Οδησσός

Ανυπόμονο
το σπίτι μάς περίμενε,
κι οι πασχαλιές μας είχαν ξανά ανθοφορήσει,
παρότι δώδεκα βήματα από το πάτημα της θάλασσας,
η λεωφόρος
έτριζε σαν σκουριασμένο ποδήλατο
και τα κουφώματα μύριζαν αγυάλιστο ξύλο.
Δίχως εσένα,
κάθε πρωί ο Αρσένι έβγάζε
μέσα από το στέρνο του
ένα περιστέρι
κι εγώ φορούσα τα φτερά του
στο κουκούλι μου,
όπου παρέδιδα τα σπλάχνα μου στην κάμπια
που δαγκώνει/
μια ευχή που εγείρετο από τη στάχτη σου,
έμενε για πάντα σα λάσπη κολλημένη.
Έτσι επέστρεφα την εικόνα σου στον ύπνο μου•
σα μια σταγόνα λαδιού
στο πείραμα του Millikan,
που παραμένει αιωνίως κρεμασμένη.
Κι ας μη τη μίσησα ποτέ τούτη τη θάλασσα/
Ακόμη κι όταν περνούσαν τα νυχτερινά γρι γρι
μέσα απ’ τους φάρους
με τα πρωραία τους σβηστά
και μύριζε ξανά
των αιώνων το ανθέλαιο,
εκείνο που δε τρίβεται με τα βάσανα και τις αναποδιές
μα μας ακολουθεί
ως το τελευταίο
νυχτερινό μας ψάρεμα,
που πολύ θα θέλαμε να γίνεται
δίχως αγωγιάτη._
ΚΛ – 14/05/2018

photo: Christian Montone – Mother, Father & Son – 1953

Advertisements

πλειάδες

Κάθε βράδυ πια σε συναντά στα φανάρια,
η ζητιάνα της Ερατοσθένους,
στον ουρανό
αστράφτουν μόνο οι Πλειάδες,
λαμπρότερες κι απ’ τη Σελήνη,
και το οίδημα στο πόδι της θεριεύει
αραχνοειδώς,
τρίβει το στήθος της
με μιαν αυτάρεσκη αξιοπρέπεια/
τις σεξουαλικές ευχές της:
«-να γαμιέσαι καλά μέχρι να πεθάνεις!»
μεταφέρεις σε δοχείο ταπεινό
ως άγιο μύρο/
διότι πάντα θα υπάρχουν στιγμές να ανακαλυφθούν έτσι
μέσα από έναν παράφορο,
ή έναν τραγικό έρωτα/
όμως εσύ ο ίδιος
-που γεννήθηκες με ένα περίστροφο στο μπράτσο σου-
ενώ διαβάζεις τον Κίρκεγκωρ
σα να ήταν ο Καντ,
από παιδί μεθοδεύεις,
τη νομοτελειακή σου
αυτοχειρία._

ΚΛ – 29/05/2018

painting: Elihu Vedder (1836–1923) – The Pleiades – 1885 – oil on canvas (61.3 × 95.6 cm)
Metropolitan Museum of Art

Ιούδας

Καθώς καθοδηγούμαι προς τη
βεβαιότητα της αρχέγονης λαθροχειρίας,
ένας ακόμη προδότης,
λερός αργυραμοιβός,
περνάω απ’ τα δωμάτια
με τους βράχους και τα γυάλινα όνειρα,
τις αμμώδεις ατόλλες,
και τις μοναστικές σπηλιές,
πάνω από τα σκύτη των ασκητών
εν τη ερήμω•
έπειτα απ’ τα στάδια με τους ανθρωποφύλακες•
λέει ο ένας τους
– Πάντα τη νύχτα αποζητούσα…
και τα χείλη του είναι φουσκωμένα απ’ το αλάτι,
στα χέρια του βαστά
τον αιθέριο αμνό,
κι από τα ρούχα του στάζουν τα όνειρα•
αυτό με ξαφνιάζει•
η απέχθεια προς στα όνειρα
-που είναι αντανακλαστικό
αυτοσυντήρησης-
δηλ. η αγωνία του να μην αποκαλυφθεί•
να μην ακουστεί ο ιδρώτας του,
πώς επιθεωρεί
τα χρόνια που περάσαν
δίχως ίχνος/
ή αν τεντώνει κι όσο πρέπει,
η πορφυρή κρεμάλα,
που αναλήπτεται
πάνω απ’ το Όρος των Ελαιών•
μα που ποτέ δε φτάνει
σε ικανό
ύψος απογείωσης._


ΚΛ – 08/05/2018

 

lithograph: Sue Coe – The Ghosts of the Skinned want their Coats Back, 1998. lithograph / buff
13 3/4 x 10 1/4″ edition: 40 printed at the University of Connecticut at Storres

ο λαμπρύνων εαυτός

Φτάνει κάποτε μια στιγμή,
που η αγωνία της επίδειξης υποχωρεί,
κι ο λαμπρύνων εαυτός
επιστρέφει με ένα φαράσι 
να μαζέψει τις στάχτες του/
Είναι συνήθως σούρουπο
και στην πόρτα τον περιμένει
Ο Μεγάλος Δικαστής ή
ο Μεγάλος Ευεργέτης/
Πίσω του αποθρυμματίζονται
τα τελευταία σκηνικά
των ταξιδιών
και των ερώτων,
όλες οι αφές,
όλες οι γεύσεις
και τα περισσότερα από τα ψοφοδεή ποιήματα,
που έγραψε
ή έζησε
ή σκέφτηκε να γράψει
ή σκέφτηκε να ζήσει/
Μα είναι μια Μόνα Λίζα των ποιημάτων,
που δε λέει να κατακρημνιστεί!
Στέκεται εκεί
σε ένα τέμπλο από αγριοτριανταφυλλιά
κι είναι πάντα άνοιξη και το τέμπλο ανθίζει/
Κάθε που την κοιτά
του αντιγυρίζει το δικό του φως, ζυμωμένο με κείνο το χαμόγελο•
έτσι τυφλωμένος εγκαταλείπεται
-δίχως να προλάβει να σκουπίσει-
στο ερεβώδες βένθος της λήθης
που τον καταπίνει._
ΚΛ – 16/05/2018

photo: Sally Mann (American, b. 1951)
The Ditch
1987
Gelatin silver print
47.5 x 58 cm (18 11/16 x 22 13/16 in.)
The Art Institute of Chicago, Gift of Sally Mann and Edwynn Houk Gallery, 2000.41
The Art Institute of Chicago / Art Resource, NY
© Sally Mann

το σπίτι

Ρωτώ το σπίτι, όταν το βρίσκω κατά τύχη,
στο Παρίσι του Ντεσνός:
– Πώς τα περνάς; και πώς σου φαίνονται οι καινούργιοι;
Τι να μου πει;
παραμερίζει να δω το κοριτσάκι,
δωμάτιο το δωμάτιο
που κυνηγά τις νυχτερίδες,
τις φωλιές στο σαλόνι που γεννάνε τα ξυράφια,
ένα φως που ακολουθεί τα αδέσποτα,
μα σβήνει μόλις σκοτεινιάζει/
και τη μάνα μου
κουτσαίνοντας,
που νταγιαντίζει
των ξένων ανθρώπων
το θάνατο._
ΚΛ – 13/05/2017

photo: Lewis Carroll (1832-98)
Ina Liddell
Summer 1858
Albumen print
5 7/8 in. x 5 in. (150 mm x 126 mm) uneven
Purchased jointly with the National Science and Media Museum, Bradford, with help from the Art Fund and the National Heritage Memorial Fund, 2002
© National Portrait Gallery, London and the National Media Museum (part of the Science Museum Group, London)

ορφάνια

Ενώ κατά την αποτίμηση,
κάθε μας σπίθα ξαναζεί
μια ζωή σε παράταση,
η γλώσσα μας συντελείται
στους φθόγγους της
ως εαυτήν/
είναι μακρά κι αργόσυρτη
κι οι ήχοι της σκοντάφτουν με το νοτιά,
άλλοτε σε έρωτες,
άλλοτε σε θανάτους
κι άλλοτε σε κείνη τη χλωμή ημέρα
που μάθαμε τον ίδιο το θάνατο/
πάντως
ο χειμώνας -εν τέλει- υποχωρεί
και το αμυγδαλέλαιο
αναγεννάται
εκτός του χώρου καύσης/
μα ναι,
η ορφάνια απομένει σαν ένα υποβιβασμένο μιτοχόνδριο,
ή σα βάραθρο που κλείνει
ενώ σε έχει πρώτα καταπιεί/
νά ναι ένα θέμα ορισμού του τέλους,
ή να ναι απλά μια
δεύτερη ευκαιρία;/
όπως κι αν
εφευρίσκονται,
οι κρύφιες ερμηνείες της,
εμείς μοιάζουμε
με κάστορες που πηλοδομούν
μες στις υγρές σκιές τους,
ετούτο ακριβώς το λαμπερό αηδόνι,
εξ’ ου το φως γεννήθηκε/
Από εκεί κι έπειτα
προσευχητάρια, θεοί και ευαγγέλια,
δίχως περιττά ψιμύθια,
αργοφυτρώνουν στην ερυσίβη της ορφάνιας μας/
Σε όποια ηλικία κι αν μας βρει._
ΚΛ – 06/05/2018

ήχος και φως

Που και που
γυρίζοντας στα όνειρα,
τους συναντώ,
αδίστακτοι μισθοφόροι του χρονικού επέκεινα
που υλοτομούν τα κωνοφόρα
της λήθης μας,
ως σφάγια των βράχων
και σφάγια της αυγής/
Με νύχια και με δόντια παλεύω να αποσώσω
δύο τρεις σταγόνες καθαρές,
όπου να ακινητούν οι στιγμές επάνω στον παλμό τους,
ν’ ανοίγει η άβυσσος για να χωρέσει
όλο τον ήχο και το φως/
κάπως σαν κείνα τα θεάματα
που οργάνωνε ο ΕΟΤ μετά τη μεταπολίτευση
στις διάφορες πόλεις ,
όπου εκδράμαμε με το πούλμαν του Κατσούρη/
Να όπως εδώ,
που η μάνα μου χορεύει
το «Η ζωή εδώ τελειώνει»
όρθια, στη γαλαρία
και σείεται το πούλμαν απ τα σφυρίγματα/
Δεν υπήρχαν τότε βλέπεις,
ζώνες κι άλλα τέτοια πολιτικώς ορθά,
να μας δένουν με τη ζωή,
μη τυχόν και μας τελειώσει._
ΚΛ – 05/05/2018

photo: Josef Sudek
Dans le jardin [In the garden]
1954-1959
Gelatin silver print
17 × 23.3 cm
Musée des beaux-arts du Canada, Ottawa. Don anonyme, 2010
© Succession de Josef Sudek

ο φρύνος του Κολοράντο

Σάββατο, που το μαθες,
δύο άρκτοι ξανθές σαν αχυρόμπαλες
λόγιαζαν τα ζύγια
ενώ ένας κουρνιαχτός βαρύς
περπατούσε
στις ανεμοδούρες των πουλιών/
στο τέλος,
ο Μάης αφουγκράστηκε
κείνο το πένθιμο σκυλί
που αλυχτούσε απ’ το Σεπτέμβρη/
Το ξέρω πως οι τόποι σου,
γίνονται πλέον γοργά,
ένα ενδεχόμενο που εξαντλείται/
και πως οι οδοδείχτες των προσφιλών νεκρών,
έχουν αρχίσει να τονίζουν την πάχνη σου,
με νέον λεπτομέρειες/
μα ετούτη η μάνα- κουράγιο
που τρίβει το στήθος της
για να εξαφανιστεί
η δική σου πέτρα,
αξίζει περισσότερο από ένα προπέτασμα καπνού
(ακόμη κι αν
όλοι σου οι χείμαρροι,
αποσβαίνουν σωρηδόν στα τενάγη τους,
εκεί όπου ενδημεί
ο γιγαντιαίος φρύνος του Κολοράντο)/
Άσε τους αγγέλους να κατεβαίνουν
με γδαρμένα δάχτυλα
κι ας μην ξέρουμε να πούμε,
αν είναι απ’ τον περίπατο,
ή από κάποια νέα μέθοδο αυτοτιμωρίας/
άλλωστε τι να φοβηθείς;
Από παιδί καθοδηγείς το μελίσσι σου να γητεύει τον καπνό,
καταπάνω στο μελισσουργό του._
ΚΛ – 04/05/2018

photo: Mark Klett
Contemplating the View at Muley Point, Utah
1994
Gelatin silver print from Polaroid-Film Type 55
40.6 x 50.8 cm
© Mark Klett

ζωοδόχος πηγή

Όσο κι αν υποχωρούν τα τοπία στο φως,
αναλόγως εποχής,
τόσο θα θεριεύουν μέσα τους
οι απογευματινές εικόνες
άλογα που κατέβαιναν τη δημοσιά
δίχως χάμουρα,
σαν πεταλούδες
με κιλίμια στο λαιμό,
και ξεχασμένους αντάρτες στη σέλα,
ή ένας τρυφερός μίσχος
που από το κουφάρι μιας σφήκας εκπορεύεται/
εκεί θα παραμένεις θαμμένη•
στον πλούτο του χρόνου
που ευωδιάζει στους βράχους
περισσότερο
κι από τις αγριοπασχαλιές/
κι όσο κι αν
οι άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν
σιωπηλοί και κάνουν πως ζουν
ή κάνουν πως πεθαίνουν,
θα’ ρχονται ψυχοσάββατα,
που θα δακρύζουν οι εικόνες,
με υπόσταση•
είτε από απόγνωση
είτε από κακιά συντήρηση
και πλημμελή
εξαερισμό/
κι οι τόποι λατρείας θα επεκτείνονται
ενώ τα άστρα θα τρίζουν συμπαγή
προτού ανάψουν,
σαν ένα μυθικό αυτόματο
που αλγοριθμεί τα πεπρωμένα/
η νύχτα πάντα θα περιέχει,
όσα η μέρα δεν αποζητά/
ΚΛ – 14/04/2018

επί προσωπικού

Αφήνομαι να κολυμπήσω
στη μέλανα συρμή
που τακτικά με επισκέπτεται/
μια κυρία επί των τιμών,
με υποδέχεται:
– εσείς δεν είστε που κοιμάστε με τα χελιδόνια του χειμώνα;
με ρωτά,
ή μήπως είστε,
ο σεβάσμιος κύριος
που εγκατέλειψε τα ποιήματα,
χρόνια όπως αφρίζανε στα ποτήρια τους,
δίχως λόγια;
Στη δυτική βεράντα
εκείνο το κορίτσι που θα γίνει η μάνα μου,
τρυπώνει μια φούστα με ένα σκουριασμένο σουβλί/
με το θάνατο
όλα της τα ρούχα
ολοκληρώθηκαν/
-μην ανησυχείς!
δεν είναι σάβανο,
λέει,
-μια πλισέ φούστα για την παρέλαση είναι•
κι ας μην έχει καν συμβεί το έπος του ’40,
ο πάππος μου ακόμη να κυνηγάει τσίχλες στο πευκόδασος,
με ένα προπολεμικό κανόνι
κι όλα τα πτώματα,
να τα ανακτά το γαλάζιο πουλόσκυλο του Κωτσηδάρα,
καθαρίζοντας τα σκάγια με το σάλιο του/
Στο τραπέζι
χωράνε επτά ορφανά και μια πεθαμενη μάνα (έγκυος ξανά)•
τους σερβίρει τζόλια με ξύλινη κουτάλα,
λέει στη μεγάλη απ’ τις μικρές,
-Λεμονιά,
εσύ προς το τέλος
δε θα θυμάσαι τα φαγιά,
μα να ρωτάς τη Φούλια μας,
η Φούλια ήδη
γράφει σε πολύχρωμα post it
ΤΖΟΛΙΑ
και
ΠΙΤΑΣΤΕΔΕΣ,
οι υπόλοιποι
αναβοσβήνουν ασπρόμαυροι,
(πιο πολύ σβήνουν,
παρά ανάβουν)
ο Παύλος -έγχρωμος και νωπός-
αρνείται οπωσδήποτε
να σβήσει/
ΚΛ – 09/04/2018

photo: Tokihiro Sato
Hakkoda #2
2009
Gelatin silver print
Purchased with the support of the Photographs Acquisition Group
© Tokihiro Sato, Courtesy Leslie Tonkonow Artworks + Projects