υπερχείλιση

Δεν έχει φράγκα η ερημιά
(μήτε παλάτια)
μόνοι, κατάμονοι
θα ζωγραφίζουμε τη θάλασσα που θα μας καταπίνει•
δίχως δόντια,
με δύο χούφτες φως
να ανάβουν
εκεί, όπου μας έγλυφαν τις παλάμες
τα σκυλιά και τα ταξίδια/
κι όσο κι αν μεγαλώνουμε ανάποδα στα όνειρα,
θα φτάσει μια νύχτα με βροχή
που θα μας πάρει,
νήπια ανήμπορα, όπως θα’ μαστε,
απέναντι
στην ανεξέλεγκτη
υπερχείλιση._
ΚΛ – 24/04/2017

Advertisements

ανάσκελα

Είναι ένα διάβημα οι φτελιές,
αδιαμφισβήτητο, σου λεω
μια δήλωση ευφυΐας/
Δες πώς σκιάζουν τα καθέκαστα:
Στην Αθήνα των γκρεμνών,
κι ενόσω οι γέροντες
κοιμίζονται με
άσφαιρα λαντόζ,
ένα χέρι τους τσιμπάει μουλωχτά
ή τους μπουνίζει/
τρίβουν οι άμοιροι την τσιμπιά που τσούζει μα,
δεν υπάρχει αξιοπρέπεια στη ζητιανιά,
εν τέλει κλαίνε.
Κλαίνε με ένα γρέζι
σα στρουθία του χιονιού.
Βλέπω και τη μάνα μου που λέει
«πρόλαβα και πέθανα»
μα εγώ ακόμα στοιχειώνομαι
από το τελευταίο της όνειρο/
εκείνο με το σμήνος των χελιδονιών που έμπαινε στο κάδρο,
πετώντας ανάσκελα/
ΚΛ – 23/04/2018

photo: Cecil Beaton – ‘Barbara Hutton in Tangier, Morocco’ 1961 .

το corpus «Οδυσσέας Ελύτης»

Όλο ονειρεύομαι πως κάποτε
θα επιχειρήσω
μια συναρμογή των διεστώτων
όπως εναρμονίζεται η ορμή,
σε μια σταγόνα μέλι:
αλλάζω όπως ξεχνώ•
περιέχομαι όπως περιέχω•
εκτίθεμαι (πάντα γυμνός)
όπως ιδιωτεύω•
μεροληπτώ (υπέρ ενός απ’ τους θεούς σας)
όπως προσεύχομαι•
Εσύ θα γίνεις πλέον,
η Μαρία Νεφέλη που μου έμαθε τα ποιήματα,
και το κεφάλι σου θα είναι ένα ακόμη fluxus κατασκεύασμα,
σε ένα κορμί
δελφινοκόριτσου
Κι όταν θα βγαίνεις στ’ ανοιχτά μ’ ένα καΐκι,
αργά θα σε καταβροχθίζει το corpus «Οδυσσέας Ελύτης»,
κάτω από τη διάφανη ομπρέλα σου,
γεμάτη
χρωματική βροχή/
ΚΛ – 22/04/2018

ζωοδόχος πηγή

Όσο κι αν υποχωρούν τα τοπία στο φως,
αναλόγως εποχής,
τόσο θα θεριεύουν μέσα τους
οι απογευματινές εικόνες
άλογα που κατέβαιναν τη δημοσιά
δίχως χάμουρα,
σαν πεταλούδες
με κιλίμια στο λαιμό,
και ξεχασμένους αντάρτες στη σέλα,
ή ένας τρυφερός μίσχος
που από το κουφάρι μιας σφήκας εκπορεύεται/
εκεί θα παραμένεις θαμμένη•
στον πλούτο του χρόνου
που ευωδιάζει στους βράχους
περισσότερο
κι από τις αγριοπασχαλιές/
κι όσο κι αν
οι άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν
σιωπηλοί και κάνουν πως ζουν
ή κάνουν πως πεθαίνουν,
θα’ ρχονται ψυχοσάββατα,
που θα δακρύζουν οι εικόνες,
με υπόσταση•
είτε από απόγνωση
είτε από κακιά συντήρηση
και πλημμελή
εξαερισμό/
κι οι τόποι λατρείας θα επεκτείνονται
ενώ τα άστρα θα τρίζουν συμπαγή
προτού ανάψουν,
σαν ένα μυθικό αυτόματο
που αλγοριθμεί τα πεπρωμένα/
η νύχτα πάντα θα περιέχει,
όσα η μέρα δεν αποζητά/
ΚΛ – 14/04/2018

επί προσωπικού

Αφήνομαι να κολυμπήσω
στη μέλανα συρμή
που τακτικά με επισκέπτεται/
μια κυρία επί των τιμών,
με υποδέχεται:
– εσείς δεν είστε που κοιμάστε με τα χελιδόνια του χειμώνα;
με ρωτά,
ή μήπως είστε,
ο σεβάσμιος κύριος
που εγκατέλειψε τα ποιήματα,
χρόνια όπως αφρίζανε στα ποτήρια τους,
δίχως λόγια;
Στη δυτική βεράντα
εκείνο το κορίτσι που θα γίνει η μάνα μου,
τρυπώνει μια φούστα με ένα σκουριασμένο σουβλί/
με το θάνατο
όλα της τα ρούχα
ολοκληρώθηκαν/
-μην ανησυχείς!
δεν είναι σάβανο,
λέει,
-μια πλισέ φούστα για την παρέλαση είναι•
κι ας μην έχει καν συμβεί το έπος του ’40,
ο πάππος μου ακόμη να κυνηγάει τσίχλες στο πευκόδασος,
με ένα προπολεμικό κανόνι
κι όλα τα πτώματα,
να τα ανακτά το γαλάζιο πουλόσκυλο του Κωτσηδάρα,
καθαρίζοντας τα σκάγια με το σάλιο του/
Στο τραπέζι
χωράνε επτά ορφανά και μια πεθαμενη μάνα (έγκυος ξανά)•
τους σερβίρει τζόλια με ξύλινη κουτάλα,
λέει στη μεγάλη απ’ τις μικρές,
-Λεμονιά,
εσύ προς το τέλος
δε θα θυμάσαι τα φαγιά,
μα να ρωτάς τη Φούλια μας,
η Φούλια ήδη
γράφει σε πολύχρωμα post it
ΤΖΟΛΙΑ
και
ΠΙΤΑΣΤΕΔΕΣ,
οι υπόλοιποι
αναβοσβήνουν ασπρόμαυροι,
(πιο πολύ σβήνουν,
παρά ανάβουν)
ο Παύλος -έγχρωμος και νωπός-
αρνείται οπωσδήποτε
να σβήσει/
ΚΛ – 09/04/2018

photo: Tokihiro Sato
Hakkoda #2
2009
Gelatin silver print
Purchased with the support of the Photographs Acquisition Group
© Tokihiro Sato, Courtesy Leslie Tonkonow Artworks + Projects