τα κορδόνια

Τέλειωνε ο Ιούλιος/
τα βράδια είχαν μέσα και τη μέρα,
μα η ασπίδα των άστρων ήταν ακόμη η θάλασσα/
στην άκρη ένας πλανόδιος με τραγιάσκα ύπνου, 
πούλαγε πράσινα νταριά/
τον θυμόμουν από τα πεδινά,
ήταν ρετσινάς, αγελαδάς και καρβουνιάρης/
ενώ σκάλιζε τα κάρβουνα με μαχαίρι,
οι σπίθες μύριζαν δόντια και οπλές
και μια ελαφριά βαρβατίλα
σαν των νεφών τα πλάτη μετά τους Αρχάγγελους/
οι δύο μας μόνο όπως βρισκόμασταν,
ούτε παιδιά, ούτε γονείς
κι η ασάλευτη γλώσσα του χρόνου,
π’ ανέπνεε στο σβέρκο μας/
Εκείνος, έλυνε συνέχεια τα κορδόνια του,
ενώ παρατάσσονταν
των αετωμάτων και των εκατόνταρχων τα δόρατα
εν υπνώσει,
τα μάτια του εξείχαν κατακόκκινα,
μες στο λευκό ενύπνιο/
Αιώνια κλαμμένος που τον έθαψαν με στενά παπούτσια
και τον δυσκόλευαν στο βάδισμα
(πως το κάνε αυτό η Φούλια του;)
πάνε κιόλας σαράντα χρόνια,
σώνει πια/
μόλις τον είδε που κόντευε του φώναξε:
– Σε καλόμαθα Θάνατε,
αθάνατε!/
έπειτα έτριξε τα δάχτυλα,
έβγαλε την τραγιάσκα,
κι έδεσε τα κορδόνια του σφιχτά/

(για τον παππού τον Παύλο)

photoRene Burri
‘Bilbao, Spain’
1957

Advertisements

3 thoughts on “τα κορδόνια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s