το φως, ο Μπέργκμαν και οι ρομαντικές κομεντί (lln)


ΤΟ ΦΩΣ, Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΕΣ ΚΟΜΕΝΤΙ (LLN)
Στις νυχτερινές διαδρομές κάτω από τα γεφυράκια στη φοιτητούπολη της Λουβαίν Λα Νεβ, το σκοτάδι είναι πιο πυκνό κι από το εσωτερικό ενός μέλανος σώματος. Απορροφά το φως αυτάρεσκα και δεν το επιστρέφει. Μα όσο κι αν αναζητώ συχνά το σκοτάδι, έμπλεο ήχων και κρυφών χρωμάτων, με νοσταλγία θυμάμαι και τις απογευματινές άσκοπες βόλτες στους ίδιους δρόμους, γεμάτες χλωροφύλλη και υγρασία, λειχήνες και βρύα, και την πανδαισία των εμφανών ή και κραυγαλέων, χρωμάτων των ανθόκηπων που προσπαθούν να υπάρξουν μέσα στη θάλασσα της υποπράσινης διαβάθμισης ακόμη και το φθινόπωρο καθώς ενώ ο καιρός κρυώνει κι αρχίζει να πολεμάει το φως χρονικά από τη μια, υποκύπτει στη σαγήνη του και την ατίθαση καθαρότητά του, το υποθάλπει και το καλομαθαίνει, από την άλλη. Τα σπίτια, με τα τούβλα από κόκκινο άργιλο, ταυτισμένα με την αισθητική του τοπίου παραδίδουν τις καμινάδες και τα κεραμίδια από βασάλτη στην πικρή αφαίρεση του ήλιου προς τα σύννεφα. Ταυτόχρονα οι στέγες ορίζουν τον ορίζοντα με τρόπο αμετάκλητο. Εδώ τελειώνει το απόλυτο φως και αρχίζουν οι διαβαθμίσεις του γκρίζου κι οι άνθρωποι αναδύονται λειτουργικοί αν και άχρωμοι μες στην ξανθιά μονοτονία τους. Στη στροφή της Ρυ Λουπουάνι, εκεί όπου εδρεύει το χαμηλότονο Γηροκομείο, το φως μοιάζει να στρίβει επίσης φωτίζοντας τα μπαμπακένια μαλλιά των τροφίμων, δίνοντας μιαν αίσθηση χιονισμένου τοπίου στην αυλή όπου τυλιγμένοι με χοντρές, επίσης λευκές, γούνινες κουβέρτες πάνω στις αιώρες τους και τις υπαίθριες κούνιες φερ φορζέ, οι απόμαχοι μυρικάζουν τον βίο τους με τον αναστοχασμό που οφείλουν στην ουσία του. Τρία χρόνια αργότερα οι απώλειες της δομής, εξαιτίας τον κόβιντ, θα φτάσουν το 70%. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο κει, στην αρχή του δικτύου των ατελείωτων και δαιδαλωδών πεζοδρόμων, βρίσκεται το εμπορικό κέντρο. Αυτή η εναλλαγή ανάμεσα σε οικίες, εμπορικά και πεζόδρομους ορίζει ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα στην Πολίχνη μα είναι και ένα γενικότερο μοντέλο κατασκευής μιας βελγικής κωμόπολης. Σπάνια συναντάει κανείς στον κανονιστικό οικιστικό ιστό έναν προφανή ναό (και πολύ λιγότερο, ή και καθόλου, έναν κραυγαλέο ναό) μία εκκλησία, οποιουδήποτε δόγματος. Οι χώροι λατρείας είναι αυστηρά ορισμένοι, δίχως αυλή, περιορισμένοι και σχεδόν απόκρυφοι ενώ ο πραγματισμός του πανεπιστημίου απλώς κλειδώνεται εκτός τους. Εντός του κάμπους βέβαια, σε ότι αφορά στους πιστούς, η πολυπολιτισμικότητα κάνει το θαύμα της. Σε τυχαία σημεία μια έκκεντρης βόλτας μπορείς να συναντήσεις από Κρίσνα ως προτεστάντες και ευαγγελιστές, βουδιστές, μωαμεθανούς και φυσικά Εβραίους. Με την αφορμή αυτή ανακαλώ μια τυχαία, μακρά συζήτηση που είχα, για την προσδοκία της Ανάστασης, τον ρόλο των σκιών και του Παραδείσου, με μια νεαρή Αφρικανή από το πρώην βελγικό Κονγκό μία παραμονή του Χάλοουϊν• συζήτηση που άνοιξε η ίδια, σε ένα παγκάκι έξω από το FNAC, με προφανή στόχο τον προσηλυτισμό μου σε κάποια εκκλησία Ευαγγελιστών. Η πρόσληψη του Παραδείσου εξαρτάται ίσως και από τα φυλετικά χαρακτηριστικά, μού λεει, καθώς περιστρέφει αμήχανα στα χέρια της ένα φυλλάδιο ενημερωτικό• όμως ένας κοινός παράδεισος για όλες τις θρησκείες, θα έμοιαζε ίσως περισσότερο με τον παράδεισο των μουσουλμάνων, όπου οι αναγωγές των απολαύσεων προς τέρψιν της σάρκας είναι περισσότερο κατανοητές αν και καθόλου πνευματικές. Ισχύει όμως εδώ η γνωστή ρήση για το τέλος μιας κουραστικής μερας όπου όλοι θέλουν να χυθούν στον καναπέ και να δουν μια ρομαντικη κωμωδία ενώ θα αφήσουν τον Μπέργκμαν για μια πιο χαλαρή σαββατιάτικη έξοδο. Για μας ο Παράδεισος – παρόλα αυτά – ταυτίζεται με την πνευματικότητα που επιδιώκουμε εν ζωή. Η πίστη μας είναι τυφλή πίστη και μόνο, λέει, δίχως ανταλλάγματα. Δίχως επίσης καμία απολύτως εμπλοκή με τις αποδείξεις, τον ορθό λόγο ή με την επιστήμη. Έχει προφανώς δίκιο. Μόλις πρόσφατα αναγνώρισα κι ο ίδιος την ακρίβεια και την ισχύ αυτού του συλλογισμού καθώς διακρίνει την ερμηνεία του κόσμου σε δύο γνωσιοθεωρίες μεταξύ τους ασύμβατες (σαν δύο ευθείες που δεν είναι παράλληλες αν και δεν τέμνονται) και αποδίδει τα αμφίσημα αξιώματα στην καθεμιά τους κατά το δοκούν. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Η κοπέλα αποφεύγει πάντως την κουβέντα για αφρικανικές δοξασίες, για χθόνιες θεότητες κλπ. με τον προφανή κυριολεκτικό φόβο τής ταύτισής της με την ειδωλολατρεία λόγω φυλής. Είναι άλλωστε σχεδόν διακόσια χρόνια που η απληστία και η μεγαλομανία του Λεοπόλδου τους απομάκρυνε από το γονιδιακό τους αποτύπωμα. Και σχεδόν εκατό χρόνια «ανεξαρτησίας». Έχω διαβάσει φυσικά το Αούστερλιτς του Ζέμπαλντ, λέει, όπως και κάθε άλλο βιβλίο του. Η υπέροχη λογοτεχνία σας είναι σχεδόν το ίδιο ενοχική όπως και η Καθολική πίστη. Σκέφτομαι υπομειδιώντας ότι η λογοτεχνία μας δεν έχει καμία σχέση με τον Ζέμπαλντ, ούτε πολύ περισσότερο ο σχεδόν θετικιστικός αγνωστικισμός μου έχει καμία σχέση με την λαχτάρα της αμαρτωλής ψυχής για το καθολικό πουργκατόριο. Όμως μέσα μου καμαρώνω που πέρασε την προφορά μου βαλλόνικη έστω και για λίγο. Σπεύδω να διευκρινίσω την «ταπεινή» μου καταγωγή, καθώς και να φέρω στη συζήτηση τις δικές μου σταθερές: την εκ παραδόσεως εμμονή στην Ορθοδοξία της Ανατολικής εκκλησίας, το Βυζάντιο, μα κυρίως την αρχαιότητα, την Ελευσίνα και φυσικά την Περσεφόνη. Από όλα αυτά ξέρω μόνο την Περσεφόνη, λέει. Και πως το όνομα της έχει να κάνει με το φως. Ο Θεός στη ζωή μας είναι το Φως ενώ ο Σατανάς, το Σκοτάδι. Αυτό πρέπει να αναζητήσω μου λέει, το αιώνιο Φως. Δίχως να την αποπάρω εξηγώ τον μη καρτεσιανό ορθολογισμό μου, την εμμονή μου στην επιστημονική μέθοδο και υπογραμμίζω ότι, μπα, δεν είναι αδέσποτο πνευματικά ετούτο το γέρικο κουτάβι. Έπειτα από ώρα σηκώνεται αρκετά απογοητευμένη που έχει αποτύχει να με πείσει, μα το κρύβει με μια συγκινητική ευγένεια που φανερώνει ένα μεγαλείο και μια ποιότητα. Καθώς το φως υποχωρεί κι ο ήλιος ροδίζει, με καληνυχτίζει κι ανοίγει τα φτερά της μα ο άγγελός της δεν πετά. Αντίθετα, προσγειώνεται πριν καν απογειωθεί, σε ένα κατάστημα με γυναικείες τσάντες προς την έξοδο, του οποίου η βιτρίνα καιροφυλακτεί για τις απερχόμενες πελάτισσες (ακόμη και τις νεαρές αποτυχημένες ιεραποστόλους). Τελικώς απομακρύνεται, αγέρωχη πάνω στους εντυπωσιακούς γλουτιαίους της, με μια καινούργια τσάντα να έχει προστεθεί στο οπλοστάσιό της. Σκέφτομαι πως αν η Περσεφόνη ήταν Αφρικανή θα ήταν το ίδιο όμορφη, το ίδιο μονήρης και το ίδιο αγνή, που ο Πλούτωνας θα ήθελε να την κορφολογήσει, αποκλειστικά για την απλότητά και την αθωότητα της, σαν αρπακτικό που προμηθεύεται τα θύματά του, απευθείας από την Πηγή των Παρθένων. Κι έτσι, παρότι ήδη απόγευμα και το τέλος μιας κουραστικής μερας πλησιάζει, κλείνει το χρονικό της αποτυχίας τής θρησκευτικής μου αποπλάνησης, με σκοτεινό Μπέργκμαν στο εμπορικό κέντρο Εσπλανάντ κι όχι με μια φωτεινή ρομαντική κομεντί στον καναπέ μου._

ΚΛ – 06/11/2021 – επιμύθια για τις ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

φωτό: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν – Η Πηγή των Παρθένων