προσωπείο

Όσα επιστρέφουν
και πάλι απομακρύνονται
καθώς κάθε αρχή προκύπτει από ένα τέλος
σκέφτομαι
ανακαλώντας τους ναυτίλους μου που ξενιτεύτηκαν
σ’ εκείνη την απέραντη γαλάζια δυστοπία
εκεί όπου
σφάζαμε ανθρώπους
για να πιούμε το αίμα τους
ενώ καμαρώναμε το σώμα μας γεμάτο
μελανιές και χάδια•
αν είχαν πρόσωπο τα χάδια μας
θα ήτανε φαγιούμ 
γιατί έτσι μάς κατάπινε κι ο θάνατος•
σαν ηδονή
και σαν απομεσήμερο του Απρίλη

Ίσα που μαθαίναμε τότε να πλέουμε
κι η πλεύση μας ήταν
ο ίδιος ο γαλάζιος Δούναβης
στην καρότσα ενός αγροτικού προς το Αρκαλοχώρι κυνηγώντας
τα εμπορικά που ανοίγαν μόνο Σάββατο
κι ο χρόνος που διολίσθαινε απελπιστικά
κυλούσε με την αλμύρα 
στ’ αμπέλια
και τις υγρές τροχιές των χοχλιδιών στα τρυφερά μαρούλια•
βρίσκαμε έπειτα, δια της αφής,
τα κωνία των αγγέλων μας
και τα κάναμε εικονίσματα
ή έστω θυμητάρια
με λίγο λάδι, καρβουνάκι και οινόπνευμα
τα μπήγαμε
στα βρεγματικά οστά μας
και τα καπνίζαμε

Εκεί ενδημούσε
κι η αστική τάξη που εκβλάσταινε απ’ την αγροτιά•
μια σβουνιά
που μεγάλωνε σε διάμετρο
σαν κορμός σφενδάμου

Γίνομαι, βλέπω, ολοένα και πιο κυνικός με τον θάνατο
πιο χαμερπής με τη ζωή 

καθως τα γερμανικά αγγεία μου
όσο πάνε και φράζουν
με θολές μπύρες
και λαρδιά

Ας αντισταθώ

ας περιμένω να κατέβει
ο θηλυκός μου άγγελος
καβάλα στο αστρόφως του
γλιστρώντας επιταχυντικά
σε άνθη λεμονιάς
επ’ αυτών το στήθος του να τρίψει
και να μυρίσουν πράσινο λεμόνι
όλα του τα εσώρουχα

Κι ας χαθεί έπειτα,
προτού στεφανωθούμε,
βαστώντας
το παλιό του πρόσωπο
ως προσωπείο•
να τού θυμίζει να μην υποκύπτει τουλάχιστον
στην αδέσποτη ποίηση
των Έξω από Δω._

ΚΛ – 26/08/2020 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

photo: André Kertész (Hungarian, 1894-1985)
Mon frère tel Icare, Dunaharaszti (installation view)
My brother like Icarus, Dunaharaszti
1919
Gelatin silver print

Nekkerspoel – Χειμωνιάτικο Τοπίο με Παγοδρόμους και Παγίδα για Πουλιά (και η Φυγή στην Αίγυπτο)

Περίπου στα μισά της διαδρομής με το τρένο ανάμεσα στις Βρυξέλλες και στην Αμβέρσα, προβάλλει μέσα από κατάφυτες εκτάσεις γεμάτες οξιές, καστανιές και σημύδες της Φλάνδρας, το δημοτικό διαμέρισμα του Μέχελεν (Mechelen) που περιλαμβάνει την μικρή πολίχνη Νέκκερσπουλ (Nekkerspoel). Όταν κάποιος ακούει το όνομα στα φλαμανδικά, φέρνει αμέσως στο μυαλό αυθόρμητα μια ελληνοκεντρική μετάφραση – ερμηνεία: Λίμνη των Νεκρών. Με μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο διαπιστώνεις ότι δεν απέχει και πολύ ετούτη η ενστικτώδης εκδοχή από την πραγματικότητα. Nekker είναι στη Βελγική μυθολογία, μια ευρύτερη λέξη για να ονομάσουμε όλα τα πνεύματα του Νερού, συνήθως κακόβουλα, τα οποία με το τραγούδι τους εκμαύλιζαν νεαρές γυναίκες ή παιδιά και τα έπνιγαν στη συνέχεια στα παγωμένα νερά κάποιας λίμνης ή ενός ποταμού. Η λέξη προέρχεται από τη λατινική, πασίγνωστη σήμερα, λέξη nigger, λέξη με φοβερή ανάδραση κοινωνική, πολιτική, καλλιτεχνική, φολκ κουλτούρας κλπ. Βαθύτερα πηγαίνοντας καταλήγουμε στην αρχαιοελληνική Nyx (Νύχτα) ή και στο «νίπτω» που εξηγεί τη σχέση των πνευμάτων αυτών με το νερό. Τα Nekkers, κυρίως αρσενικά με μαύρο – προφανώς- χρώμα ήταν δαίμονες που καιροφυλακτούσαν για τις ανθρώπινες ψυχές με ανάλογο τρόπο όπως, στον πίνακα Χειμωνιάτικο Τοπίο με Παγοδρόμους και Παγίδα για Πουλιά * του Πέτερ Πάουλ Μπρέχελ του πρεσβύτερου, καιροφυλακτεί το αόρατο χέρι του Χάρου να τραβήξει το σχοινί και να λειώσει τα πουλιά που θα βρεθούν αφηρημένα κάτω από τη βαριά πόρτα στα δεξιά του πίνακα. Ετούτο το καταχθόνιο σχέδιο συμβαίνει ταυτόχρονα με όσα εξελίσσονται ανέμελα στα αριστερά: οι χωρικοί πατινάρουν στον πάγο με προσοχή, ορθοί ή σε έλκηθρα ή παίζουν, με ραβδιά, μια εκδοχή του χόκεϋ επί πάγου ή εκείνο το χαρακτηριστικό παιγνίδι των Βορείων (το curling) όπου μηδενίζεται η τριβή της πέτρας με τη λείανση της επιφάνειας του πάγου έμπροσθεν, έχοντας το νου τους για την εμφανή (ή προφανή) τρύπα. Είναι σαν να μας λέει ο ζωγράφος: το ξέρετε πως θα πεθάνετε και παίρνετε τα μέτρα σας (όπως κάθε ζώο που ανιχνεύει τον κίνδυνο από ένστικτο) απέναντι στο προφανές (και προβλεπόμενο). Μα πάντα θα υπάρχει κάπου κρυμμένος ο Χάρος και θα περιμένει την ψυχή σας που πεταρίζει ανέμελη, έτοιμος να πυροδοτήσει την (απρόβλεπτη) Παγίδα του.

Πριν καμιά τριανταριά χρόνια, η μικρή πολίχνη του Νέκκερσπουλ μετατράπηκε σε Αθλητικό Κέντρο με τεράστια χωρητικότητα και εγκαταστάσεις. Αφορμή στάθηκαν οι προσχώσεις άμμου και άλλων φερτών υλικών από τον ποταμό. Έγιναν επιπλέον επιχωματώσεις και κατασκευάσθηκαν πισίνες τεχνητές σαν προέκταση της φυσικής εναπόθεσης που έφτιαχνε μια λίμνη σε κείνο το σημείο για αιώνες. Αν ήμουν στη θέση των Βέλγων, θα το σκεφτόμουν πολύ καλά να κάνω σε αυτές τις πισίνες, έστω και μια μικρή βουτιά.

* από τις 127 εκδοχές αντίγραφα του πίνακα από τον Πέτερ Πάουλ Μπρέχελ τον νεώτερο (45 πιστοποιημένα, 51 αμφίβολα, 31 απορριπτέα μα διακριτά) επιλέγω να παραθέσω εκείνη που περιέχει την λεπτομέρεια του ενσταντανέ της Φυγής στην Αίγυπτο, όπου διακρίνεται η Θεομήτωρ πάνω σε ένα γαϊδουράκι, που το καθοδηγεί ο Ιωσήφ μπροστά από ένα χωριατόσπιτο δίπλα στο ποτάμι, περίπου στο μέσο και προς τα αριστερά του πίνακα. Με συγκινεί αυτή η λογική του «τα έχει όλα και συμφέρει.» Η σκηνή απουσιάζει από τον αρχικό πίνακα του πρεσβύτερου (1565) που μπορεί κανείς να τον θαυμάσει στα Βασιλικά Μουσεία των Καλών Τεχνών στο Βέλγιο, στις Βρυξέλλες. Τον πίνακα που παραθέτω τον είδα στο σπίτι του Δημάρχου της Αμβέρσας Mayer van den Bergh, μαζί με τον εμβληματικό η τρελή Μεγκ του πατρός Μπρέχελ, πίνακα για τον οποίο θα μιλήσω στη συνέχεια.

(από τη συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ)

αμβέρσα

ΑΜΒΕΡΣΑ

Οι άνθρωποι γίνονται άλλοτε
θάλασσες κι άλλοτε λιμάνια
σου λεω

ενώ ανοίγεις απ’ τα σπλάχνα σου
εκείνο το λουλούδι
υγρό κάπως και εύθρυπτο
σαν κόλπος
ή ίσως μια μεμβράνη
του τυπογράφου Πλαντίν Μορετούς

και τούτη η γλώσσα
μες στα σύμφωνά της
συμφωνεί

δεν είμαστε αστοί
αυλικοί ή
Εσπερίδες

κάτι αλάνια είμαστε
επαρχιώτες και λειψοί
κι από φράγκα
κι από κάλλος
κι από καταγωγή

έχουμε μόνο
στην κωλότσεπη
το μανιφέστο του πεινασμένου

και το τρεμόπαιγμα του στέρνου

ενός σαλού σπουργίτη

ξημερώματα Σαββάτου
στην Γκρότε Μαρκτ
καθώς τα σπόρια απ’ τα φραγκόσυκα
ανακυκλώνονταν προς λίπασμα
μέσα σε κάτι κουραδάκια
τόσα δα._

 ΚΛ – 14/08/2020 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Χωράφια

στάχτες

❇︎

Λιώσαν τα χρόνια, δε λέω,
όπως ξυστρίζαμε
παρότι αστοί
χωράφια άχτιστα, πρότερα αγροτεμάχια
κυρίως μ’ αγκινάρες,
ολόκληρο Θριάσιο, για κάνα φράγκο•
το σώμα ετούτο,
που έτσι ερήμην του τώρα νοσεί,
ένα τους έγινε•

Δείτε την αρχική δημοσίευση 118 επιπλέον λέξεις