οι αδέσποτοι εαυτοί

Κάθε νύχτα ταξιδεύει με ένα Ιλιούσιν της Αεροφλότ
προς το φωσφορίζον Κίεβο
κι όπως αντικατοπτρίζεται η εικόνα του στο τζάμι
βλέπει την ζωή του σαν μια κουκίδα από φως που έπαψε να υπάρχει ξαφνικά
όπως παύει η ανάσα ενός άστρου.
Κάθε νύχτα.
Όμως τον Δεκέμβρη του 2018 τη μέρα του Sinterklaas
και καθώς χωνεύει η ομίχλη
τα ρουθουνίσματα των ταράνδων
βρίσκεται σε ένα ατμόπλοιο στην Ες συρ Αλζέτ
σχεδόν έτοιμος να συγκρουστεί
με το Μποκ που ξεφυτρώνει από τα νερά
σαν ένα ακόμη μυθικό Άβαλον.
Έπειτα γίνεται διαυγής και μαύρος κι αχνιστός
φέρει δίκανο απασφαλισμένο
καθώς διασχίζει
το μονοπάτι του Λιανού προς την Τσόκα
κι όταν συναντιέται με τους Αδέσποτους Εαυτούς
τους σκοτώνει έναν προς ένα
ελπίζοντας να σκοντάψει προτού διασταυρωθεί με τα ζαρκάδια•
στον ύπνο του γυρίζει και χαϊδεύει το κορίτσι
που τον κρατάει τρυφερά απ’ τις μασχάλες
σα μετάλλιο
την κοπέλα αυτή δεν θα τη μνημονεύσει όταν αναπαυθεί
όπως δεν μνημόνευσε τη μάνα του
και τις εαρινές του ερωμένες.
Ξανά οι αδέσποτοι εαυτοί τον τριγυρίζουν
εκτοπλάσματα
ένα παπαδάκι
μια ορντινάτσα του διοικητή
ένας ποιητής με ακανόνιστη γενειάδα και γλειμμένο κρανίο
δηλαδή ένας θλιβερός άνδρας που αγάπησε τον εαυτό του περισσότερο απ’ τον έρωτα•
πισωγυρίζει στον κέδρο που μεγαλώνει σαράντα δυο χρόνια αφόρητα γαλάζιος
πάνω από μια κουτσουπιά και του σκουπίζει τα δάκρυα,
έπειτα προσπαθεί να αναγνωρίσει ετούτη την παραβολή:
μια παντιέρα που ανεμίζει προς στα αριστερά
όμοια λευκό κοράκι αποχρωματισμένο•
μα εκεί που το ταξίδι γίνεται ένα vanishing point τη χάνει απόλυτα
καθώς είναι το ταξίδι του
αυτό που είναι
κι ό,τι απέμεινε απ’ εκείνο το είναι•
Έπειτα βήχει δίχως αιτία αφού
πάνε είκοσι χρόνια που έχει κόψει το τσιγάρο•
αλλά και το τσιγάρο ήταν μια κάποια λύσις.


ΚΛ – 10/10/2021- συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Φωτό: Άγριες Φράουλες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1957)

Ο ΝΤΕΛΒΩ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ ΤΗΣ ΟΥΤΡΕΧΤΗΣ

Όλα τα χέρια που απλωθήκαν
προς το καλβαίρ του μαρτυρίου,
τα χέρια της που μεγαλώναν στο νερό
μα εκπυρσοκροτούσαν
καταμεσής του πλήθους,
τα χέρια πένθη
μα και τα χέρια λωτοί,
                κάποτε την εγκατέλειψαν·
κι ενώ ξεχνώ πια το όνομα της
το χρώμα της στάχτης της
ή μιας κορδέλας που φορούσε στα μαλλιά,
τα μάτια της ακόμη αναδρομούν σχεδόν λευκά
από βαγόνι σε βαγόνι
στο δρομολόγιο Άμστερνταμ – Ουτρέχτη.
Όταν την επισκέπτομαι, απόγευμα Σαββάτου,
η κουκέτα της είναι ένα καταφύγιο των πουλιών και τα χέρια επιστρέφουν γονατίζοντας
βυθισμένα στην εικόνα με το πεθαμένο σκίαστρο
όπως σ’ εκείνο το δεκεμβριάτικο ταξίδι μας
που διασχίζαμε τη Φλάνδρα μ’ ένα φανάρι θυέλλης
κι οι ράγες ακούγονταν να σκληρίζουν
σα χοίροι προς σφαγή σ’ ένα χοιροτροφείο της αλαργινής Αδελαΐδας. 
«-Θα σε έχω φανάρι μου,» της είχα πει,
«όσο κι αν σκοντάφτω,
στις εκβολές των ανθρώπων
και στα οικονομικά τους ισοζύγια•»
στο τρένο
όλα τα χέρια του Ντελβώ θροΐζαν ταυτοχρόνως
μα απ’ έξω ο άνεμος σιωπούσε,
σαν κάποιος φίλος από χρόνια πια νεκρός._


ΚΛ- 18/09/2021

Πίνακας Paul Delveaux – Les Ombres, 1965, 125 × 231 cm – λάδι σε καμβά

χειμερία νάρκη

Χρόνια καθώς μεσολαβούν
και τα μαλλιά μας φθίνουν
το πλοίο απλώνεται υφάλμυρο προς τα τσιμεντωμένα του ίσαλα
οι άγκυρες γίνονται το μηδέν μηδέν κι αποκαργάρουν
κι εκείνο το βουνό
γίνεται η ακτίνα μας σε πολικές συντεταγμένες•
οι ναύτες διπλώνουν τα φλάμπουρα κι έπειτα πλοηγούνται
αλλόθρησκοι γερανοί με ωκεάνιες γλώσσες που σβουρίζουν σαν μύγες
γύρω από ένα φρεσκοκομμένο κομμάτι κρέας•
νερό ακούγεται να κελαρύζει από μακριά
και μια αυστηρή δασκάλα από το Όσλο
τυλίγει αμήχανη την φούστα
γύρω από τα μπούτια της•
όμορφη νύχτα, θα είναι για πάντα•
ο χρόνος μας ξαναγεννιέται κι ενώ ψυχορραγεί
σαν ενας φάρος που αχνοσβήνει
στην ομίχλη,
μόνο το σέλας που ιριδίζει
μάς θυμίζει πως είμαστε στο φέρυ Μπέργκεν – Κοπεγχάγη και μόλις διαβήκαμε το Geirangerfjord•
εδώ, κάποιες σταγόνες απ’ τη ζήση μας
συλλέγουν το αλάτι τους
μαζί με τους συντρόφους που χάθηκαν
στη μάχη του πρεστίζ
κι όλους τους ποιητές που επανεφηύραν τον κόσμο τους
ώστε να τους βραβεύει
καθώς, γύρω μας,
η ανάμνηση της δίψας για ζωή
πήζει τον πάγο πριν την έκρηξη
κι ακόμη μια φορά παρεξηγούμε
τη νάρκη που πατάμε
πως είναι μια απέραντη χειμερία νάρκη
που απολαμβάνουμε όλες εμείς,
οι σύνθετες, κι υπεράνω,
πολικές αρκούδες._

ΚΛ – 16/08/2021- συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

φωτό:Herbert List (German, 1903-1975)
The Enchanted – At the Villa Magica, Rome Italy
1949
Vintage gelatin silver print
29.4 x 23.8cm
© Herbert List Estate, Hamburg, Germany
Courtesy Galerie Karsten Greve, Cologne Paris St. Moritz

δεύτερη θεωρία των ορμών

Έπινε κι έπινε από το σκοτάδι της
ενώ τα μάτια της όλο και βούλιαζαν στην άμμο των ελών του
έτρεμε λίγο και μετά ολοκλήρωνε
καθώς στην επέλαση παραμέριζαν
αγριόχορτα υβριδικά που δεν αποφάσιζαν
αν ήταν χωμάτινα ή υδρόβια•
μία θεριζοαλωνιστική με τα μαχαίρια της γυαλισμένα
κοιμόταν στην κοιλιά του σαν σκυλί με τη γλώσσα όξω.

Θυμόταν
όλα τα τοπία που άδειαζαν από αυτήν την άμμο
σε κάθε ταξίδι τους
καθώς οι καθηλωμένες ακρίδες διαχωρίζονταν από το φως χειρουργικά
στα εξ ων συνετέθησαν.

Τον φαγούριζε πάντα
ένα στρατιωτικό μετάλλιο
στη γάμπα του στιγμένο
καθώς και το χέρι της που του ξερίζωνε
τις άσπρες τρίχες στο στήθος
ασυνείδητα•
όμως ήταν ένας ακόμη αγώνας
ώστε να επεκταθεί η παλαιότητά του
και στο δικό της κορμί.

Μετά
γέμιζε ο αγρός τους
αλητήριους σπίνους που κελαηδούσαν
πάνω από σπασμένους καθρέφτες
το τρακτέρ ξεκινούσε
και στην πίσω ρόδα του
ένας εσταυρωμένος μεγάλος όσο η τετράκτινη ζάντα έστρεφε πάνω κάτω πάνω κάτω
σατανιστικά

σκέφτηκε
αν τώρα πέθαινα
θα ήθελα το χώμα να αντικρίζω
ώστε να προλάβουμε να γνωριστούμε
πριν απ’ την τελετή._

ΚΛ – 08/07/2021

photo
Friedrich Seidenstücker (German, 1882-1966)
Konzentration vor dem Abschuß des Pfeils (Concentration before the arrow is fired)
1932

Ντινάν – Ναντίν

ΝΤΙΝΑΝ  

Φτάνει κάποτε κι η εποχή με τα κόκκινα σύννεφα,

αυτό που λέμε από συνήθεια,

«ο καιρός των παροπλισμένων τρένων»,

που το ποτάμι υποχωρεί κι εμφανίζεται μια άμπωτη

(όμοια με κείνη που απαντάται στη λίμνη Μίσιγκαν καθώς ταξιδεύει κανείς

βορειοανατολικά προς τη μελαγχολική Οτάβα)

και το γλυφό νερό κατεβάζει όσια πτώματα,

υπέργηρους εργάτες των ορυχείων λιγνίτη,

αγρότες στις φάρμες της Ουτρέχτης δαγκωμένους από νερόφιδα,

ντροπαλούς πολιτοφύλακες που από τον Ρέμπραντ απεικονίζονταν

στη Νυχτερινή Περίπολο,

καμένες χήρες μαζί με τους εκλιπόντες συζύγους τους αναφλεχθείσες,

λες, στον Γάγγη ποταμό,

δαιμονικές θεότητες των βάλτων του Νέκκερσπουλ

ή νεαρούς Σειληνούς των Ελευσίνιων λόφων,

κι από το οχυρό του Ντινάν καθώς ο ήλιος υποστέλλεται,

έναν Επίσκοπο που τον απιθώνει το κρεμαστό τελεφερίκ

πλάι στα σαξόφωνα

σαβανωμένο στα πορφυρά του ράσα.

   

ΝΑΝΤΙΝ  

Στο Ντινάν

μια κόρη βεδουίνων με μάτια

ανυπόληπτα

δούλευε χρόνια εισπράκτορας στα τρένα

μα μόλις την άγγιζε τ’ αστρόφως

λίγωνε

καθώς το δέρμα της την έρημο

αλυχτούσε.

Δεν διψώ το κορμί της πια

ή τα χέρια της

θύελλες της άμμου, χρώματα ανυπέρθετα,

της σαύρας και του ανέμου κεραμίδια

ούτε διψώ τις μπύρες της,

του δροσερού αφαλού της την τραχύτητα

ή τα σκληρά σφυρά της

μα νοσταλγώ την κάτω κοίλη φλέβα της

εκεί όπου βράζει

μια κούπα τσάι γεμάτο κάρδαμο, φλισκούνι κι αγριόμελο

που εκβάλλει στη χαράδρα της

στης ήβης της το νέφος

καθώς

ενώ ο πάππος της πέθανε υπέργηρος

σ’ ένα ιμπν αμμ βόρεια του Ευφράτη

εκείνη τρώει πάντοτε μονάχη της σε μια καντίνα στο ποτάμι

κρύβοντας σιωπηλά κάτω από τη φούστα της

τις θίνες που συλλέγονται

απ’ τους πόθους

και τα χρόνια._

ΚΛ – 01/06/2021 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

photo: Marta Astfalck-Vietz (German, 1901-1994)
Ohne Titel (Marta Vietz, Akt mit Spitze) (Marta Vietz, nude with lace)
c. 1927
Gelatin silver print
Dietmar Katz/Berlinische Galerie © VG Bild-Kunst, Bonn
Dietmar Katz/Berlinische Galerie

Malgré Nous*


Στάζει ο χρόνος απ’ τα σπίτια
ερήμην μας
μπαλκόνια εκτείνονται προς τα έγκατα
οι σκάλες μόνο κατεβαίνουν
οι νεκροί μας, χθεσινοί κι αυριανοί, αναμειγνύονται•
τα παιδιά μας γεννάν εγγόνια
αμέσως μόλις γυρνούν απ’ τα φροντιστήρια•

όπως ξημερώνει
ανάβω ένα φως στο χολ και υποκρίνομαι κάποιο κελάηδισμα
κι ας μιλούσαμε όλη νύχτα με τη σιωπή•
τα μάτια μας μεγαλώνουν
όπως αφρίζουν τα μάτια ενός μάνγκα
λες και το Tokyo Story**
με γυάλινες μαριονέτες ξαναγυρίζεται•
κι ακούω•
τον σκύλο της άνοιξης που με τα δόντια σπάει τους πάγους
την εικόνα σου που κυλίεται αντί να ολισθαίνει
ένα χάδι που ξεστράτισε από το αυτί
και κατακρημνίστηκε
μια ρώγα που απ’ τον κόρφο της
θηλάζω ακόμη νιάτα•

αρκούν αυτά
για να ξαναγεννηθούμε;

ΚΛ – 29/01/2021

* ο τίτλος παραπέμπει έμμεσα στο πεζογράφημα Άθελά μας της Ελένης Μπουκαούρη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2020 του οποίου την κεντρική ιδέα, παρότι δηλώνεται εντός διαφορετικού εντελώς πλαισίου, τη βρίσκω ενδιαφέρουσα και χαρακτηριστική μιας μοιρολατρικής θεώρησης του βίου απέναντι στην πλημμυρίδα του χρόνου και την οργάνωση των δομών με όρους εξουσίας. Σπουδαίο μυθιστόρημα, αφορμή προς την ποίηση, το συστήνω σε κάθε περίπτωση ανεπιφύλακτα.

** Tokyo Story (1953) ταινία του Γιασουχίρο Όζου

photo: Harry Croner (German, 1903-1992)


The inhabitants of the district discover the fate of their now captive neighbours and the unusual emotion that reigns around the Japy gymnasium

May 14, 1941

το σύκο δεν είναι καρπός

Όλα δουλεύουν ερήμην μας (σαν τρένα χωρίς μηχανοδηγό) ενώ αέναα παραλλάσσει η συνείδηση από κάμπια σε χρυσαλίδα κι αντιστρόφως. Είναι ένας δαίμονας ο χρόνος που περνά μα η επανάληψη είναι το ξόρκι του κι η προσευχή του. Όταν στον δαίμονα υποκύψεις την ανάσα του στον σβέρκο σου καλωσορίζεις καθώς κι ένα τρέμουλο στα δάχτυλα που μετρούν στον καρπό σου τους σφυγμούς. Αυτός ο ρυθμός είναι η ζωή σου.


Δες το κορίτσι γεμάτο λουλούδια που, σαν ανθοδοχείο, στα πόδια της ευωδιάζει· ένα ποτάμι αναβλύζει απ’ το αιδοίο της γυάλινο κι αιχμηρό. Τα σφυρά της φυλακίζουν ένα Πι κυρτό σαν την Παναγιά του Πάνορμου. Το σύκο της αμβλύνεται (τη σφήκα να ζαλώσει.) Χρόνια μετά ένα δροσερό της ανάλογο στη Ναμύρ της Βαλλωνίας πετάει από τις όχθες προς μια ποταμίσια υδροφόρα κι απάγεται αντίστοιχα από την αρπάγη του απορριματοφόρου καθώς ένας τελωνειακός, που μιλούσε μόνος του, βαδίζει πάνω στο πετρέλαιο σαν Ιησούς των Αράβων. Οι συκιές της οχύρωσης γεμίζουν κι αυτές με μεταβολισμένες σφήκες που διαλύονται στα ένζυμα των λουλουδιών τους. Το κορίτσι επικαλείται μία δίδυμή της ενώ τα μάτια της ξεχώριζουν απ’ το κορμί κι η ίδια η ροή της την ξεπλένει απ’ την καταραμένη στάχτη. Μία πεταλούδα που πασχίζει να επαναληφθεί πεθαίνει απλώς μές στη χρυσόσκονή της ματαιωμένη. Οι δικές της δίδυμες έρχονται προς το τέλος επιταχύνοντας γεμάτες φως να ξαναδηλωθούν και ως υπάρξεις και ως ονόματα. Το κορίτσι δίχως μάτια σφαγιάζει ένα σύκο κι αποκαλύπτει το κουφάρι της σφήκας που αστράφτει μες στη σάρκα του. Από την αποβάθρα διαχέεται του φθινοπώρου το ποίημα που έχει πια ασπρίσει._

ΚΛ – 24/10/2020 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

photo – Namur citadelle – ΚΛ – 2018

οξείδωση – τρεις ορισμοί

Η σκουριά μαδάει τα σεντόνια•

Τα μύδια που ζουν μια Πλειστόκαινο
σε ένα αστικό λεωφορείο
μυρίζουν
τη θάλασσα που μεταφέρουν
τις αποικίες στη Νέα Πέραμο
ένα κορίτσι που ίδρωσε για πρώτη φορά

το κορμί της έπειτα από χρόνια
προτού τη νεκροπλύνουν

ένας διάδρομος φορτοεκφόρτωσης
λαμαρίνα στραντζαριστή
εργατάκια
παλιοπάπουτσα στραβοπατημένα
λίπος πηχτό
που κολλούσε στη θάλασσα
αδένες ελαφιού
σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
όπως σπρώχναμε τη ζωή
όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι

τώρα που περνάω απ’ τη μαρίνα
βλέπω
πριν να ανέβουν στο ντεκ
βγάζουν τα λόουφερς

ο Θόδωρος καθώς έβηχε με τα Όσκαρ
έλεγε για τη μάνα του
που την είχε δαγκώσει ένα μουλάρι
όταν ήταν έγκυος στη Μυρτώ,
μόλις που είχαν δώσει τον μικρό για παραπαίδι•
σχεδόν μεσήλικες
εργάτες γης
δίχως στον ήλιο μοίρα

η μάνα του
ακόμη
βγαίνει μέσα από τα χέρια του
τις νύχτες
και τον χτενίζει

ξημερώνει
τρύγος και πουλί
και στα πεύκα σφίγγει το ρετσίνι•

μέχρι να βρεθούμε

μεγαλώνουμε ανάποδα
σαν σταγόνες
που ανεβαίνουν
και με την τριβή
ξεφορτωνονται το νέφτι τους._

ΚΛ – 16/10/2020

photo:John Degotardi Jr. (Australian, 1860-1937)
NSW Department of Public Works photographer
179. Clearing the rubbish at Smith’s Wharf
1900
From Vol. III of Views taken during cleansing operations. Quarantine areas, Sydney, 1900
Gelatin silver print
New South Wales State Archives & Records NRS-12487 Photographs taken during cleansing operations in quarantine areas, Sydney
Public domain

πείσμα


Θα επιστρέψω
έπειτα κι απ’ αυτήν τη διερευνητική
ιχνηλασία
βουνά και θάλασσες
και σεληνιακοί κρατήρες
μερικά δοκιμαστικά κορμιά
με σύριγγες

και τα μαλλιά τους που πέθαιναν νωρίς
ενώ ακόμη τραγουδούσαν στον άνεμο

θα ‘μαι ακέραιος
από χώμα και κρασί
τα ρούχα μου θα φοράω
σαν άλογα
κι οι νύχτες μου δεμένες στα χάμουρα κι αυτές
θα ακολουθούν

εκεί που σε άφησα
θα σε βρω
και το μέτωπό σου
δεν θα ναι πια
μια πυρωμένη πέτρα

θα έχεις πιει το αντίδοτο της θλίψης
που είναι μια θλίψη κι αυτό από μόνο του
όπως κάθε αντίδοτο
όπως κάθε θλίψη
καινούργια μαλλιά
καινούργια φρύδια
και το πανηγύρι της ζωής
το αποχαιρετιστήριο

το ξέρω, το ξέρω
πόσο θελκτικό μοιάζει το χώμα•
όμως για δες
τούτο το φύλλο που πέφτει νικημένο
με πόσο πείσμα αντιστέκεται._

ΚΛ – 03/10/2020

photo: Alfred Horsley Hinton (English, 1863-1908)
Day’s Awakening
1896
Platinum print
George Eastman Museum, gift of the 3M Foundation, ex-collection Louis Walton Sipley. Courtesy of the George Eastman Museum

Συνέχεια ανάγνωσης «πείσμα»

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Ο ξακουστός οργανοπαίχτης Ρίκο

στάχτες

______Ο ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗΣ ΡΙΚΟ________

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΡΙΖΑ 70/4/β/(i)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΡΙΖΑ 70[1]

  1. Ο Παπά-Σταύρος Φιλίππου Καλογερής παρέμεινε στη ρίζα του, παντρεύτηκε τη Γιαννούλα Ζωγράφου από το Δώρι, κι απέκτησαν πέντε παιδιά

α. τον Φίλιππο Σταύρου Καλογερή

β. τη Μυρσίνη Σταύρου Καλογερή που παντρεύτηκε τον Ιωάννη Παπαδημητρίου στην Πεζούλα Παρνασσίδος και απέκτησαν έξι παιδιά.

(i)τον Ευτύχη – Ο ΞΑΚΟΥΣΤΟΣ ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΗΣ ΡΙΚΟ
(ii)τον Ιερόθεο – Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
(iii)την Παρασκευή – ΜΥΡΟΒΛΗΤΙΣΣΑ
(iv)την Αναστασία
(v)την Αγγελική
(vi)και την Κώστια

γ. την Ζαχαρούλα Σταύρου Καλογερή που παντρεύτηκε το Γιώργο Ιωάννου Αθανασάκη και πήγε στην οικογενειακή ρίζα 9

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.175 επιπλέον λέξεις