μόλις χθεσινοί

Μιλώ συχνά με τις παλίρροιες
ή με τους χθεσινούς ανθρώπους.
Κι όσες γραμμές τους τελούν εν αμφιβόλω,
επανορίζονται:
ένας μοναχικός σπουργίτης,
που καρτερά το χειμώνα του
να αναδειχθεί,
γίνεται σταυραητός/
τα ανάνθιστα κυκλάμινα κι οι πασχαλιές του Απρίλη,
γίνονται χαμώφτερες και παραπούλια/
όλα τα σεληνιακά ποιήματα
(απ’ της Σαπφούς την έκπαγλη σελήνη,
έως του Λαπαθιώτη το ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο)
σιωπούν/
Μα οι άνθρωποι άλλαζουνε τομάρι
συχνότερα απ’ τη μύτη τους.
Κι όσο γερνούν, τόσο θρύβονται.
Και στο φευγιό τους όλο διαμαρτύρονται:
σείουν τα σήμαντρα ανάερα,
είτε βροντούν τις θύρες δίχως πρόσταγμα/
κι ας μαρτύρησαν κι εκείνοι
-μόλις χθεσινοί-
από τη φθαρτή τους σάρκα
και τα χρεωμένα τους ενύπνια._
ΚΛ – 15/10/2017

photo: Christopher McKenney

Advertisements

επιστροφή

Ονειρεύομαι που και που
μιαν επιστροφή,
γεμάτη απ’ την οδύνη των αποχωρισμών
που θα ‘ρθει να γιατρέψει,
έξω θα συμβαίνουν τα καλοκαίρια με στάχυα και αντίλαλο,
ο μεσημβρινός φάρος του Μελαγκαβί
που όλο θα υποδέχεται
τον Αυγουστιάτικο ήλιο όπως θα δύει στην κορώνα του,
σαλός του Ηραίου,
και τα μάτια των γλάρων
που θα κλείνουν τυφλωμένα,
κι εσείς που όλο θα επιστρέφετε αέναα,
αγκαλιασμένοι
μέσα στο φως που περισσεύει,
μάταια να γυρεύετε ψαχουλευτά
τις λεμονιές μας,
ή έστω με τη μυρωδιά,
καθένας τον δικό του ευωδιαστό λεμονανθό.
ΚΛ – 10/10/2017

photo: Sudek-The Enchanting Garden

το παρελθόν δεν είναι «επισκέψημο»

Κάθε πλαίσιο εννοιοδοτεί το περιεχόμενό του,
και το μέγιστο πλαίσιο είναι ο χρόνος.
Περιέχουμε το χρόνο,
όπως περιέχουμε τον τόπο μας, 
τα έρημα βράδια και τα αλγεινά καλοκαίρια μας,
τις συμπαγείς αγκαλιές που
βυθιστήκαμε,
κι όσες αέρινες
εμφιλοχωρούν κεντημένες στην επίγευση της γλώσσας,
ή στων δαχτύλων τα ορφανά επιθήλια/
Μάταιο να επιστρέφουμε αρχειακά,
στα χρόνια που ταξινομήθηκαν,
σε μικρά μπλε τετράδια
σαν τα τεφτέρια που λογαριάζε
η μάνα μου,
με ένα μολυβάκι φάμπερ καστέλ,
επιδεικτικά αγνοώντας
την «άχρηστη» πράξη της διαιρέσεως.
Χρόνια τώρα την περιμένω στα όνειρα
να κρεμάσει την ανορθόγραφη ταμπέλα της:
«Το παρελθόν δεν είναι επισκέψημο.»
ΚΛ – 07/20/2017

photo: Max Dupain (Australia 1911-92)

Illustration for Kelvinator advertisement
1936
Gelatin silver photograph
32.8 x 25.3 cm
Art Gallery of New South Wales, Sydney
Purchased with funds provided by the Photography Collection Benefactors’ Program 2000

τοπικότητα

Κάποτε θα σβήσουν κι οι αστερισμοί
κι αυτός ακόμη ο Σταύρος του Νότου που τόσο τραγουδήθηκε,
όσο ήμασταν παιδιά
σε ασφυκτικά δωμάτια 
ή στις συναυλίες
και ο Α του Κενταύρου κι ο νοσταλγικός Μ 81
θα σβήσουν
κι εμείς ακόμη πιο νεαροί
από σφαιρικά σμήνη ή από μεσοαστρική σκόνη
θα σβήσουμε επίσης
αφού πρώτα γίνουμε άστρα
στο πλάι των αγαπημένων μας/
μα κάποιος θα μένει πάντα πίσω και θα παρατηρεί
έναν έναν τους υπερκαινοφανείς
πως θα αναβοσβήνουν στο στερέωμα/
έτσι λειτουργεί το μακρύ χέρι
της αιτιότητας:
αδύνατον να παίζει ένας τέτοιος θίασος,
δίχως θεατές/
ΚΛ – 02/10/2017

ο Μάρβιν Γκέι στην Οστάνδη

Η σιγουριά είναι που σκοτώνει, σκέφτομαι,
ενόσω απελπίζομαι,
με την υποκειμενικότητα του χρόνου
που με πυροβολεί/
Ξανά εκείνος ο υπάλληλος του λιμενικού,
διασταυρώνεται με το φάντασμα του πατέρα του,
όπως σέρνεται ανέστιο στην προκυμαία/
μετά σκύβει αργά κι αδειάζει τον ποταμό,
από τις μαύρες γαλότσες του.
Τέτοια κάνει ο θάνατος, ο κλέφτης.
Στην Οστάνδη, ο Μάρβιν Γκέι
σκάβει κι αυτός την άμμο με ένα πυκνωτικό μικρόφωνο
ενώ το κύμα του
επιστρέφει
τη φωνή του δικού του πατέρα,
πριν τον πυροβολισμό/
Είναι ακόμη 3 χρόνια ως το έγκλημα,
μα ο θάνατός του ανταλλάσσεται με μια σκοτεινή ευχή/
η ενάλια ακτογραμμή,
την αναπαράγει
σαν ένα ηχηρό αναπόδραστο.
Καθένας έτσι στέκεται/
ενώπιος ενωπίω,
κι ο χρόνος δεν είναι πια
το άλλοθι των λιπόψυχων/
ΚΛ – 26/09/2017

photo: JJ Soenen – Marvin Gaye and Freddy Cousaert
– Ostend, Belgium, 1981

εντός παρενθέσεως

Μέρες πέρασαν με στερεή ανάφλεξη,
δίχως καθόλου φλόγα.
Κρίμα και σε εκείνα τα γκαστρωμένα όνειρα
που γύμναζαν τη μέρα στο μεϊντάνι της, 
με χασεδένια σορτσάκια
χρώματος βαθύ μπλε της σημαίας/
κρίμα και σε όσα μάτια άστραψαν
κι έπρεπε να σφαλιστούν
για να μην κλάψουν,
όπως σουρούπωνε κι έφευγε το S8 για Ottignies/
Να τώρα εδώ ξαναβλέπω
πώς τα τοπία αλλάζουνε μανίκι,
κι η Κούλουρη
στρογγυλεύει – λες – κι άλλο
ενώ μια τρυφηλή εσοχή της
νύχτας,
αποτελειώνεται/
Μια παρένθεση είναι η ζωή,
που χειμάζεται συστηματικά απ’ τον χρόνο
-συστηματικά και εκ προοίμιου-
Η φλυαρία κι η αυθάδεια
των νειάτων μας
αναπτύσσονται βεβαίως,
εντός παρενθέσεως/
ΚΛ – 22/09/2017

photo: Nils Strindberg
Camp on White Island
From the series The Flight of the Eagle
1897/1930
Gelatin silver print

το κομπολόϊ

Με βλέπεις που αγωνιώ,
παλιέ συμμαθητή,
εδώ που χαζοπίνουμε κι άδουμε τον Πινόκλη,
δες
που μετρώ τις μέρες μου όπως μετρούσα του παππούλη μου τις χάντρες:
σπρώχνοντας τις προηγούμενες μακριά από τις επόμενες/
δες
το έρμα τους πως εγκαθιστά μιαν άνιση παλάντζα,
και καθεμιά
πως κουμπώνει οριστικά,
με εναν ήχο αμετάκλητο,
σα μια πόρτα που κλείνει/
το βλέπω όσο διψώ για αφορμές
όπως και το παρόν
που απισχνάται
στη γραμμή μεταφοράς:
αδύνατον να βρεις τη μέση
αφού η μέση είναι μια διαίρεση (του τέλους δια του δύο)
και το τέλος ουδείς γνωρίζει,
ουδείς αναγνωρίζει/
ΚΛ – 02/09/2017

photo: Nils Strindberg
Moving a boat through the icy waters

From the series The Flight of the Eagle
1897/1930
Gelatin silver print

 

όσο μακραίνουμε, κοντεύουμε

Κι αν είναι δυνατόν
ένα ποίημα να επιστρέφει
με σθένος υγρό
(λευκό είναι το χιόνι μα όχι και ο αμέτοχος χιονιάς)
καθώς ξημερώνει και ανοίγονται οι ήχοι,
όπως μια παλιακή βεντάλια
ξεδιπλώνοντας
αγκούσες απ’ τη μια,
μα και των κοριτσιών
το πρώτο ξαράχνιασμα,
βραχνή στέκει κι η φωνή της
σαν τριχιά κερωμένη:
-εδώ ξεσηκώθηκε για λίγο ο χρόνος
κι από μέσα του πέρασα ΕΓΩ/
σαν να λέει,
τώρα που το σημάδι της μακραίνει από εδώ,
μα το δικό μου
κοντεύει κατά κείθε.
ΚΛ – 24/08/2017

τα κορδόνια

Τέλειωνε ο Ιούλιος/
τα βράδια είχαν μέσα και τη μέρα,
μα η ασπίδα των άστρων ήταν ακόμη η θάλασσα/
στην άκρη ένας πλανόδιος με τραγιάσκα ύπνου, 
πούλαγε πράσινα νταριά/
τον θυμόμουν από τα πεδινά,
ήταν ρετσινάς, αγελαδάς και καρβουνιάρης/
ενώ σκάλιζε τα κάρβουνα με μαχαίρι,
οι σπίθες μύριζαν δόντια και οπλές
και μια ελαφριά βαρβατίλα
σαν των νεφών τα πλάτη μετά τους Αρχάγγελους/
οι δύο μας μόνο όπως βρισκόμασταν,
ούτε παιδιά, ούτε γονείς
κι η ασάλευτη γλώσσα του χρόνου,
π’ ανέπνεε στο σβέρκο μας/
Εκείνος, έλυνε συνέχεια τα κορδόνια του,
ενώ παρατάσσονταν
των αετωμάτων και των εκατόνταρχων τα δόρατα
εν υπνώσει,
τα μάτια του εξείχαν κατακόκκινα,
μες στο λευκό ενύπνιο/
Αιώνια κλαμμένος που τον έθαψαν με στενά παπούτσια
και τον δυσκόλευαν στο βάδισμα
(πως το κάνε αυτό η Φούλια του;)
πάνε κιόλας σαράντα χρόνια,
σώνει πια/
μόλις τον είδε που κόντευε του φώναξε:
– Σε καλόμαθα Θάνατε,
αθάνατε!/
έπειτα έτριξε τα δάχτυλα,
έβγαλε την τραγιάσκα,
κι έδεσε τα κορδόνια του σφιχτά/

(για τον παππού τον Παύλο)

photoRene Burri
‘Bilbao, Spain’
1957

ονειροκρίτης

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα «άσπρο άλογο»:
«μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει»/

ΚΛ – 25/07/2017

photoJerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann