τα κορδόνια

Τέλειωνε ο Ιούλιος/
τα βράδια είχαν μέσα και τη μέρα,
μα η ασπίδα των άστρων ήταν ακόμη η θάλασσα/
στην άκρη ένας πλανόδιος με τραγιάσκα ύπνου, 
πούλαγε πράσινα νταριά/
τον θυμόμουν από τα πεδινά,
ήταν ρετσινάς, αγελαδάς και καρβουνιάρης/
ενώ σκάλιζε τα κάρβουνα με μαχαίρι,
οι σπίθες μύριζαν δόντια και οπλές
και μια ελαφριά βαρβατίλα
σαν των νεφών τα πλάτη μετά τους Αρχάγγελους/
οι δύο μας μόνο όπως βρισκόμασταν,
ούτε παιδιά, ούτε γονείς
κι η ασάλευτη γλώσσα του χρόνου,
π’ ανέπνεε στο σβέρκο μας/
Εκείνος, έλυνε συνέχεια τα κορδόνια του,
ενώ παρατάσσονταν
των αετωμάτων και των εκατόνταρχων τα δόρατα
εν υπνώσει,
τα μάτια του εξείχαν κατακόκκινα,
μες στο λευκό ενύπνιο/
Αιώνια κλαμμένος που τον έθαψαν με στενά παπούτσια
και τον δυσκόλευαν στο βάδισμα
(πως το κάνε αυτό η Φούλια του;)
πάνε κιόλας σαράντα χρόνια,
σώνει πια/
μόλις τον είδε που κόντευε του φώναξε:
– Σε καλόμαθα Θάνατε,
αθάνατε!/
έπειτα έτριξε τα δάχτυλα,
έβγαλε την τραγιάσκα,
κι έδεσε τα κορδόνια του σφιχτά/

(για τον παππού τον Παύλο)

photoRene Burri
‘Bilbao, Spain’
1957

ονειροκρίτης

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα «άσπρο άλογο»:
«μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει»/

ΚΛ – 25/07/2017

photoJerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann

το απαραίτητο φεγγάρι

Εδώ σε τούτο το συρτάρι φυτρώνουν τα ποιήματα:
άλλοτε είναι γέροντες που μασουλάνε με τα στραβοχυμένα – από το ΙΚΑ – μασελάκια τους,
τα πάντα όσα αντενδείκνυνται στο διαβήτη,
καραμέλες βουτύρου, ζελεδάκια, 
ένα ώριμο δαμάσκηνο,
τα μάτια τους είναι μονίμως υγρά,
και τρέμουν το χρόνο/
άλλοτε μυρωδάτοι έφηβοι, κούροι και κόρες,
με συμπαγή μπούτια κι αρχαϊκό χαμόγελο,
απλώνουν τα ολοκαίνουργια φτερά τους,
αγέρωχοι στα όνειρα
κι όταν αγκαλιάζονται
ο χρόνος τούς τρέμει/
άλλοτε εμείς οι ίδιοι,
που ανασαίνουμε βαρύτερα,
κοιμόμαστε λιγότερο,
μουδιάζουμε περισσότερο
από πέρσι.
(κι ας ερωτευόμαστε το ίδιο)
Αδιάφορο στέκει πάνω απ’ όλα αυτά το φεγγάρι.
Κάθε ποίημα πρέπει να έχει κι ένα τέτοιο.
ΚΛ – 16/07/2017

photo: Unknown photographer
Griffith & Griffith (publisher)
Full Moon
1850-1900
Albumen print on cardboard
8.8 x 17.8 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg

μια θλιβερή αφορμή 

Δεν ξέρω μήπως πρέπει να ξανανταμώσουμε με τα ίδια λόγια που χωρίζαμε,
νύχτα που ήταν, ανοιξιάτικη,
κι όπως έλιωναν οι λέξεις στον πρόβολο των κορμιών
σιωπηλή να αποτραβιέται, στο ενδιάμεσο, μια ορτανσία/
κι όσες αναπνοές εκτελέστηκαν,
ο επίπεδος θάνατος που υπερκεράστηκε,
μα κι η ψυχή που βρήκε το δρόμο της να γίνει χελιδόνι,
την ίδια ώρα που συμπτύσσονταν
αέριες μάζες και αστρική σκόνη
σαν μάλαζε τη ζύμη τους
μια ουράνια φουρνάρισσα,
κι ο Μπετελγκέζ γινόταν
ένας ακόμη
υπερκαινοφανής.
Μακάρι να διαχώριζα
εκείνη την ανύπαρκτη αγκαλιά,
όπου πάσχιζε η μελισσάνθη
στις δύο πλάκες ανάμεσα
από τον άνθρωπο να απασφαλιστεί/
τότε η συζήτηση ετούτη θα γινόταν,
ένα ποίημα για το νόστο σας και μόνο/
μα όπως βλέπω τα παιδιά κι αντέχουν,
πώς ακουμπούν στους ώμους και στηρίζει το’ να τ’ άλλο/
λέω ίσως μπορέσει ακόμη κι ένας ύμνος της ζωής να καταλήξει,
κι ας έχει έναυσμα μια τέτοια θλιβερή αφορμή/
ΚΛ – 16/07/2017
photo: Amy Andrews inspired by “Lewis Hine” «child labour»

εωθινό ρετσίνι

Βλέπω που χάνεται η γλώσσα
μες στα ποιήματα,
όπως τα τρένα που σκουριάζουν στους σταθμούς,
φαρμακωμένα απ’ τον έρωτα του δρόμου/
Ζώντας εκεί, σ’ αυτή την πρόσληψη,
ίχνηλατώ τις λέξεις που εσωστρέφουν/
τις κουβαλώ σ’ ένα κουτί
ζαχαρωτών,
-παρότι η ζάχαρη είναι ο μέγας διαβητικός ακταιωρός-
και τις πετώ ζαχαρωμένες/
κι όπου κάτσουν/
Μόνο πονάω που τα χέρια μου δεν πιάνουν καλά,
και το κορμί μου έχει γίνει μια ανόητη άσκηση
που φοριέται ανάσκελα,
σαν χρονικό κρεβάτι/
Έξω η νύχτα συντελείται
είτε σε μαραθώνιους,
είτε σε απλές κούρσες ταχύτητας/
κι εσύ μου λες
-Έχασα το σπίτι,
δεν ήταν απο δω;
και μου δείχνεις ξανά εκείνες τις πέτρες που έχουν φυτρώσει
κι άλλα παιδιά,
κι άλλοι θάνατοι
κι άλλες βροχές
κι άλλες οδύνες/
αχ να ήταν να μη μου γύριζες πλέον τη ζωή,
σα χαλίκι μες στο στόμα/
να φευγες τώρα προς τη Ζήρεια, με τούτο το αεράκι/
κι ας μου ανακάτευες όσα μαλλιά μου μείναν/
δεν είναι που δε θέλω να σε θυμάμαι πια/
είναι που στάζεις απ’ τις λέξεις μου σαν το εωθινό ρετσίνι/
και που όσο γερνάω,
τόσο σε κοντεύω/
ΚΛ – 26/06/2017

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Black Sea. Between Chronicle and Fiction
2002-2010

© Vanessa Winship

μια μέρα που πέρασε

Όλο και πιο σπάνια πια,
συναντιέμαι με
λέξεις που ματώνουν/
με τη σάρκα ενός βράχου την άνοιξη,
ή με κάποιους ανθρώπους που σβήνουν άηχα, όπως υπήρξαν,
απέραντες θάλασσες
δίχως παφλασμό/
Έτσι λέω,
ματώνουν κι οι λέξεις όταν
αντηχούν
τις πόλεις που παγώνουν στον χρόνο αγιάτρευτες,
το χειμωνιάτικο Ντιτρόιτ,
την Πάδουα των αποδημητικων,
το γυάλινο Πλόβντιβ/
με τη σκόνη των εραστών που
κρατιούνται από τα ρείθρα με σχοινιά να μην απογειωθούν
ή με την βαριά κήφωση της μάνας μου,
που έρχεται στα όνειρα στητή
να μου πει πως έγιανε/
με κάτι τέτοια αλλάζουν οι συμπαγείς ζωές,
προς μια θαμπή εικόνα ιστορίας/
μ’ έναν ιστό με πάχνη που λαμπυρίζει στο φως,
ή με την πολύ πιο πικρή χωρική νηνεμία,
μιας μέρας που πέρασε σαν ίσκιος και πάει/

ΚΛ – 24/06/2017

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Sweet Nothings: Schoolgirls of Eastern Anatolia
2007

© Vanessa Winship

πετροχελίδονα

Πάει καιρός που κοιμάμαι μες στους ίσκιους,
ένα περιστέρι όπως έγινε κι ο ύπνος μου/
από ξω περνούν τα χερουβείμ,
άτριχοι γέροντες δίχως τις γριές τους,
έπειτα οι γριούλες μόνες τους,
η συμφοιτήτριές μου Γιώτα και Αφρούλα,
ο Φλέσσας, ο Χρήστος ο Φερλές/
εύκολα όνειρα,
με εύκολους ονειροκρίτες/
αδειάζουν ένας ένας το ποτήρι του στις τάβλες του δαπέδου,
κι ο ύπνος μυρίζει τσίπουρο,
καρπούζι κι αγιόκλημα του Μασταμπά/
μια Oldsmobile Delta 88 Royale του ’73,
διασχίζει τη γέφυρα στο φιλμ
«Υπάρχουν πράγματα να κάνεις στο Ντένβερ
όταν είσαι νεκρός»
κι ο Τομ Γουέιτς ψέλνει έναν ψαλμό σε πλάγιο δεύτερο/
Μετά γεννιούνται τα ποιήματα σαν πετροχελίδονα:
μαζεύουν φόρα πριν να εκτοξευτούν
και τα δίνουν όλα σε ένα χτύπημα/


photo: Tom Goldner
Lake
2015-16
Silver gelatin print

orwo DDR

Όσες στιγμές αντέχω,
είναι κείνες που ελευθέρωσα,
κι έτσι ελεύθερες με επισκέπτονται.
Τα εύθρυπτα χρόνια που σκάλιζαμε τον πάτο
στο λευκό αποικιακό κρεβάτι της αυλής
κι απαραίτητα
ένα βίντεο με τους δύο τους που ψιθυρίζαν/
όχι πως ξεχνιέται η φωνή,
ένα συνεχές μάντρα της κάθε μέρας/
Και το σπίτι όλο τ’ αποφεύγουμε.
Ενώ περνάει ένα νερουλάδικο που βρέχει το χώμα,
οι πόρτες ανοίγουν και βρίσκουμε εκεί
ένα πόδι η ένα χέρι που μας έλλειπε,
τα πεταχτά φιλιά κάτω απ’ τις ακούρευτες νερατζιές,
μια ελαφριά διάσειση
σε κάποιο φιλικό ή
στην αναμέτρηση με τα αστέρια/
τον κύριο Κοσμά που μας δίδασκε για τις Νεαρές
και τη Μαίρη που ρωτάει
πώς σκληραίνει το κορμί με τα χάδια,
το απόγευμα πίσω από τις πασχαλιές,
ο λαιμός της που μυρίζει σταφύλι/
το φύλο της,
που τρανώνει
σε μια επική υγρή κενότητα,
και επιδιώκει
να πυρποληθεί/
δεν έχουν οι άνθρωποι άκρη,
ούτε έχει άκρη η θάλασσα/
η θάλασσα μας ήταν πάντα
μια πράσινη αλάνα,
που ριγούσαν τα στάχια της ασπρόμαυρα
απαθανατισμένα
σε φιλμ Όρβο DDR.

photo: László Moholy-Nagy (1895-1946)
Once a Chicken, Always a Chicken
1925
Photomontage (halftone reproductions, paper, watercolor, and grapite) on paper
15 × 19 in.
Alice Adam, Chicago
© 2017 Hattula Moholy-Nagy/Artists Rights Society (ARS), New York/VG Bild-Kunst, Bonn

ένας δανεικός θάνατος

Κάποτε ίσως σωπάσει
ακόμη κι εκείνος ο επίμονος λυγμός που μας συνοδεύει
δια βίου,
οι αισθήσεις των λατρεμένων μας ίσως επιστρέψουν
σαν το σαρωτικό -εν οίστρω- κίνημα της Σετσεσιόν/
και τα φώτα κάθε αγροικίας στις λίμνες Ζέε
να ντραπούν τουλάχιστον δις
που αναπνέουν με τη μουσική,
σαν να ήταν η ίδια η ζωή ένα λήντερ του Σούμπερτ.
Κι ένας πάνθηρας ταγός,
όπως κατηύθυνε ο Κλιμτ τον χρυσό στα δροσερά της μπούτια,
να δακρύσει τους αδένες του
γρυλίζοντας ετοιμοθάνατος,
σε μια αλατισμένη μασχάλη/
είναι λέω, η απόλαυση,
ένας δανεικός θάνατος
ο ίδιος ή
η δαμόκλειος υπόσχεσή του;

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
Eleanor / Lutz, a
2016
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

Μαλανδρίνο

Κάποτε ο χρόνος θα γίνει
μια εντολή
σαν το σιωπητήριο,
ή ένα «ευλόγησον» παραδομένο σε λάθος παραλήπτη/
Η ίδια ελεύθερη στιγμή
– πχ. μια σχολική εκδρομή –
θα τεντωθεί μέχρι να σκάσει/
Το Μαλανδρίνο θα ξυπνήσει στου Μόρνου την κοιλιά,
κι η Θήβα των παρθένων,
θα αποστραγγίξει τις κερασιές
στο χιόνι της Αγόργιανης.
Εμείς
αμήχανοι θα συνερχόμαστε από έναν ακόμη θάνατο/
και τα ζωγραφισμένα χέρια μας
θα πλέκουν ξανά,
τις πόρτες και τα σχήματα
που φύτρωναν από της μάνας μας το στόμα/
Το βλέμμα σου
θα πολεμάει να με σώσει απ’ τον πνιγμό,
και θα ναι για πάντα καλοκαίρι.
Από το δίχτυ του,
δε θα διαφεύγουν ούτε πουλιά ούτε ψάρια, κι ένα πράσινο λεωφορείο θα μας πηγαινοφέρνει για μπάνιο στην Κινέττα
εμπλοκή/
Κι εκείνη η σκιάχτρα που άστραφτε ατσαλάκωτη,
πάνω από το ρέμα του Αρδεπάτη,
θα απαλλαγεί
απ’ το φαρμάκι του έρωτα
κι ίσως να γιάνει/
Το νυφικό της μου το παρήγγειλε απ’ τον κλίβανο,
Τρίτη πρωί, σιδερωμένο.
Έπειτα με είπε
Αδάμ
και με δάγκωσε,
στο δεξί πλευρό/
Τότε μόλις το πρόσεξα
που όλα τα κάγκελα,
είχαν αλλάξει
σε χαμωπούρναρα και γκορτσιές/

photo: Black And White Prison Cell, Alcatraz – San Francisco USA – Stock Photo