου -και μου αρέσει- ότι έχει κάποια ιδιόμορφα, κοινά στοιχεία με την Emily Dickinson. Κι αυτά είναι δύο, έτσι όπως τα σκέπτομαι: το πρώτο είναι η Ασάφεια, μια μάλλον  παιχνιδιάρικη αινιγματική χρήση λέξεων που όμως απαιτούν  προσοχή, αφού οι λέξεις κουβαλούν διάφορες έννοιες και πολύ εύκολα … λασπώνουν τα νερά. Το δεύτερο που τους χαρακτηρίζει αμφότερους, είναι η ξαφνική αναφορά ενός τόπου. Με την ασάφεια υπάρχει μια παρέκκλιση από το γνωστό, μια ανεπαίσθητη δόνηση- σαν ένας σεισμός- κάπου πολύ μακριά –αλλά αισθητός. Επιφανειακά  όλα δείχνουν γνωστά –η λέξη όμως;  Παράξενη, διφορούμενη απαιτεί προσοχή για καλύτερη σύλληψη της έννοιας. Έτσι λοιπόν αυτοί οι δύο ποιητές (και θα υπάρχουν κι άλλοι) χρησιμοποιούν αυτά τα δύο στοιχεία. Δεν φτάνει η ασάφεια των λέξεων, αλλά στα καλά των καθουμένων αναφέρονται σε μια πόλη άσχετη, γεγονός που για την Έμιλυ στοίχισε την υπόληψή της. Διότι αναφερόταν σε άγνωστα εξωτικά νησιά, που είχε επισκεφθεί ο George Gould* και η ερώτηση που εγείρετο ήταν: πώς ήταν σε θέση να γνωρίζει τα ονόματά τους, εάν δεν διατηρούσε αλληλογραφία με τον Gould; Για αυτό και πολλοί μελετητές κατέληξαν: « Ιδού ο άνδρας-έρωτας της ζωής της Ντίκινσον, που ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΟΥ εγκατέλειψε την κοινωνία»  αφού ο πατέρας της, έδιωξε τον νεαρό Gould από το σπίτι, κι αυτή θύμωσε τόσο που βρόντηξε την πόρτα της κι είπε εγώ δεν ξαναβγαίνω από το δωμάτιο μου! Εκείνο που δεν ξέρω είναι τι  θα πουν για τον Κωνσταντίνο,  –έτσι όπως πετάει το όνομα  μιας πόλης –το τρικ του –γιατί ξέρει ότι  το ξάφνιασμα πάντα γοητεύει. Έχουν οι ποιητές τα κόλπα τους να μας κρατούν προσηλωμένους στην ανάγνωση μια και δυο και τρεις φορές, να μας  ταρακουνούν για  να τρυπάμε τις λέξεις μέχρι να αντιληφθούμε την ακριβή τους έννοια,  γιατί όλες οι λέξεις της ποίησης είναι «απόκρημνες λέξεις» – όπως θα έλεγε η Διώνη Δημητριάδου – η οποία όμως δεν χρησιμοποιεί αυτή την μέθοδο γραφής. Έχει μια άλλη. Τη δικιά της.

Αλλά ας επιστρέψουμε σ’ αυτούς τους δύο που επιμένουν στην ασάφεια: η ‘Εμιλυ επί μονίμου βάσεως ενώ ο Κωνσταντίνος όταν τον βολεύει, όπως έκανε σ’ αυτό το ποίημά του- με τίτλο:

Γένος

Ορίστε η ασάφεια: Η λέξη Γένος έχει τις έννοιες της (είδος, κατηγορία, τύπος μορφής, (σόι) αντιπροσωπευτικός τύπος, καταγωγή, φυλή και  το γραμματικό είδος (αρσενικό, θηλυκό), μα εμείς συνεχίζουμε το διάβασμα χωρίς να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στην ακριβή έννοιά της. (αν όμως ο αναγνώστης συμπληρώσει την λέξη –γένος αρσενικού- θα κατανοήσει το ποίημα από την αρχή του και δεν θα έχει την ανάγκη να το διαβάσει 2-3 φορές. Άρα θα χάσει την ευκαιρία της μεγάλης αποκάλυψης των λέξεων στην πολλαπλή ανάγνωση για να θαυμάσουμε την σημαντικότητα ενός ποιήματος.

 Και πάμε στον πρώτο στοίχο:

Στο ασημένιο μπρίκι μου

Στο μπρίκι λοιπόν, δηλαδή  ένα μεγάλο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο με  δυο κατάρτια  που του επιτρέπει την χρήση πολλών πολυβόλων (αυτό να το λάβετε υπόψη σας σοβαρά). Το χρώμα  ασημί,  δηλαδή λευκόφαιο, σχεδόν άχρωμο, να μην γίνεται εύκολα αντιληπτό .

Σ’ αυτό το Μπρίκι «ιππεύει» ο Αργοναύτης – ήρωας τύπος warrior επί

τρία μερόνυχτα γήινου χρόνου

και οκτώ σεληνιακού,

ακόμα μία διακοπή. Έχουμε να κάνουμε με ηλιακό και σεληνιακό χρόνο. –ταρακούνημα και υπολογισμός-εγώ το βρήκα ως τρία χρόνια και οχτώ μήνες και σε όλο αυτό το χρόνο  νερά  και Άνεμοι να τσακίζουν δέντρα και μάντρες.

ένα ποτάμι κατέβαζε τον άνεμο ανατολικά  και τον τσάκιζε στο ασβέστινο τείχος ή στην ιτιά της αυλής./

ενώ ο ήρωας στον κόσμο του, χόρταινε αέρα.

Εγώ, καβάλα.

Τον άνεμο τον χόρτασα/

Μέχρι που παρουσιάστηκε η πριγκηπέσα όμορφη σαν νεράιδα/

έπειτα μια παραμυθία νεραϊδόσχημη,

κροκάλα γκρι μπλε,

μου ζέστανε την κοιλιά για μέρες/

(φτάνει ο Αύγουστος με την “ πριγκηπέσα ”  και τα πράγματα αλλάζουν. Οι λέξεις φλογισμένες απαστράπτουν ανακατεμένες με χρώμα,  φύση και κορμιά….

Τέλος τον Αύγουστο (αρχές) μου παραδόθηκε στην επιστροφή μου απ´ το ρέμα.

Τ’ αχαμνά μου έκαιγαν,

οι γωνιές με τις καβουρομάνες στο σάλιο του νεκρού,

έχασκαν πολύχρωμα όστρακα

θρυψαλισμένα,

σχιστόλιθοι και ιριδίζων βασάλτης/

Το κορμί της έκαιγε/

Η ζέστη του Αυγούστου κυριαρχεί. Αλλά ο ήρωας μας δεν αντιλαμβάνεται την ζέστη γιατί η  ματιά του είναι κολλημένη στα

αέναα στήθια και ηδύς ιδρός/

 ανεξάντλητος να τρέχει/

και φυσικά τρέχει. Όλα τέλεια κατανοητά με δυναμικές περιγραφές και μεταφορές

ευχάριστος από τις αισθήσεις,

λαξεμένο σπήλαιο στην εσοχή των βουνών,

υγρά/

αλλά συνομολόγησε τον πόθο και εβαπτίσθη/

μέχρι εδώ –μέλι γάλα-αμοιβαίος ο έρωτας. Τα πράγματα άλλαξαν όταν ο άνεμος έπεσε. Και όταν πέφτει ο άνεμος η ζέστη του Αυγούστου,  γίνεται πνιγηρή και πρέπει να ρίξουμε άγκυρα., και να εγκαταλείψουμε το σκάφος όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Δεν αντέχεται πλέον η μεξικάνικη έρημός με τόσες οχιές και καβούρια, τι να σου κάνουν οι λίγες νεράιδες….  Αφού…

Μόλις έπεσε ο άνεμος έπιασε η πηχτή ζέστη,

το σούρσιμο απ´ τις φολίδες της λιόχεντρας ηχηρό ως τα βαθιά πηγάδια,

ο ουρανός κίτρινος ανθρακί,

άνοιξα τα φτερά μου υγρές μεμβράνες να στεγνώσουν/

και γύρισα τα βλέφαρα αντεστραμμένα.

Οι βολβοί λευκοί και οι κόρες φευγάτες,

στραφτάλισαν το φως

και κατάπιαν το σκοτάδι/

Εκεί ιδού ο Νυμφίος,

αναλήφθηκα στην καμπύλη της σελήνης/

νεράιδες, οχιές, καβούρια εγκαταλείφθηκαν στη μεξικανική έρημο

κι έστω κι έτσι, 

και  ό ο ναυτίλος – warrior – εξέπνευσε-

με ξέπνοο πρωραίο,

ντυμένος το εφηβικό μου δέρας,

 αλλά τα νιάτα ξέρουν κι’ άλλα μονοπάτια . Παίρνουν τα βουνά.

ανοίχτηκα για την ορεινή Φωκίδα,

να ανταμώσω το γένος μου/

ΚΛ – 2013

Ένας ακόμη αρσενικός την έκανε, ενώ ο ποιητής έβγαλε ένα ακόμα αριστούργημα από τα σωθικά του φωνάζοντας στην έμπνευση, όπως η Ε.Ντ. «Take it all away and leave me the ecstasy of Creation

*Ο George Gould, από το χωριό της μητέρας της Έμιλυ, (Monson) ήταν φοιτητής στο Άμχερστ και φίλος του Austin, του αδελφού της. Συχνά τον προσκαλούσαν στο σπίτι για φαί και η συζήτηση κυλούσε πάντα προς την ποίηση-. Αυτός μιλούσε για Έμερσον  και Τέννυσον -γεγονός που γοήτευε την Έμιλυ και θύμωνε τον πατέρα της, Edward, ο οποίος επέμενε «η ποίηση δεν είναι ζωή»  για να ενημερώνει την Έμιλυ που έγραφε συνέχεια.  ‘Όταν η φιλία άρχισε να παίρνει την ροζ χροιά του ρομαντισμού ανάμεσα τους, λέγεται ότι πατέρας της Έμιλυ τον έδιωξε, επειδή τον θεωρούσε ακατάλληλο για γαμπρό. Ο νεαρός ήταν πολύ φτωχός, ήταν ρήτορας που κέρδισε όλα τα βραβεία της σχολής του 1850, τον ενδιέφερε και μίλαγε πολύ για   ποίηση και δεν έφταναν όλα αυτά αλλά εξελίχθηκε -στην εποχή της Αφύπνισης – ως έξοχος  Ιερέας όλα προσόντα προς απόρριψην για τον Πολιτικό, Edward Dickinson. Έτσι  τον πέταξε έξω από το σπίτι-ενώ η  Έμιλυ θυμωμένη έκλεισε με πάταγο την πόρτα του δωματίου της φωνάζοντας «αν δεν μ’ εμπιστεύεστε, δεν θα βγω ποτέ από το δωμάτιο μου»- το οποίο έκανε και όχι φυσικά για τον George Gould, αφού η Έμιλυ πάντα ερωτευόταν όταν συναντούσε κάποιον που είχε κάτι σημαντικό να πει- και γιατί όχι- κι έτσι ο George δεν ξαναπάτησε στο Αρχοντικό του Edward. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο  του Άμχεσρτ, πήγε στο Χάρβαρντ κι  έγινε γνωστός κι επιτυχημένος Ευαγγελιστής, αλλά όλα εις μάτην. Οι μνήμες της μεγάλης φτώχειας που υπέφερε ως παιδί του προκαλούσαν  μελαγχολίες που για να τις καταπολεμήσει, αφού πλέον ήταν οικονομικά άνετος,  έκανε διακοπές στα μακρινά εξωτικά νησιά του Ειρηνικού –ονόματα που αναφέρονταν στην ποίηση της Έμιλυ-και ιδού το τρανταχτό συμπέρασμα  των μελετητών –ότι στην  αλληλογραφία αποδεικνύεται ο έρωτας τους -κάτι που δεν το έλαβα  πολύ σοβαρά,- αφού η Έμιλυ στην ζωή της αλληλογράφησε με 2.400 άτομα-. Μερικοί μελετητές επιμένουν και  δεν διστάζουν να φέρουν το τελευταίο τους ατού. Όταν ο George Gould βρισκόταν στο κρεββάτι του θανάτου είπε στην γυναίκα του «η ζωή με απογοήτευσε…» (επειδή δεν παντρεύτηκε την Έμιλυ (;)) χωρίς να λάβουν υπόψη τους ότι και ποιόν δεν έχει απογοητεύσει -αφού  αυτό είναι το κόλπο της ζωής- να απογοητεύει,  κυρίως  τους Ευαγγελιστές κι αυτούς που καρφώνονται σε μια ιδέα και τα βλέπουν όλα από μια σκοπιά.  Πάντως η Έμιλυ χρησιμοποιούσε στην ποίησή της ξωτικά ονόματα νησιών έτσι όπως κάνει και ο Κωνσταντίνος με ευτυχώς πιο γνωστά μας ονόματα.

* Η Δέσποινα Λαλα Κριστ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αμερική λογοτεχνία, ψυχολογία και ιστορία. Παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Κριστ καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταφραστή ελληνικής λογοτεχνίας. Άλλα βιβλία της είναι τα εξής: Μυθιστορήματα: Νόστος (Κέδρος), Τα απομεινάρια του Θεού (Καστανιώτης). Παιδικά: Μια Μαργαρίτα (Κέδρος), Καπνός και Βλακείες (Κέδρος), Η ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων (Καστανιώτης). Για Νέους: Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω (Σύγχρονη Εποχή), Ένας μικρός Θεός περίσσεψε (Κέδρος). Κριτική: Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά (Καστανιώτης).

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2007) Το μυστικό της συγγραφέως, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Το ξωτικό, Περίπλους
(1999) Ένας μικρός Θεός περίσσεψε, Κέδρος
(1997) Τα απομεινάρια του Θεού, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Νόστος, Κέδρος
(1989) Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω, Σύγχρονη Εποχή
(1984) Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά, Εκδόσεις Καστανιώτη
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2002) Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, Αλεξάνδρεια

photo: Christian Thompson
Museum of Others (Othering the Anthropologist, Walter Baldwin Spencer)
2016
From the series Museum of Others
C-type print

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s