στιγμές

Είναι στιγμές που βιάζονται να μας προσπεράσουν
λες και δεν αξίζαμε να μας συμβούν,
μα τις περιμένουμε να ξαναλάμψουν στον ύπνο μας,
το ίδιο γρήγορες και τύποις ταπεινές
με μιαν ουγγιά μεταμφιεσμένο χρυσάφι
που θα ανταλλάξουμε με σάρκα,
σαν ένας άλλος – ενοχικός – Σάιλοκ.
Μια στροφή από ένα ποίημα του Καβάφη,
που την άνοιξη σκυλεύει
την αλεξανδρινή κατατομή και το ουράνιο σώμα,
τα φύλλα όπως ανοίγονται σαν σέπαλα μαρμάρινα
να ακροθιγούν από τα χείλη της/
Η εισαγωγή των Χρυσανθέμων του Πουτσίνι,
και πως επιστρέφει επ’ αυτής στη Μανόν Λεσκό/
Ένα φιλί που μας έκαψε σαν αραιό υδροχλωρικό
κι έκτοτε μας θυμίζει και τον έρωτα και τη χημεία του.
Μια μπαλάντα του Ντίλαν που δεν έχει ακόμη γραφτεί,
μα ξεκινάει με το ίδιο δωδεκάμετρο,
που ξεκινάει κάθε Μεγάλη Παρασκευή/
Τα δάχτυλά της πως νύχιαζαν τον άνεμο
και πως σηματωρούσαν,
σαν πάσχιζε να μου μιλήσει για την αγάπη,
και τα λόγια δεν της έφταναν.
Κι άλλες πολλές που θα θελα να
εκτείνονταν και να γεμίζαν τη ζωή απ’ άκρη σ’ άκρη,
μονωτικά,
σαν ένα στρώμα από αφρό πολυουρεθάνης/
Κι όλες οι υπόλοιπες,
όσες βυσσοδομούν νυχθημερόν τ’ ανάξιο τομάρι μου,
– μου αξίζαν, δεν μου αξίζαν –
να με παρέκαμπταν
δια παντός
και αμετακλήτως.

ΚΛ – 06/08/2017

photo: John Brack (Australia 1920-99)
Self-portrait
1955
Melbourne, Victoria
Oil on canvas
National Gallery of Victoria
Purchased with the assistance of the National Gallery Women’s Association, 2000

η μοναξιά του «δύο»*

Μονάκριβή μου, εσύ…
η μοναξιά του «δύο»/
ένας ανίσχυρος ζυγός,
μες στο απειροσύνολο των πρώτων/
εσένα διαλέγω να σου διαβάζω τα ποιήματα για τις σκιές/
για τους αυτόχειρες στρατιώτες που γλιστρούσαν
μες το γαλάζιο αντιβούισμα σαν μέδουσες/
για μέρες που προέτρεχαν
σαν αποξεχασμένα χελιδόνια,
όπως στη θύελλα των απλοϊκών ρόδων,
μια έκπαγλη στερλίτσα καθρεφτίζει τη μυρωδιά της
στα κόκκινα βιτρώ/
τι τραγική ειρωνία!
κανείς να μην εμπλέκεται στην ερωτική αυτάρκεια,
για τα ζωντανεμένα οχυρά
και την αβεβαιότητα/
για τα σκληρά τους μέλη
όπως ίσιωναν και ξαναΐσιωναν,
ιερουργοί,
τα βρέφη στο θυσιαστήριο/
Είδες που ήρθαν
επτά ριπές από τα δυτικά
μαζί με το φρούριο που ξεχείλιζε
φακέλους;/
κι έψελναν στεντόρεια στη γέφυρα των στεναγμών
μια χορωδία ένδεκα ουσσάρων,
μα η ουσία μου διέφευγε από τις χαραμάδες τους σαν
φρέσκος μούστος/
κι ας είναι πάντα χειμώνας
κι ας αισθάνεσαι αδαής να καταπιείς το καταραμένο φίδι,
μην ανησυχείς!/
Δε φαίνεται να εξαφανίζεται η εικόνα των φοινίκων,
το γάργαρο γέλιο της Γερμανίδας τουρίστριας ή η αγάπη μας που καιγόταν σαν τα τροπικά δάση τον Αύγουστο/
Να εδώ, σου διαβάζω τα ποιήματα/
Επειδή ομνύω
να φυλάττω
τον γεννήτορα
χρόνο μας,
ως εαυτόν._

  • Πρώτοι, είναι όλοι οι φυσικοί αριθμοί, που διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και με την μονάδα. Μερικοί πρώτοι αριθμοί είναι π.χ. 2, 3, 5, 7, 11, 13, 17, 19, 23, 29, 31, 37, 41, 43, 47, κλπ. Όλοι οι πρώτοι είναι περιττοί αριθμοί εκτός του 2, που είναι ζυγός. Η ίδια η μονάδα, θεωρείται εξαίρεση και δεν κατατάσσεται ούτε στους πρώτους ούτε στους σύνθετους, για λόγους μαθηματικής συνέπειας με ένα σωρό θεωρήματα. Ας πούμε πρόχειρα επειδή μπορεί να διαιρείται πολλές φορές με τον εαυτό της, δίνοντας ίδιο αποτέλεσμα. Ένας άλλος λόγος ελαφρώς λιγότερο διαφωτιστικός αλλά μαθηματικά ορθός σημειώνεται από τον Tietze [1965], ο οποίος δηλώνει: Γιατί ο αριθμός 1 να αποτελεί εξαίρεση; Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο συχνά θέτουν τα σχολιαρόπαιδα, αφού όμως είναι θέμα ορισμού δεν είναι αμφισβητήσιμο…

photo: Ruth Maddison (born Australia 1945)
No title (Woman collecting a Christmas present from the car)
from the Christmas Holidays with Bob’s Family, Mermaid Beach, Queensland series
1977-78, printed 1979
Gelatin silver photograph, coloured pencils and fibretipped pen, ed. 1/5
National Gallery of Victoria
Purchased, 1980

ακατάλληλοι για ποίηση

Για όσες αρνήσεις φυτεύτηκαν στο κενό μας,
θα φυτρώνει πάντα μια αδιαμφισβήτητη κατάφαση/
η άρνηση της πτήσης
στις κατασκευές του Λεονάρντο,
θα ανακαλεί τη νομοτελή βαρύτητα
ενώ η απώλεια της νιότης μας,
θα οδηγεί
στη θεοποίηση του κάλλους,
κι όμως
πικρά θα διαπιστώνω διαρκώς,
πως δεν τα καταφέρνουμε να αποφανθούμε
ούτε για την πτήση ούτε για το κάλλος,
έτσι περιγραμματικά κι ασθενικά που πορεύονται γύρω μας,
σαν με τα δάχτυλα ενός αγάλματος στραμμένα
προς τη δροσιά των άστρων,
την ωραιότητα απλά υμνώντας ενός πολεμιστή,
ή τις φλύαρες σπηλιές
εκείνης της κοπέλας με το ασύμμετρο βάδισμα,
ή την αναλαμπή μιας εκκένωσης
στο χθόνιο λιβάδι,
τις σάρκες που βλήθηκαν
και το πώς μύριζαν οι κορυφές των πεύκων μετά/
Αποδειχτήκαμε τόσο ακατάλληλοι για ποίηση,
όσο ένας κόκκος σκόνης
που προσπαθεί να εξηγήσει τις τρεις διαστάσεις,
στο χρόνο και στους θεούς.
ΚΛ – 30/07/2017

 

photoGertrude Käsebier
The Sketch (Beatrice Baxter)
1903
platinum print
Gift of Hermine Turner
Collection of George Eastman House,
International Museum of Photography and Film

τα κορδόνια

Τέλειωνε ο Ιούλιος/
τα βράδια είχαν μέσα και τη μέρα,
μα η ασπίδα των άστρων ήταν ακόμη η θάλασσα/
στην άκρη ένας πλανόδιος με τραγιάσκα ύπνου, 
πούλαγε πράσινα νταριά/
τον θυμόμουν από τα πεδινά,
ήταν ρετσινάς, αγελαδάς και καρβουνιάρης/
ενώ σκάλιζε τα κάρβουνα με μαχαίρι,
οι σπίθες μύριζαν δόντια και οπλές
και μια ελαφριά βαρβατίλα
σαν των νεφών τα πλάτη μετά τους Αρχάγγελους/
οι δύο μας μόνο όπως βρισκόμασταν,
ούτε παιδιά, ούτε γονείς
κι η ασάλευτη γλώσσα του χρόνου,
π’ ανέπνεε στο σβέρκο μας/
Εκείνος, έλυνε συνέχεια τα κορδόνια του,
ενώ παρατάσσονταν
των αετωμάτων και των εκατόνταρχων τα δόρατα
εν υπνώσει,
τα μάτια του εξείχαν κατακόκκινα,
μες στο λευκό ενύπνιο/
Αιώνια κλαμμένος που τον έθαψαν με στενά παπούτσια
και τον δυσκόλευαν στο βάδισμα
(πως το κάνε αυτό η Φούλια του;)
πάνε κιόλας σαράντα χρόνια,
σώνει πια/
μόλις τον είδε που κόντευε του φώναξε:
– Σε καλόμαθα Θάνατε,
αθάνατε!/
έπειτα έτριξε τα δάχτυλα,
έβγαλε την τραγιάσκα,
κι έδεσε τα κορδόνια του σφιχτά/

(για τον παππού τον Παύλο)

photoRene Burri
‘Bilbao, Spain’
1957

ονειροκρίτης

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα «άσπρο άλογο»:
«μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει»/

ΚΛ – 25/07/2017

photoJerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann

το απαραίτητο φεγγάρι

Εδώ σε τούτο το συρτάρι φυτρώνουν τα ποιήματα:
άλλοτε είναι γέροντες που μασουλάνε με τα στραβοχυμένα – από το ΙΚΑ – μασελάκια τους,
τα πάντα όσα αντενδείκνυνται στο διαβήτη,
καραμέλες βουτύρου, ζελεδάκια, 
ένα ώριμο δαμάσκηνο,
τα μάτια τους είναι μονίμως υγρά,
και τρέμουν το χρόνο/
άλλοτε μυρωδάτοι έφηβοι, κούροι και κόρες,
με συμπαγή μπούτια κι αρχαϊκό χαμόγελο,
απλώνουν τα ολοκαίνουργια φτερά τους,
αγέρωχοι στα όνειρα
κι όταν αγκαλιάζονται
ο χρόνος τούς τρέμει/
άλλοτε εμείς οι ίδιοι,
που ανασαίνουμε βαρύτερα,
κοιμόμαστε λιγότερο,
μουδιάζουμε περισσότερο
από πέρσι.
(κι ας ερωτευόμαστε το ίδιο)
Αδιάφορο στέκει πάνω απ’ όλα αυτά το φεγγάρι.
Κάθε ποίημα πρέπει να έχει κι ένα τέτοιο.
ΚΛ – 16/07/2017

photo: Unknown photographer
Griffith & Griffith (publisher)
Full Moon
1850-1900
Albumen print on cardboard
8.8 x 17.8 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg

υδρόλυση

Όλα τα χρόνια μου πλέουν ακέραια,
σ’ αυτή τη θάλασσα των οντολογικών
δεσμών/
ακόμη και οι παύσεις τους είναι διαρκώς παρούσες
– αν και κατάλευκες/
όταν αρχίζω να τις μετρώ,
οι τοίχοι φουσκώνουν
δίχως δόντια ή μόνο με μια μύτη χαρακτηριστική,
ή ένα νεύμα/
κι οι νύχτες γίνονται πιο
αλμυρές/
εγώ,
μόνο τους ώμους σου ζητώ
να λιώσουν στο στόμα,
και τις ίριδες να αποσπορίσουν
το έλασσον φτερούγισμα/
το ξέρω, ο χρόνος μου υδρολύεται διαρκώς/
μα δεν παλεύεται ο έρωτας
σε όποια ηλικία/
ΚΛ – 07/2017

photo: Ute Mahler
”Untitled’ from the series ‘Living Together’
1973

μια θλιβερή αφορμή 

Δεν ξέρω μήπως πρέπει να ξανανταμώσουμε με τα ίδια λόγια που χωρίζαμε,
νύχτα που ήταν, ανοιξιάτικη,
κι όπως έλιωναν οι λέξεις στον πρόβολο των κορμιών
σιωπηλή να αποτραβιέται, στο ενδιάμεσο, μια ορτανσία/
κι όσες αναπνοές εκτελέστηκαν,
ο επίπεδος θάνατος που υπερκεράστηκε,
μα κι η ψυχή που βρήκε το δρόμο της να γίνει χελιδόνι,
την ίδια ώρα που συμπτύσσονταν
αέριες μάζες και αστρική σκόνη
σαν μάλαζε τη ζύμη τους
μια ουράνια φουρνάρισσα,
κι ο Μπετελγκέζ γινόταν
ένας ακόμη
υπερκαινοφανής.
Μακάρι να διαχώριζα
εκείνη την ανύπαρκτη αγκαλιά,
όπου πάσχιζε η μελισσάνθη
στις δύο πλάκες ανάμεσα
από τον άνθρωπο να απασφαλιστεί/
τότε η συζήτηση ετούτη θα γινόταν,
ένα ποίημα για το νόστο σας και μόνο/
μα όπως βλέπω τα παιδιά κι αντέχουν,
πώς ακουμπούν στους ώμους και στηρίζει το’ να τ’ άλλο/
λέω ίσως μπορέσει ακόμη κι ένας ύμνος της ζωής να καταλήξει,
κι ας έχει έναυσμα μια τέτοια θλιβερή αφορμή/
ΚΛ – 16/07/2017
photo: Amy Andrews inspired by “Lewis Hine” «child labour»

Κωνσταντίνος και Έμιλυ/ ένα κείμενο με αφορμή το ποίημα Γένος (της Δέσποινας Λαλά Κριστ*)

Η Τέχνη δεν εκτελείται με κανόνες. Ο κάθε καλλιτέχνης δημιουργεί τους δικούς του την ώρα της έμπνευσης. Αν κάποιος «ελκυστικός» κανόνας προκύψει τότε τον επαναλαμβάνει. Βλέπω, λοιπόν, σε ορισμένα ποιήματα του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου -και μου αρέσει- ότι έχει κάποια ιδιόμορφα, κοινά στοιχεία με την Emily Dickinson. Κι αυτά είναι δύο, έτσι όπως τα σκέπτομαι: το πρώτο είναι η Ασάφεια, μια μάλλον  παιχνιδιάρικη αινιγματική χρήση λέξεων που όμως απαιτούν  προσοχή, αφού οι λέξεις κουβαλούν διάφορες έννοιες και πολύ εύκολα … λασπώνουν τα νερά. Το δεύτερο που τους χαρακτηρίζει αμφότερους, είναι η ξαφνική αναφορά ενός τόπου. Με την ασάφεια υπάρχει μια παρέκκλιση από το γνωστό, μια ανεπαίσθητη δόνηση- σαν ένας σεισμός- κάπου πολύ μακριά –αλλά αισθητός. Επιφανειακά  όλα δείχνουν γνωστά –η λέξη όμως;  Παράξενη, διφορούμενη απαιτεί προσοχή για καλύτερη σύλληψη της έννοιας. Έτσι λοιπόν αυτοί οι δύο ποιητές (και θα υπάρχουν κι άλλοι) χρησιμοποιούν αυτά τα δύο στοιχεία. Δεν φτάνει η ασάφεια των λέξεων, αλλά στα καλά των καθουμένων αναφέρονται σε μια πόλη άσχετη, γεγονός που για την Έμιλυ στοίχισε την υπόληψή της. Διότι αναφερόταν σε άγνωστα εξωτικά νησιά, που είχε επισκεφθεί ο George Gould* και η ερώτηση που εγείρετο ήταν: πώς ήταν σε θέση να γνωρίζει τα ονόματά τους, εάν δεν διατηρούσε αλληλογραφία με τον Gould; Για αυτό και πολλοί μελετητές κατέληξαν: « Ιδού ο άνδρας-έρωτας της ζωής της Ντίκινσον, που ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΟΥ εγκατέλειψε την κοινωνία»  αφού ο πατέρας της, έδιωξε τον νεαρό Gould από το σπίτι, κι αυτή θύμωσε τόσο που βρόντηξε την πόρτα της κι είπε εγώ δεν ξαναβγαίνω από το δωμάτιο μου! Εκείνο που δεν ξέρω είναι τι  θα πουν για τον Κωνσταντίνο,  –έτσι όπως πετάει το όνομα  μιας πόλης –το τρικ του –γιατί ξέρει ότι  το ξάφνιασμα πάντα γοητεύει. Έχουν οι ποιητές τα κόλπα τους να μας κρατούν προσηλωμένους στην ανάγνωση μια και δυο και τρεις φορές, να μας  ταρακουνούν για  να τρυπάμε τις λέξεις μέχρι να αντιληφθούμε την ακριβή τους έννοια,  γιατί όλες οι λέξεις της ποίησης είναι «απόκρημνες λέξεις» – όπως θα έλεγε η Διώνη Δημητριάδου – η οποία όμως δεν χρησιμοποιεί αυτή την μέθοδο γραφής. Έχει μια άλλη. Τη δικιά της.

Αλλά ας επιστρέψουμε σ’ αυτούς τους δύο που επιμένουν στην ασάφεια: η ‘Εμιλυ επί μονίμου βάσεως ενώ ο Κωνσταντίνος όταν τον βολεύει, όπως έκανε σ’ αυτό το ποίημά του- με τίτλο:

Γένος

Ορίστε η ασάφεια: Η λέξη Γένος έχει τις έννοιες της (είδος, κατηγορία, τύπος μορφής, (σόι) αντιπροσωπευτικός τύπος, καταγωγή, φυλή και  το γραμματικό είδος (αρσενικό, θηλυκό), μα εμείς συνεχίζουμε το διάβασμα χωρίς να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στην ακριβή έννοιά της. (αν όμως ο αναγνώστης συμπληρώσει την λέξη –γένος αρσενικού- θα κατανοήσει το ποίημα από την αρχή του και δεν θα έχει την ανάγκη να το διαβάσει 2-3 φορές. Άρα θα χάσει την ευκαιρία της μεγάλης αποκάλυψης των λέξεων στην πολλαπλή ανάγνωση για να θαυμάσουμε την σημαντικότητα ενός ποιήματος.

 Και πάμε στον πρώτο στοίχο:

Στο ασημένιο μπρίκι μου

Στο μπρίκι λοιπόν, δηλαδή  ένα μεγάλο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο με  δυο κατάρτια  που του επιτρέπει την χρήση πολλών πολυβόλων (αυτό να το λάβετε υπόψη σας σοβαρά). Το χρώμα  ασημί,  δηλαδή λευκόφαιο, σχεδόν άχρωμο, να μην γίνεται εύκολα αντιληπτό .

Σ’ αυτό το Μπρίκι «ιππεύει» ο Αργοναύτης – ήρωας τύπος warrior επί

τρία μερόνυχτα γήινου χρόνου

και οκτώ σεληνιακού,

ακόμα μία διακοπή. Έχουμε να κάνουμε με ηλιακό και σεληνιακό χρόνο. –ταρακούνημα και υπολογισμός-εγώ το βρήκα ως τρία χρόνια και οχτώ μήνες και σε όλο αυτό το χρόνο  νερά  και Άνεμοι να τσακίζουν δέντρα και μάντρες.

ένα ποτάμι κατέβαζε τον άνεμο ανατολικά  και τον τσάκιζε στο ασβέστινο τείχος ή στην ιτιά της αυλής./

ενώ ο ήρωας στον κόσμο του, χόρταινε αέρα.

Εγώ, καβάλα.

Τον άνεμο τον χόρτασα/

Μέχρι που παρουσιάστηκε η πριγκηπέσα όμορφη σαν νεράιδα/

έπειτα μια παραμυθία νεραϊδόσχημη,

κροκάλα γκρι μπλε,

μου ζέστανε την κοιλιά για μέρες/

(φτάνει ο Αύγουστος με την “ πριγκηπέσα ”  και τα πράγματα αλλάζουν. Οι λέξεις φλογισμένες απαστράπτουν ανακατεμένες με χρώμα,  φύση και κορμιά….

Τέλος τον Αύγουστο (αρχές) μου παραδόθηκε στην επιστροφή μου απ´ το ρέμα.

Τ’ αχαμνά μου έκαιγαν,

οι γωνιές με τις καβουρομάνες στο σάλιο του νεκρού,

έχασκαν πολύχρωμα όστρακα

θρυψαλισμένα,

σχιστόλιθοι και ιριδίζων βασάλτης/

Το κορμί της έκαιγε/

Η ζέστη του Αυγούστου κυριαρχεί. Αλλά ο ήρωας μας δεν αντιλαμβάνεται την ζέστη γιατί η  ματιά του είναι κολλημένη στα

αέναα στήθια και ηδύς ιδρός/

 ανεξάντλητος να τρέχει/

και φυσικά τρέχει. Όλα τέλεια κατανοητά με δυναμικές περιγραφές και μεταφορές

ευχάριστος από τις αισθήσεις,

λαξεμένο σπήλαιο στην εσοχή των βουνών,

υγρά/

αλλά συνομολόγησε τον πόθο και εβαπτίσθη/

μέχρι εδώ –μέλι γάλα-αμοιβαίος ο έρωτας. Τα πράγματα άλλαξαν όταν ο άνεμος έπεσε. Και όταν πέφτει ο άνεμος η ζέστη του Αυγούστου,  γίνεται πνιγηρή και πρέπει να ρίξουμε άγκυρα., και να εγκαταλείψουμε το σκάφος όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Δεν αντέχεται πλέον η μεξικάνικη έρημός με τόσες οχιές και καβούρια, τι να σου κάνουν οι λίγες νεράιδες….  Αφού…

Μόλις έπεσε ο άνεμος έπιασε η πηχτή ζέστη,

το σούρσιμο απ´ τις φολίδες της λιόχεντρας ηχηρό ως τα βαθιά πηγάδια,

ο ουρανός κίτρινος ανθρακί,

άνοιξα τα φτερά μου υγρές μεμβράνες να στεγνώσουν/

και γύρισα τα βλέφαρα αντεστραμμένα.

Οι βολβοί λευκοί και οι κόρες φευγάτες,

στραφτάλισαν το φως

και κατάπιαν το σκοτάδι/

Εκεί ιδού ο Νυμφίος,

αναλήφθηκα στην καμπύλη της σελήνης/

νεράιδες, οχιές, καβούρια εγκαταλείφθηκαν στη μεξικανική έρημο

κι έστω κι έτσι, 

και  ό ο ναυτίλος – warrior – εξέπνευσε-

με ξέπνοο πρωραίο,

ντυμένος το εφηβικό μου δέρας,

 αλλά τα νιάτα ξέρουν κι’ άλλα μονοπάτια . Παίρνουν τα βουνά.

ανοίχτηκα για την ορεινή Φωκίδα,

να ανταμώσω το γένος μου/

ΚΛ – 2013

Ένας ακόμη αρσενικός την έκανε, ενώ ο ποιητής έβγαλε ένα ακόμα αριστούργημα από τα σωθικά του φωνάζοντας στην έμπνευση, όπως η Ε.Ντ. «Take it all away and leave me the ecstasy of Creation

*Ο George Gould, από το χωριό της μητέρας της Έμιλυ, (Monson) ήταν φοιτητής στο Άμχερστ και φίλος του Austin, του αδελφού της. Συχνά τον προσκαλούσαν στο σπίτι για φαί και η συζήτηση κυλούσε πάντα προς την ποίηση-. Αυτός μιλούσε για Έμερσον  και Τέννυσον -γεγονός που γοήτευε την Έμιλυ και θύμωνε τον πατέρα της, Edward, ο οποίος επέμενε «η ποίηση δεν είναι ζωή»  για να ενημερώνει την Έμιλυ που έγραφε συνέχεια.  ‘Όταν η φιλία άρχισε να παίρνει την ροζ χροιά του ρομαντισμού ανάμεσα τους, λέγεται ότι πατέρας της Έμιλυ τον έδιωξε, επειδή τον θεωρούσε ακατάλληλο για γαμπρό. Ο νεαρός ήταν πολύ φτωχός, ήταν ρήτορας που κέρδισε όλα τα βραβεία της σχολής του 1850, τον ενδιέφερε και μίλαγε πολύ για   ποίηση και δεν έφταναν όλα αυτά αλλά εξελίχθηκε -στην εποχή της Αφύπνισης – ως έξοχος  Ιερέας όλα προσόντα προς απόρριψην για τον Πολιτικό, Edward Dickinson. Έτσι  τον πέταξε έξω από το σπίτι-ενώ η  Έμιλυ θυμωμένη έκλεισε με πάταγο την πόρτα του δωματίου της φωνάζοντας «αν δεν μ’ εμπιστεύεστε, δεν θα βγω ποτέ από το δωμάτιο μου»- το οποίο έκανε και όχι φυσικά για τον George Gould, αφού η Έμιλυ πάντα ερωτευόταν όταν συναντούσε κάποιον που είχε κάτι σημαντικό να πει- και γιατί όχι- κι έτσι ο George δεν ξαναπάτησε στο Αρχοντικό του Edward. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο  του Άμχεσρτ, πήγε στο Χάρβαρντ κι  έγινε γνωστός κι επιτυχημένος Ευαγγελιστής, αλλά όλα εις μάτην. Οι μνήμες της μεγάλης φτώχειας που υπέφερε ως παιδί του προκαλούσαν  μελαγχολίες που για να τις καταπολεμήσει, αφού πλέον ήταν οικονομικά άνετος,  έκανε διακοπές στα μακρινά εξωτικά νησιά του Ειρηνικού –ονόματα που αναφέρονταν στην ποίηση της Έμιλυ-και ιδού το τρανταχτό συμπέρασμα  των μελετητών –ότι στην  αλληλογραφία αποδεικνύεται ο έρωτας τους -κάτι που δεν το έλαβα  πολύ σοβαρά,- αφού η Έμιλυ στην ζωή της αλληλογράφησε με 2.400 άτομα-. Μερικοί μελετητές επιμένουν και  δεν διστάζουν να φέρουν το τελευταίο τους ατού. Όταν ο George Gould βρισκόταν στο κρεββάτι του θανάτου είπε στην γυναίκα του «η ζωή με απογοήτευσε…» (επειδή δεν παντρεύτηκε την Έμιλυ (;)) χωρίς να λάβουν υπόψη τους ότι και ποιόν δεν έχει απογοητεύσει -αφού  αυτό είναι το κόλπο της ζωής- να απογοητεύει,  κυρίως  τους Ευαγγελιστές κι αυτούς που καρφώνονται σε μια ιδέα και τα βλέπουν όλα από μια σκοπιά.  Πάντως η Έμιλυ χρησιμοποιούσε στην ποίησή της ξωτικά ονόματα νησιών έτσι όπως κάνει και ο Κωνσταντίνος με ευτυχώς πιο γνωστά μας ονόματα.

* Η Δέσποινα Λαλα Κριστ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αμερική λογοτεχνία, ψυχολογία και ιστορία. Παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Κριστ καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταφραστή ελληνικής λογοτεχνίας. Άλλα βιβλία της είναι τα εξής: Μυθιστορήματα: Νόστος (Κέδρος), Τα απομεινάρια του Θεού (Καστανιώτης). Παιδικά: Μια Μαργαρίτα (Κέδρος), Καπνός και Βλακείες (Κέδρος), Η ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων (Καστανιώτης). Για Νέους: Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω (Σύγχρονη Εποχή), Ένας μικρός Θεός περίσσεψε (Κέδρος). Κριτική: Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά (Καστανιώτης).

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2007) Το μυστικό της συγγραφέως, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Το ξωτικό, Περίπλους
(1999) Ένας μικρός Θεός περίσσεψε, Κέδρος
(1997) Τα απομεινάρια του Θεού, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Νόστος, Κέδρος
(1989) Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω, Σύγχρονη Εποχή
(1984) Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά, Εκδόσεις Καστανιώτη
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2002) Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, Αλεξάνδρεια

photo: Christian Thompson
Museum of Others (Othering the Anthropologist, Walter Baldwin Spencer)
2016
From the series Museum of Others
C-type print

εωθινό ρετσίνι

Βλέπω που χάνεται η γλώσσα
μες στα ποιήματα,
όπως τα τρένα που σκουριάζουν στους σταθμούς,
φαρμακωμένα απ’ τον έρωτα του δρόμου/
Ζώντας εκεί, σ’ αυτή την πρόσληψη,
ίχνηλατώ τις λέξεις που εσωστρέφουν/
τις κουβαλώ σ’ ένα κουτί
ζαχαρωτών,
-παρότι η ζάχαρη είναι ο μέγας διαβητικός ακταιωρός-
και τις πετώ ζαχαρωμένες/
κι όπου κάτσουν/
Μόνο πονάω που τα χέρια μου δεν πιάνουν καλά,
και το κορμί μου έχει γίνει μια ανόητη άσκηση
που φοριέται ανάσκελα,
σαν χρονικό κρεβάτι/
Έξω η νύχτα συντελείται
είτε σε μαραθώνιους,
είτε σε απλές κούρσες ταχύτητας/
κι εσύ μου λες
-Έχασα το σπίτι,
δεν ήταν απο δω;
και μου δείχνεις ξανά εκείνες τις πέτρες που έχουν φυτρώσει
κι άλλα παιδιά,
κι άλλοι θάνατοι
κι άλλες βροχές
κι άλλες οδύνες/
αχ να ήταν να μη μου γύριζες πλέον τη ζωή,
σα χαλίκι μες στο στόμα/
να φευγες τώρα προς τη Ζήρεια, με τούτο το αεράκι/
κι ας μου ανακάτευες όσα μαλλιά μου μείναν/
δεν είναι που δε θέλω να σε θυμάμαι πια/
είναι που στάζεις απ’ τις λέξεις μου σαν το εωθινό ρετσίνι/
και που όσο γερνάω,
τόσο σε κοντεύω/
ΚΛ – 26/06/2017

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Black Sea. Between Chronicle and Fiction
2002-2010

© Vanessa Winship