Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ενύπνια προς το τέλος

Ενύπνια Ψιχίων

.

Βαθύ θέρος
το ζωντανό διάζωμα
που ξεχώριζε
τα ζώα στα παχνιά τους
αχνίζει.
Άλλα χρόνια τότε,
φέρναμε νερό στα χέρια
μεγαλώναμε κάτω από τις ελιές
βαραίναμε μπροστά
όχι στα καπούλια
και λέγαμε
του χρόνου του ορφανού
αδέρφι του είναι ο θάνατος.
Κι όσοι ακόμα βασανίζονταν
έδερναν έπειτα την κυρά τους
από αγάπη
λες κι ήταν αμαρτία το φύλο
κι όχι η σκατοψυχιά
δεν ημπορεί να σκληρύνει κι άλλο η ποίηση
για να τους χωρέσει
καθένας με το τομάρι του
να έρχεται να μεταλαβαίνει
και συγχώρεση
– αν είναι να λάβει –
να λαβαίνει από τα αποθαμένα του.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ενύπνια προς το τέλος από τη συλλογή Ενύπνια τα μεθεόρτια, Εκδόσεις Έναστρον, 2020

Πίνακας: Jeffrey Ripple

Δείτε την αρχική δημοσίευση

ζεστό κορίτσι

ζεστό κορίτσι
σαν κερί
που το κορμί σου γίνεται
μια ίνα φως
όταν με θέλεις

το φως αυτό
δεν σε χορταίνει

κι οι μέρες σου,
δίχως το γαλάζιο τους,

απλές αντηχήσεις
του λευκού,

σου διαφεύγουν•

θα σε ντυθώ•

θα φορέσω το στήθος σου
μετά τη γιορτή

θα σε εμβολίσω

ένας θύσανος, εγώ

που εγκαταλείφθηκε
σε μια πόλη φάντασμα

που οι ορισμοί του προέρχονται
απ’ εκείνη τη θάλασσα
που έσπαγε τους βράχους
αντί να τους γλείφει

που δίστασα και διστάζω
την απόφαση του τέλους
να τη συνδέσω

με τη συνείδηση
της παύσης των πάντων

ενώ κολυμπώ μακραίνοντας,
ερωδιός καταδύτης
κι ο ουρανός μου γίνεται
ένας ακόμη κλέφτης

σου ζητώ

σαν κατάδικος που διψάει για το φάσμα του

μη σβήσεις

ΚΛ – 28/02/2020

photo:

Eileen Agar (1899-1991)
Photograph of Dora Maar, Nusch Éluard, Pablo Picasso and Paul Éluard on the beach
September 1937
Gelatin silver print
66 x 66 mm
Taken in Juan-les-pins, France
Tate Archive
Presented to Tate Archive by Eileen Agar in 1989 and transferred from the photograph collection in 2012

Σκοπός Ι, ΙΙ και ΙΙΙ (3ο απόσπασμα)

Η σκοπός ΙΙΙ, γερασμένη καθώς ήταν από τις ατελείωτες εισπνοές στα όρια του τοίχου, ρύθμιζε την περιεκτικότητα σε μεθάνιο τουλάχιστον τρεις φορές την ώρα, ενώ έγλειφε τα χείλη της διψασμένη για λίγη υγρασία. Υπήρξαν στιγμές, μέσα σε αυτά τα δώδεκα χρόνια, που αμφισβητούσε βαθιά το επάγγελμά της ως κάτι ανήθικο και στρεβλό. Πώς είναι δυνατόν να αποκλείεις ανθρώπους ενώ επιτρέπεις να πολλαπλασιάζονται με καταβολάδες, σχεδόν σαν γεράνια, τα ζώα, τα λουλούδια, τα δέντρα, ακόμη κι αυτός ο ίδιος ο αστικός ιστός; Ήταν εκείνη η καταραμένη ρήση του Ελιόν: «ο άνθρωπος είναι η χειρότερη πανούκλα». Ρήση μισανθρώπου. Καθώς ηλέκτριζε με το τίζερ της έναν ακροκάνθαρο που βάδιζε προς τον βόμβο του φράγματος, η σκοπός ΙΙΙ αναρωτιόταν πραγματικά σε ποια μεριά του πεδίου θεριεύει περισσότερο η πανούκλα αυτή.

photo: Underwood & Underwood (American, founded 1881, dissolved 1940s)
Les Chiens du Front, eux-mems, portent des masques contre les gaz
May 27, 1917
Rotogravure
22 × 20.4 cm (8 11/16 × 8 1/16 in.)
The J. Paul Getty Museum, Los Angeles

η νυχτερίδα

Ανήμερα της Υπαπαντής, μια βδομάδα αφότου της ήρθαν τα πρώτα έμμηνα κι ενώ κατέβαινε από τις κορυφές μια αιθέρια ομίχλη, βυθίστηκε μέσα της γυρίζοντας από τη νόνα της, πεδικλώθηκε και κουτρουβάλησε ως το κατώφλι τα υπόλοιπα λίγα μέτρα που της απέμεναν από τον δρόμο της επιστροφής καθώς το φως χαμήλωνε κι η σκιά από το χαγιάτι τους γινόταν όλο και πιο μπλε. Γδαρμένη και μωλωπισμένη, μπήκε, ξεσκονίστηκε κι ανακοίνωσε στη μάνα της ότι αυτό ήταν, σταματάει το κέντημα από δω και μπρος. Της έδειξε μια μικρή δαχτυλήθρα που είχε καπελώσει τον παράμεσό της σαν παράσημο, της έδειξε τον τελευταίο τσεβρέ, μισοφτιαγμένο σα να είχαν μασουλήσει την άκρη του σκυλιά, κι είπε δεν σήκωνε κουβέντα, τέλος το κέντημα πια, την πονούσαν πολύ τα δάχτυλα. Έπειτα κλείστηκε στην κάμαρη και δεν άναψε καν τα φώτα, περιμένοντας να πέσει το σκοτάδι ολοκληρωτικά και αμετάκλητα. Έξω δεν κουνούσε φύλλο κι όλα φαίνονταν να μουλιάζουν στην αχλή. Μετά κανένα μισάωρο, άνοιξε δίχως ειδοποίηση το κούφωμα κι αμέσως χύθηκε μέσα η μικροκαμωμένη, γαλάζια νυχτερίδα. Τα μάτια της γυαλίζανε σαν τοσοδούλικα μικρά μαύρα αυγά κι ακόμη κι η γλώσσα της ξεχώριζε όπως γλειφόταν διψασμένη. Το κορίτσι γύμνωσε το δάχτυλο και της έδωσε αμέσως να πιει._

photo: Dora Maar (French, 1907-1997)
Untitled (Hand-Shell)
1934
Gelatin silver print on paper
401 x 289 mm
Centre Pompidou, Musée national d’art moderne, Paris
Photo © Centre Pompidou, MNAM-CCI, Dist. RMN-Grand Palais
Image Centre Pompidou, MNAM-CCI © ADAGP, Paris and DACS, London 2019

Σκοπός Ι,ΙΙ και ΙΙΙ (2ο απόσπασμα)

Η σκοπός ΙΙ – καθώς ήταν άνθρωπος της επανάληψης – έμοιαζε να κάνει την πλέον επιτυχημένη δουλειά για τον ψυχισμό της. Όριζε με το μάτι μια μέγιστη ακτίνα περιπολίας που περιλάμβανε την περιοχή όπου ήταν υπεύθυνη, έπειτα άρχιζε να διασχίζει την απόσταση κατά μήκους μιας διαμέτρου. Την επόμενη διάμετρο την μετατόπιζε κατά ένα μέτρο επί της περιφέρειας, τη μεθεπόμενη άλλο ένα και ούτω καθεξής, ώσπου στο τέλος του τετραώρου είχε σχεδόν επιστρέψει στην αρχική. Χάραζε έτσι πάνω στον κύκλο της, μια ροζέτα που έμοιαζε πολύ με την τροχιά του Ερμή γύρω από τον ήλιο, του οποίου η βαρυτική έλξη προκαλεί τη μετάπτωση του περιηλίου του πλανήτη κατά μερικά λεπτά σε κάθε εκλειπτική, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό μιας πλήρους ροζέτας κάθε είκοσι πέντε γήινους αιώνες. Ο Ερμής που είναι μικρούλης και εγγύτερος είναι που την πατάει λόγω της καμπύλωσης του χωροχρόνου από τον ήλιο. Οι υπόλοιποι παθαίνουν ανεπαίσθητες μεταβολές. Η σκοπός ΙΙ ένιωθε πολύ τυχερή για δύο λογους: αφενός, της άρεσε πολύ το ίδιο το – φαινομενικά – πολύπλοκο αποτέλεσμα της τροχιάς το οποίο όμως στηριζόταν σε αυτή την αρχή της απλής μετατόπισης κατά ένα μέτρο, και αφετέρου ο τρόπος που είχε διαλέξει να εκτελεί την περιπολία της την άφηνε ελεύθερη να ορίζει το δικό της κέντρο κατά βούληση. Αυτή η επιλογή έμοιαζε κάπως με τη χριστιανική θρησκευτική ελευθερία, όπου η δυνατότητα της επιλογής παραχωρείται από τον Θεό στον άνθρωπο, όπως σε εκείνη παραχωρείται το δικαίωμα να ορίσει τον τρόπο που θα εκτελέσει την περιπολία. Κάπως κατασκευασμένη ελευθερία να πούμε την αλήθεια (ή ψευδοελευθερία) καθώς οι πυλώνες της αυθεντίας (η Εκκλησία στην περίπτωση των πιστών ή η Διοίκηση Ευρωπαϊκών Νήσων στην περίπτωσή της) όριζαν στην πραγματικότητα το ένα και απόλυτο κέντρο για τη ροζέτα (τον Θεό ή την περιοχή της περιπολίας.) […]

ΚΛ – 16/02/2020

photo: Dora Maar (French, 1907-1997)
The Simulator
1936
Silver gelatin print printed on a carton
27 x 22.2 cm (excluding the margin)
Gift from Marguerite Arp-Hagenbach in 1973
Collection Centre Pompidou, Paris Musée national d’art moderne, Centre de création industrielle
© Adagp, Paris 2019
Photo: © Centre Pompidou, MNAM-CCI / P. Migeat / Dist. RMN-GP

Σκοπός Ι, ΙΙ, ΙΙΙ

(απόσπασμα)

Η σκοπός Ι, βάδιζε σε επιφυλακή τεντώνοντας τα αυτιά σε κάθε νέο ήχο, όπως είχε δει να κάνει ένας μικρός σκίουρος στο Τιγιερί, όταν ήταν μικρούλα και για κάποιο λόγο που δεν τον θυμόταν – μα δεν ήταν μια απλή βόλτα – είχαν βρεθεί εκεί με τη μητέρα της, φορτωμένες μπαγκέτες, μικρά τριγωνικά τυριά, ένα τυπικό καρό τραπεζομάντηλο και το ευγενικό κοκκινέλι που παρήγαγε ο παππούς της, με εξοντωτική αγάπη και φροντίδα, από τα αμπέλια του κτήματός τους, στην κοιλάδα του Λίγηρα. Ήταν ένα δροσερό πρωινό, το πεζοδρόμιο φαινόταν να κυματίζει σαν μασημένη τσίχλα κι ο Σηκουάνας λαμπύριζε με μια παλλόμενη εναλλαγή ανάλογα με τα χρώματα των μπατώ μους που τον διέσχιζαν. Η πυκνότητά του αέρα ήταν εντυπωσιακή, θύμιζε το μείγμα Σατώ Μπερνούλλι, και είχε σίγουρα δοκιμαστεί σε εξαντλητικές δοκιμές, προτού οπλίσει τους αγωγούς της Σακρέ Κέρ. Τελικά, σκέφτηκε η φρουρός Ι, μερικές φορές δεν παίζει ρόλο η ίδια η χημεία των συστατικών αλλά η επίδρασή τους στη χημεία των υπολειμμάτων του θύμου αδένα και της υπόφυσης, η αδράνεια των εντυπώσεων και η ισχύς του συναισθήματος που παράγεται εξ αυτής σαν ανάδραση του ανοσοποιητικού. Αν έκλεινε τα μάτια πχ, και φαντασιωνόταν εκείνο το πρωινό στο Καλαί τον προηγούμενο Μάρτη, το πρωινό μπορούσε να προκύψει καλύτερα ή χειρότερα, ανάλογα με το μείγμα των αερίων. Μια ζέστη που είχε χαράξει το δέρμα της εκεί όπου την ακούμπησε ο D49, και το κατοπινό εξέλκωμα που έκανε δώδεκα μέρες να κλείσει, και πάλι ήταν αποτέλεσμα πρόσληψης. Δεν είχαν καθόλου οπτική επαφή• άλλωστε είναι αδύνατον να προκληθούν πληγές μόνο με το βλέμμα. Ο D49 έψαχνε τα σκουπίδια και το χέρι του ήταν βρώμικο (είχε μια καφετιά μάκα πιο σκούρα κι από πικρή σοκολάτα) την έγδαρε με το νύχι του κι έπειτα ο συνδυασμός των αερίων της προκάλεσε συμπτώματα έρπητα ζωστήρα (ευτυχώς δίχως την ίδια την αποκρουστική χρονιά πάθηση πάρα μια βιωματική παραλλαγή της στη σφαίρα Λιοτάρ) Πολύ λυπηρό αυτό• το ότι δηλαδή η επιστήμη γινόταν όλο και πιο εκλεπτυσμένη με τα χρόνια, μα η ουσία της αναπτυσσόταν ερμηνευτικά μόνο για τους Α (και εν μέρει τους Β) και όχι ουσιαστικά για όλους (ακόμη και για τους D). Εννοούσε αυτόν τον συνειρμό που μόλις έκανε: τη μετατροπή της εμπειρίας σε ένα σύννεφο δεδομένων που παρέπεμπε στη σφαίρα Λιοτάρ για αυτούς. Ενώ οι C,D συνέχιζαν να ψάχνουν σκουπίδια, να βρωμίζουν, να μυρίζουν, να ασθενούν και να πεθαίνουν στα αλήθεια, πενήντα χρόνια τώρα. Άλυτο πρόβλημα όσο συνέχιζαν να αναπαράγονται. […]
ΚΛ – 15/02/2020

photo: Dora Maar (French, 1907-1997)
Blind Street Peddler, Barcelona
1933
Gelatin silver print
Image: 39.3 x 29.3 cm (15 1/2 x 11 9/16 in.)
Gift of David Raymond
The Cleveland Museum of Art
© 2013 Artists Rights Society (ARS), New York / ADAGP, Paris

η παύση

Θα πάψω πια να ακολουθώ το σύννεφο
αποκομμένο από της γης τον έρωτα που στέκει
γιατί είναι η μάνα του η παύση
κι όχι η κίνηση
μια βάρκα που τσιμεντώθηκε
μαζί
με τον βυθό της

θα πάψω πια να ακούω τον αντίλαλο
αφού και τη λαλιά του
έχω ήδη πάψει
στάσιμος καιροφυλακτεί
δήθεν αδιάφορος
ανάμεσα στα δύο βουνά
με δέρμα αδύναμο
λευκός ωκεανός
κι ένα φαράγγι
από θρυμματισμένα βότσαλα
τρίχες
των άγριων Μάστανγκ
(επιβήτορες,
πάντοτε πορεύονταν
δίχως χάμουρα και δίχως αναβάτη)

Θα πάψω πια να ακολουθώ την επανάσταση
σαν καρτ ποστάλ απ’ το Νοβοσιμπίρσκ·
οι φλόγες της
στο αιώνιο τζάκι παγωμένες
κι οι σύντροφοι
που υποδαυλίζανε με φρύγανα
αιώνιοι ήσκιοι
γέρνουν πιο κει για να ταιριάξουν
τις αιχμές τους

Θα πάψω πια να ακολουθώ την παύση σας

ετούτη η παύση,
είναι μη ζωή

ο ίδιος ο θάνατος
που τον καταλαβαίνεις._

ΚΛ – 12/08/2019
photo: Jan Tschichold (1902-1974)
Laster der Menschheit / Vice of Humanity
1927
Plakat (Raster- und Tiefdruck) / Poster (halftone and intaglio)
© Staatliche Museen zu Berlin, Kunstbibliothek
© Familie Tschichold

φαράσι

Λες
καλοκαίρι
στη σταγόνα που αφρίζει τη θάλασσα
κι η σπηλιά της
το γαλάζιο σαλάχι
στο μετάξι τον έρωτα έπινε,
εκστρατείες μυρμηγκιών
λιποτάκτες σε εξέλιξη που γεννούσαν στα πόδια της
τα ζώα του πάθους για όσες ώρες τη μέτραγα
πίσω μου
γλίστραγε η μάνα μου
– δόντια προσώπου που μού τρωγαν το κεφάλι –
ήλιε
που είσαι λέξη
μα εγώ ψάχνω μια σκιά από χώμα
αδερφέ μου
που με τον θάνατό τους μάκρυνες
στο υγρό ασήμι του Ωρίωνα
στα στερεότυπα για το Α του Κενταύρου
στην Ελευσίνα
σκιές
που σκαιωδώς κολυμπούσατε
στης Καλντέρας το κατάμαυρο χιόνι
αγάπη μου
που αλήτεψες στην μηχανιστική σου δροσιά και στα ανάλεκτα
λες
κι ήσουν αυτόματο
ή κώδικας
ή μια φέτα ναυτίλου αποσχισμένη
τα πανιά σου σαν άνοιξες
πώς τυλίχθηκα σε μια νύχτα που έχυνα φως
λες
καλοκαίρι και πάλι
λες
χρόνε που υποδύεσαι τα σάρωθρα
μην είσαι απλά ένα φαράσι;

ΚΛ – 17/08/2019

photo: Willi Ruge (German, 1892-1961)

Selbstbildnis aus der Regenwurm-Perspektive / Self-portrait from earthworm perspective
c. 1927
Gelatin silver print
© Staatliche Museen zu Berlin, Kunstbibliothek
© Erbengemeinschaft Ruge

το χρώμα που απομένει

Γεμάτα χρώμα
στάζουν τα ποιήματα
απ’ τα όνειρα/
μια λίμνη με χρυσάνθεμα
ένας μαχαιρωμένος γλάρος
το άλικο – του έρωτα – το θάμπος
στο στήθος της
ιώδης άλως,
κι η τερακόττα
στη γραμμή της πλάτης/
τυφλό φως πριν
την μπλε στιγμή που σιώπησε τη μάνα μας
έπειτα από εβδομάδες αφωνίας
κι εκείνες οι υποκίτρινες πτυχώσεις
ενός ημιθανούς δέρματος·
όλα σημάδια πώς το χρώμα
είναι αρκετό/
όμως
λευκή
κατάλευκη
του χρόνου η νυχιά,
μαύρο
κατάμαυρο
του θάνατου το χάδι
για αυτό όταν γράφονται
ασπρόμαυρα ψυχορραγούν·
ανήμπορος να υπογραμμίσει αλλιώς ο ποιητής
τις αναγκαστικές
φωτοσκιάσεις._

ΚΛ – 08/06/2019

photo: Oscar G. Rejlander (British, born Sweden, 1813-1875)

The Infant Photography Giving the Painter an Additional Brush

c. 1856

Albumen silver print

6 × 7.1 cm (2 3/8 × 2 13/16 in.)

Courtesy The J. Paul Getty Museum, Los Angeles

 

Θεών νταμάρι

(στον Γιάννη Τ.)

Η πόλη μου είναι μια κραυγή

δεμένη σε ένα βράχο·

κατακόρυφα μεγαλώνει

οριζόντια μεγαλώνει

η κραυγή της πόλης μου

ήρθα και σου έφερα τα κλεμμένα

μα το κεφάλι σου ήταν

ασπίδα της βροχής

αντεστραμμένη

κατακόρυφα μεγαλώνει

οριζόντια μεγαλώνει

η ασπίδα σου

εγώ ας μικραίνω•

μια σφαίρα σαλιώνω

που έχει τον ιδρώτα σου

κι είναι μέταλλο ευγενές

είναι λευκόχρυσος

θα πάρει τη ζωή

που ποτέ δεν πρόσφερε

όλο ψέματα και χάδια

σε ένα πηγάδι

σθένους

στα χέρια εμείς πιανόμαστε

τα χέρια δίνουμε

άγνωστοι άνθρωποι

που μας δένει ο κοινός νεκρός

που τον βλαστημήσαμε

και τον επαινέσαμε

μα τώρα δεδικαίωται

καθώς

στο ναό παρείσφρησε

ένα αφρικανικό χελιδόνι

πάνω από το φέρετρο

πετά,

μαύρο φέρετρο

και λευκές δαντέλες

η κοιλιά του·

φωλιάζει

στο δεξί μάτι του Ιησού παντοκράτορος,

ταΐζει τους νεοσσούς του

μερικά σκουλήκια

που βρίθουν στο κοιμητήριο

παρά

το βραχώδες έδαφος·

δύσκολο για τους εκσκαφείς

δύσκολο και για τα φουρνέλα._

ΚΛ – 05/06/2019

photo: Robert Mapplethorpe