δεύτερη θεωρία των ορμών

Έπινε κι έπινε από το σκοτάδι της
ενώ τα μάτια της όλο και βούλιαζαν στην άμμο των ελών του
έτρεμε λίγο και μετά ολοκλήρωνε
καθώς στην επέλαση παραμέριζαν
αγριόχορτα υβριδικά που δεν αποφάσιζαν
αν ήταν χωμάτινα ή υδρόβια•
μία θεριζοαλωνιστική με τα μαχαίρια της γυαλισμένα
κοιμόταν στην κοιλιά του σαν σκυλί με τη γλώσσα όξω.

Θυμόταν
όλα τα τοπία που άδειαζαν από αυτήν την άμμο
σε κάθε ταξίδι τους
καθώς οι καθηλωμένες ακρίδες διαχωρίζονταν από το φως χειρουργικά
στα εξ ων συνετέθησαν.

Τον φαγούριζε πάντα
ένα στρατιωτικό μετάλλιο
στη γάμπα του στιγμένο
καθώς και το χέρι της που του ξερίζωνε
τις άσπρες τρίχες στο στήθος
ασυνείδητα•
όμως ήταν ένας ακόμη αγώνας
ώστε να επεκταθεί η παλαιότητά του
και στο δικό της κορμί.

Μετά
γέμιζε ο αγρός τους
αλητήριους σπίνους που κελαηδούσαν
πάνω από σπασμένους καθρέφτες
το τρακτέρ ξεκινούσε
και στην πίσω ρόδα του
ένας εσταυρωμένος μεγάλος όσο η τετράκτινη ζάντα έστρεφε πάνω κάτω πάνω κάτω
σατανιστικά

σκέφτηκε
αν τώρα πέθαινα
θα ήθελα το χώμα να αντικρίζω
ώστε να προλάβουμε να γνωριστούμε
πριν απ’ την τελετή._

ΚΛ – 08/07/2021

photo
Friedrich Seidenstücker (German, 1882-1966)
Konzentration vor dem Abschuß des Pfeils (Concentration before the arrow is fired)
1932

Ντινάν – Ναντίν

ΝΤΙΝΑΝ  

Φτάνει κάποτε κι η εποχή με τα κόκκινα σύννεφα,

αυτό που λέμε από συνήθεια,

«ο καιρός των παροπλισμένων τρένων»,

που το ποτάμι υποχωρεί κι εμφανίζεται μια άμπωτη

(όμοια με κείνη που απαντάται στη λίμνη Μίσιγκαν καθώς ταξιδεύει κανείς

βορειοανατολικά προς τη μελαγχολική Οτάβα)

και το γλυφό νερό κατεβάζει όσια πτώματα,

υπέργηρους εργάτες των ορυχείων λιγνίτη,

αγρότες στις φάρμες της Ουτρέχτης δαγκωμένους από νερόφιδα,

ντροπαλούς πολιτοφύλακες που από τον Ρέμπραντ απεικονίζονταν

στη Νυχτερινή Περίπολο,

καμένες χήρες μαζί με τους εκλιπόντες συζύγους τους αναφλεχθείσες,

λες, στον Γάγγη ποταμό,

δαιμονικές θεότητες των βάλτων του Νέκκερσπουλ

ή νεαρούς Σειληνούς των Ελευσίνιων λόφων,

κι από το οχυρό του Ντινάν καθώς ο ήλιος υποστέλλεται,

έναν Επίσκοπο που τον απιθώνει το κρεμαστό τελεφερίκ

πλάι στα σαξόφωνα

σαβανωμένο στα πορφυρά του ράσα.

   

ΝΑΝΤΙΝ  

Στο Ντινάν

μια κόρη βεδουίνων με μάτια

ανυπόληπτα

δούλευε χρόνια εισπράκτορας στα τρένα

μα μόλις την άγγιζε τ’ αστρόφως

λίγωνε

καθώς το δέρμα της την έρημο

αλυχτούσε.

Δεν διψώ το κορμί της πια

ή τα χέρια της

θύελλες της άμμου, χρώματα ανυπέρθετα,

της σαύρας και του ανέμου κεραμίδια

ούτε διψώ τις μπύρες της,

του δροσερού αφαλού της την τραχύτητα

ή τα σκληρά σφυρά της

μα νοσταλγώ την κάτω κοίλη φλέβα της

εκεί όπου βράζει

μια κούπα τσάι γεμάτο κάρδαμο, φλισκούνι κι αγριόμελο

που εκβάλλει στη χαράδρα της

στης ήβης της το νέφος

καθώς

ενώ ο πάππος της πέθανε υπέργηρος

σ’ ένα ιμπν αμμ βόρεια του Ευφράτη

εκείνη τρώει πάντοτε μονάχη της σε μια καντίνα στο ποτάμι

κρύβοντας σιωπηλά κάτω από τη φούστα της

τις θίνες που συλλέγονται

απ’ τους πόθους

και τα χρόνια._

ΚΛ – 01/06/2021 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

photo: Marta Astfalck-Vietz (German, 1901-1994)
Ohne Titel (Marta Vietz, Akt mit Spitze) (Marta Vietz, nude with lace)
c. 1927
Gelatin silver print
Dietmar Katz/Berlinische Galerie © VG Bild-Kunst, Bonn
Dietmar Katz/Berlinische Galerie

Malgré Nous*


Στάζει ο χρόνος απ’ τα σπίτια
ερήμην μας
μπαλκόνια εκτείνονται προς τα έγκατα
οι σκάλες μόνο κατεβαίνουν
οι νεκροί μας, χθεσινοί κι αυριανοί, αναμειγνύονται•
τα παιδιά μας γεννάν εγγόνια
αμέσως μόλις γυρνούν απ’ τα φροντιστήρια•

όπως ξημερώνει
ανάβω ένα φως στο χολ και υποκρίνομαι κάποιο κελάηδισμα
κι ας μιλούσαμε όλη νύχτα με τη σιωπή•
τα μάτια μας μεγαλώνουν
όπως αφρίζουν τα μάτια ενός μάνγκα
λες και το Tokyo Story**
με γυάλινες μαριονέτες ξαναγυρίζεται•
κι ακούω•
τον σκύλο της άνοιξης που με τα δόντια σπάει τους πάγους
την εικόνα σου που κυλίεται αντί να ολισθαίνει
ένα χάδι που ξεστράτισε από το αυτί
και κατακρημνίστηκε
μια ρώγα που απ’ τον κόρφο της
θηλάζω ακόμη νιάτα•

αρκούν αυτά
για να ξαναγεννηθούμε;

ΚΛ – 29/01/2021

* ο τίτλος παραπέμπει έμμεσα στο πεζογράφημα Άθελά μας της Ελένης Μπουκαούρη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2020 του οποίου την κεντρική ιδέα, παρότι δηλώνεται εντός διαφορετικού εντελώς πλαισίου, τη βρίσκω ενδιαφέρουσα και χαρακτηριστική μιας μοιρολατρικής θεώρησης του βίου απέναντι στην πλημμυρίδα του χρόνου και την οργάνωση των δομών με όρους εξουσίας. Σπουδαίο μυθιστόρημα, αφορμή προς την ποίηση, το συστήνω σε κάθε περίπτωση ανεπιφύλακτα.

** Tokyo Story (1953) ταινία του Γιασουχίρο Όζου

photo: Harry Croner (German, 1903-1992)


The inhabitants of the district discover the fate of their now captive neighbours and the unusual emotion that reigns around the Japy gymnasium

May 14, 1941

το σύκο δεν είναι καρπός

Όλα δουλεύουν ερήμην μας (σαν τρένα χωρίς μηχανοδηγό) ενώ αέναα παραλλάσσει η συνείδηση από κάμπια σε χρυσαλίδα κι αντιστρόφως. Είναι ένας δαίμονας ο χρόνος που περνά μα η επανάληψη είναι το ξόρκι του κι η προσευχή του. Όταν στον δαίμονα υποκύψεις την ανάσα του στον σβέρκο σου καλωσορίζεις καθώς κι ένα τρέμουλο στα δάχτυλα που μετρούν στον καρπό σου τους σφυγμούς. Αυτός ο ρυθμός είναι η ζωή σου.


Δες το κορίτσι γεμάτο λουλούδια που, σαν ανθοδοχείο, στα πόδια της ευωδιάζει· ένα ποτάμι αναβλύζει απ’ το αιδοίο της γυάλινο κι αιχμηρό. Τα σφυρά της φυλακίζουν ένα Πι κυρτό σαν την Παναγιά του Πάνορμου. Το σύκο της αμβλύνεται (τη σφήκα να ζαλώσει.) Χρόνια μετά ένα δροσερό της ανάλογο στη Ναμύρ της Βαλλωνίας πετάει από τις όχθες προς μια ποταμίσια υδροφόρα κι απάγεται αντίστοιχα από την αρπάγη του απορριματοφόρου καθώς ένας τελωνειακός, που μιλούσε μόνος του, βαδίζει πάνω στο πετρέλαιο σαν Ιησούς των Αράβων. Οι συκιές της οχύρωσης γεμίζουν κι αυτές με μεταβολισμένες σφήκες που διαλύονται στα ένζυμα των λουλουδιών τους. Το κορίτσι επικαλείται μία δίδυμή της ενώ τα μάτια της ξεχώριζουν απ’ το κορμί κι η ίδια η ροή της την ξεπλένει απ’ την καταραμένη στάχτη. Μία πεταλούδα που πασχίζει να επαναληφθεί πεθαίνει απλώς μές στη χρυσόσκονή της ματαιωμένη. Οι δικές της δίδυμες έρχονται προς το τέλος επιταχύνοντας γεμάτες φως να ξαναδηλωθούν και ως υπάρξεις και ως ονόματα. Το κορίτσι δίχως μάτια σφαγιάζει ένα σύκο κι αποκαλύπτει το κουφάρι της σφήκας που αστράφτει μες στη σάρκα του. Από την αποβάθρα διαχέεται του φθινοπώρου το ποίημα που έχει πια ασπρίσει._

ΚΛ – 24/10/2020 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

photo – Namur citadelle – ΚΛ – 2018

οξείδωση – τρεις ορισμοί

Η σκουριά μαδάει τα σεντόνια•

Τα μύδια που ζουν μια Πλειστόκαινο
σε ένα αστικό λεωφορείο
μυρίζουν
τη θάλασσα που μεταφέρουν
τις αποικίες στη Νέα Πέραμο
ένα κορίτσι που ίδρωσε για πρώτη φορά

το κορμί της έπειτα από χρόνια
προτού τη νεκροπλύνουν

ένας διάδρομος φορτοεκφόρτωσης
λαμαρίνα στραντζαριστή
εργατάκια
παλιοπάπουτσα στραβοπατημένα
λίπος πηχτό
που κολλούσε στη θάλασσα
αδένες ελαφιού
σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
όπως σπρώχναμε τη ζωή
όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι

τώρα που περνάω απ’ τη μαρίνα
βλέπω
πριν να ανέβουν στο ντεκ
βγάζουν τα λόουφερς

ο Θόδωρος καθώς έβηχε με τα Όσκαρ
έλεγε για τη μάνα του
που την είχε δαγκώσει ένα μουλάρι
όταν ήταν έγκυος στη Μυρτώ,
μόλις που είχαν δώσει τον μικρό για παραπαίδι•
σχεδόν μεσήλικες
εργάτες γης
δίχως στον ήλιο μοίρα

η μάνα του
ακόμη
βγαίνει μέσα από τα χέρια του
τις νύχτες
και τον χτενίζει

ξημερώνει
τρύγος και πουλί
και στα πεύκα σφίγγει το ρετσίνι•

μέχρι να βρεθούμε

μεγαλώνουμε ανάποδα
σαν σταγόνες
που ανεβαίνουν
και με την τριβή
ξεφορτωνονται το νέφτι τους._

ΚΛ – 16/10/2020

photo:John Degotardi Jr. (Australian, 1860-1937)
NSW Department of Public Works photographer
179. Clearing the rubbish at Smith’s Wharf
1900
From Vol. III of Views taken during cleansing operations. Quarantine areas, Sydney, 1900
Gelatin silver print
New South Wales State Archives & Records NRS-12487 Photographs taken during cleansing operations in quarantine areas, Sydney
Public domain

πείσμα


Θα επιστρέψω
έπειτα κι απ’ αυτήν τη διερευνητική
ιχνηλασία
βουνά και θάλασσες
και σεληνιακοί κρατήρες
μερικά δοκιμαστικά κορμιά
με σύριγγες

και τα μαλλιά τους που πέθαιναν νωρίς
ενώ ακόμη τραγουδούσαν στον άνεμο

θα ‘μαι ακέραιος
από χώμα και κρασί
τα ρούχα μου θα φοράω
σαν άλογα
κι οι νύχτες μου δεμένες στα χάμουρα κι αυτές
θα ακολουθούν

εκεί που σε άφησα
θα σε βρω
και το μέτωπό σου
δεν θα ναι πια
μια πυρωμένη πέτρα

θα έχεις πιει το αντίδοτο της θλίψης
που είναι μια θλίψη κι αυτό από μόνο του
όπως κάθε αντίδοτο
όπως κάθε θλίψη
καινούργια μαλλιά
καινούργια φρύδια
και το πανηγύρι της ζωής
το αποχαιρετιστήριο

το ξέρω, το ξέρω
πόσο θελκτικό μοιάζει το χώμα•
όμως για δες
τούτο το φύλλο που πέφτει νικημένο
με πόσο πείσμα αντιστέκεται._

ΚΛ – 03/10/2020

photo: Alfred Horsley Hinton (English, 1863-1908)
Day’s Awakening
1896
Platinum print
George Eastman Museum, gift of the 3M Foundation, ex-collection Louis Walton Sipley. Courtesy of the George Eastman Museum

Συνέχεια ανάγνωσης «πείσμα»

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Ο ξακουστός οργανοπαίχτης Ρίκο

στάχτες

______Ο ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗΣ ΡΙΚΟ________

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΡΙΖΑ 70/4/β/(i)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΡΙΖΑ 70[1]

  1. Ο Παπά-Σταύρος Φιλίππου Καλογερής παρέμεινε στη ρίζα του, παντρεύτηκε τη Γιαννούλα Ζωγράφου από το Δώρι, κι απέκτησαν πέντε παιδιά

α. τον Φίλιππο Σταύρου Καλογερή

β. τη Μυρσίνη Σταύρου Καλογερή που παντρεύτηκε τον Ιωάννη Παπαδημητρίου στην Πεζούλα Παρνασσίδος και απέκτησαν έξι παιδιά.

(i)τον Ευτύχη – Ο ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗΣ ΡΙΚΟ
(ii)τον Ιερόθεο – Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
(iii)την Παρασκευή – ΜΥΡΟΒΛΗΤΙΣΣΑ
(iv)την Αναστασία
(v)την Αγγελική
(vi)και την Κώστια

γ. την Ζαχαρούλα Σταύρου Καλογερή που παντρεύτηκε το Γιώργο Ιωάννου Αθανασάκη και πήγε στην οικογενειακή ρίζα 9

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.175 επιπλέον λέξεις

προσωπείο

Όσα επιστρέφουν
και πάλι απομακρύνονται
καθώς κάθε αρχή προκύπτει από ένα τέλος
σκέφτομαι
ανακαλώντας τους ναυτίλους μου που ξενιτεύτηκαν
σ’ εκείνη την απέραντη γαλάζια δυστοπία
εκεί όπου
σφάζαμε ανθρώπους
για να πιούμε το αίμα τους
ενώ καμαρώναμε το σώμα μας γεμάτο
μελανιές και χάδια•
αν είχαν πρόσωπο τα χάδια μας
θα ήτανε φαγιούμ 
γιατί έτσι μάς κατάπινε κι ο θάνατος•
σαν ηδονή
και σαν απομεσήμερο του Απρίλη

Ίσα που μαθαίναμε τότε να πλέουμε
κι η πλεύση μας ήταν
ο ίδιος ο γαλάζιος Δούναβης
στην καρότσα ενός αγροτικού προς το Αρκαλοχώρι κυνηγώντας
τα εμπορικά που ανοίγαν μόνο Σάββατο
κι ο χρόνος που διολίσθαινε απελπιστικά
κυλούσε με την αλμύρα 
στ’ αμπέλια
και τις υγρές τροχιές των χοχλιδιών στα τρυφερά μαρούλια•
βρίσκαμε έπειτα, δια της αφής,
τα κωνία των αγγέλων μας
και τα κάναμε εικονίσματα
ή έστω θυμητάρια
με λίγο λάδι, καρβουνάκι και οινόπνευμα
τα μπήγαμε
στα βρεγματικά οστά μας
και τα καπνίζαμε

Εκεί ενδημούσε
κι η αστική τάξη που εκβλάσταινε απ’ την αγροτιά•
μια σβουνιά
που μεγάλωνε σε διάμετρο
σαν κορμός σφενδάμου

Γίνομαι, βλέπω, ολοένα και πιο κυνικός με τον θάνατο
πιο χαμερπής με τη ζωή 

καθως τα γερμανικά αγγεία μου
όσο πάνε και φράζουν
με θολές μπύρες
και λαρδιά

Ας αντισταθώ

ας περιμένω να κατέβει
ο θηλυκός μου άγγελος
καβάλα στο αστρόφως του
γλιστρώντας επιταχυντικά
σε άνθη λεμονιάς
επ’ αυτών το στήθος του να τρίψει
και να μυρίσουν πράσινο λεμόνι
όλα του τα εσώρουχα

Κι ας χαθεί έπειτα,
προτού στεφανωθούμε,
βαστώντας
το παλιό του πρόσωπο
ως προσωπείο•
να τού θυμίζει να μην υποκύπτει τουλάχιστον
στην αδέσποτη ποίηση
των Έξω από Δω._

ΚΛ – 26/08/2020 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

photo: André Kertész (Hungarian, 1894-1985)
Mon frère tel Icare, Dunaharaszti (installation view)
My brother like Icarus, Dunaharaszti
1919
Gelatin silver print

Nekkerspoel – Χειμωνιάτικο Τοπίο με Παγοδρόμους και Παγίδα για Πουλιά (και η Φυγή στην Αίγυπτο)

Περίπου στα μισά της διαδρομής με το τρένο ανάμεσα στις Βρυξέλλες και στην Αμβέρσα, προβάλλει μέσα από κατάφυτες εκτάσεις γεμάτες οξιές, καστανιές και σημύδες της Φλάνδρας, το δημοτικό διαμέρισμα του Μέχελεν (Mechelen) που περιλαμβάνει την μικρή πολίχνη Νέκκερσπουλ (Nekkerspoel). Όταν κάποιος ακούει το όνομα στα φλαμανδικά, φέρνει αμέσως στο μυαλό αυθόρμητα μια ελληνοκεντρική μετάφραση – ερμηνεία: Λίμνη των Νεκρών. Με μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο διαπιστώνεις ότι δεν απέχει και πολύ ετούτη η ενστικτώδης εκδοχή από την πραγματικότητα. Nekker είναι στη Βελγική μυθολογία, μια ευρύτερη λέξη για να ονομάσουμε όλα τα πνεύματα του Νερού, συνήθως κακόβουλα, τα οποία με το τραγούδι τους εκμαύλιζαν νεαρές γυναίκες ή παιδιά και τα έπνιγαν στη συνέχεια στα παγωμένα νερά κάποιας λίμνης ή ενός ποταμού. Η λέξη προέρχεται από τη λατινική, πασίγνωστη σήμερα, λέξη nigger, λέξη με φοβερή ανάδραση κοινωνική, πολιτική, καλλιτεχνική, φολκ κουλτούρας κλπ. Βαθύτερα πηγαίνοντας καταλήγουμε στην αρχαιοελληνική Nyx (Νύχτα) ή και στο «νίπτω» που εξηγεί τη σχέση των πνευμάτων αυτών με το νερό. Τα Nekkers, κυρίως αρσενικά με μαύρο – προφανώς- χρώμα ήταν δαίμονες που καιροφυλακτούσαν για τις ανθρώπινες ψυχές με ανάλογο τρόπο όπως, στον πίνακα Χειμωνιάτικο Τοπίο με Παγοδρόμους και Παγίδα για Πουλιά * του Πέτερ Πάουλ Μπρέχελ του πρεσβύτερου, καιροφυλακτεί το αόρατο χέρι του Χάρου να τραβήξει το σχοινί και να λειώσει τα πουλιά που θα βρεθούν αφηρημένα κάτω από τη βαριά πόρτα στα δεξιά του πίνακα. Ετούτο το καταχθόνιο σχέδιο συμβαίνει ταυτόχρονα με όσα εξελίσσονται ανέμελα στα αριστερά: οι χωρικοί πατινάρουν στον πάγο με προσοχή, ορθοί ή σε έλκηθρα ή παίζουν, με ραβδιά, μια εκδοχή του χόκεϋ επί πάγου ή εκείνο το χαρακτηριστικό παιγνίδι των Βορείων (το curling) όπου μηδενίζεται η τριβή της πέτρας με τη λείανση της επιφάνειας του πάγου έμπροσθεν, έχοντας το νου τους για την εμφανή (ή προφανή) τρύπα. Είναι σαν να μας λέει ο ζωγράφος: το ξέρετε πως θα πεθάνετε και παίρνετε τα μέτρα σας (όπως κάθε ζώο που ανιχνεύει τον κίνδυνο από ένστικτο) απέναντι στο προφανές (και προβλεπόμενο). Μα πάντα θα υπάρχει κάπου κρυμμένος ο Χάρος και θα περιμένει την ψυχή σας που πεταρίζει ανέμελη, έτοιμος να πυροδοτήσει την (απρόβλεπτη) Παγίδα του.

Πριν καμιά τριανταριά χρόνια, η μικρή πολίχνη του Νέκκερσπουλ μετατράπηκε σε Αθλητικό Κέντρο με τεράστια χωρητικότητα και εγκαταστάσεις. Αφορμή στάθηκαν οι προσχώσεις άμμου και άλλων φερτών υλικών από τον ποταμό. Έγιναν επιπλέον επιχωματώσεις και κατασκευάσθηκαν πισίνες τεχνητές σαν προέκταση της φυσικής εναπόθεσης που έφτιαχνε μια λίμνη σε κείνο το σημείο για αιώνες. Αν ήμουν στη θέση των Βέλγων, θα το σκεφτόμουν πολύ καλά να κάνω σε αυτές τις πισίνες, έστω και μια μικρή βουτιά.

* από τις 127 εκδοχές αντίγραφα του πίνακα από τον Πέτερ Πάουλ Μπρέχελ τον νεώτερο (45 πιστοποιημένα, 51 αμφίβολα, 31 απορριπτέα μα διακριτά) επιλέγω να παραθέσω εκείνη που περιέχει την λεπτομέρεια του ενσταντανέ της Φυγής στην Αίγυπτο, όπου διακρίνεται η Θεομήτωρ πάνω σε ένα γαϊδουράκι, που το καθοδηγεί ο Ιωσήφ μπροστά από ένα χωριατόσπιτο δίπλα στο ποτάμι, περίπου στο μέσο και προς τα αριστερά του πίνακα. Με συγκινεί αυτή η λογική του «τα έχει όλα και συμφέρει.» Η σκηνή απουσιάζει από τον αρχικό πίνακα του πρεσβύτερου (1565) που μπορεί κανείς να τον θαυμάσει στα Βασιλικά Μουσεία των Καλών Τεχνών στο Βέλγιο, στις Βρυξέλλες. Τον πίνακα που παραθέτω τον είδα στο σπίτι του Δημάρχου της Αμβέρσας Mayer van den Bergh, μαζί με τον εμβληματικό η τρελή Μεγκ του πατρός Μπρέχελ, πίνακα για τον οποίο θα μιλήσω στη συνέχεια.

(από τη συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ)

αμβέρσα

ΑΜΒΕΡΣΑ

Οι άνθρωποι γίνονται άλλοτε
θάλασσες κι άλλοτε λιμάνια
σου λεω

ενώ ανοίγεις απ’ τα σπλάχνα σου
εκείνο το λουλούδι
υγρό κάπως και εύθρυπτο
σαν κόλπος
ή ίσως μια μεμβράνη
του τυπογράφου Πλαντίν Μορετούς

και τούτη η γλώσσα
μες στα σύμφωνά της
συμφωνεί

δεν είμαστε αστοί
αυλικοί ή
Εσπερίδες

κάτι αλάνια είμαστε
επαρχιώτες και λειψοί
κι από φράγκα
κι από κάλλος
κι από καταγωγή

έχουμε μόνο
στην κωλότσεπη
το μανιφέστο του πεινασμένου

και το τρεμόπαιγμα του στέρνου

ενός σαλού σπουργίτη

ξημερώματα Σαββάτου
στην Γκρότε Μαρκτ
καθώς τα σπόρια απ’ τα φραγκόσυκα
ανακυκλώνονταν προς λίπασμα
μέσα σε κάτι κουραδάκια
τόσα δα._

 ΚΛ – 14/08/2020 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ