πετροχελίδονα

Πάει καιρός που κοιμάμαι μες στους ίσκιους,
ένα περιστέρι όπως έγινε κι ο ύπνος μου/
από ξω περνούν τα χερουβείμ,
άτριχοι γέροντες δίχως τις γριές τους,
έπειτα οι γριούλες μόνες τους,
η συμφοιτήτριές μου Γιώτα και Αφρούλα,
ο Φλέσσας, ο Χρήστος ο Φερλές/
εύκολα όνειρα,
με εύκολους ονειροκρίτες/
αδειάζουν ένας ένας το ποτήρι του στις τάβλες του δαπέδου,
κι ο ύπνος μυρίζει τσίπουρο,
καρπούζι κι αγιόκλημα του Μασταμπά/
μια Oldsmobile Delta 88 Royale του ’73,
διασχίζει τη γέφυρα στο φιλμ
«Υπάρχουν πράγματα να κάνεις στο Ντένβερ
όταν είσαι νεκρός»
κι ο Τομ Γουέιτς ψέλνει έναν ψαλμό σε πλάγιο δεύτερο/
Μετά γεννιούνται τα ποιήματα σαν πετροχελίδονα:
μαζεύουν φόρα πριν να εκτοξευτούν
και τα δίνουν όλα σε ένα χτύπημα/


photo: Tom Goldner
Lake
2015-16
Silver gelatin print

orwo DDR

Όσες στιγμές αντέχω,
είναι κείνες που ελευθέρωσα,
κι έτσι ελεύθερες με επισκέπτονται.
Τα εύθρυπτα χρόνια που σκάλιζαμε τον πάτο
στο λευκό αποικιακό κρεβάτι της αυλής
κι απαραίτητα
ένα βίντεο με τους δύο τους που ψιθυρίζαν/
όχι πως ξεχνιέται η φωνή,
ένα συνεχές μάντρα της κάθε μέρας/
Και το σπίτι όλο τ’ αποφεύγουμε.
Ενώ περνάει ένα νερουλάδικο που βρέχει το χώμα,
οι πόρτες ανοίγουν και βρίσκουμε εκεί
ένα πόδι η ένα χέρι που μας έλλειπε,
τα πεταχτά φιλιά κάτω απ’ τις ακούρευτες νερατζιές,
μια ελαφριά διάσειση
σε κάποιο φιλικό ή
στην αναμέτρηση με τα αστέρια/
τον κύριο Κοσμά που μας δίδασκε για τις Νεαρές
και τη Μαίρη που ρωτάει
πώς σκληραίνει το κορμί με τα χάδια,
το απόγευμα πίσω από τις πασχαλιές,
ο λαιμός της που μυρίζει σταφύλι/
το φύλο της,
που τρανώνει
σε μια επική υγρή κενότητα,
και επιδιώκει
να πυρποληθεί/
δεν έχουν οι άνθρωποι άκρη,
ούτε έχει άκρη η θάλασσα/
η θάλασσα μας ήταν πάντα
μια πράσινη αλάνα,
που ριγούσαν τα στάχια της ασπρόμαυρα
απαθανατισμένα
σε φιλμ Όρβο DDR.

photo: László Moholy-Nagy (1895-1946)
Once a Chicken, Always a Chicken
1925
Photomontage (halftone reproductions, paper, watercolor, and grapite) on paper
15 × 19 in.
Alice Adam, Chicago
© 2017 Hattula Moholy-Nagy/Artists Rights Society (ARS), New York/VG Bild-Kunst, Bonn

ένας δανεικός θάνατος

Κάποτε ίσως σωπάσει
ακόμη κι εκείνος ο επίμονος λυγμός που μας συνοδεύει
δια βίου,
οι αισθήσεις των λατρεμένων μας ίσως επιστρέψουν
σαν το σαρωτικό -εν οίστρω- κίνημα της Σετσεσιόν/
και τα φώτα κάθε αγροικίας στις λίμνες Ζέε
να ντραπούν τουλάχιστον δις
που αναπνέουν με τη μουσική,
σαν να ήταν η ίδια η ζωή ένα λήντερ του Σούμπερτ.
Κι ένας πάνθηρας ταγός,
όπως κατηύθυνε ο Κλιμτ τον χρυσό στα δροσερά της μπούτια,
να δακρύσει τους αδένες του
γρυλίζοντας ετοιμοθάνατος,
σε μια αλατισμένη μασχάλη/
είναι λέω, η απόλαυση,
ένας δανεικός θάνατος
ο ίδιος ή
η δαμόκλειος υπόσχεσή του;

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
Eleanor / Lutz, a
2016
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

Μαλανδρίνο

Κάποτε ο χρόνος θα γίνει
μια εντολή
σαν το σιωπητήριο,
ή ένα «ευλόγησον» παραδομένο σε λάθος παραλήπτη/
Η ίδια ελεύθερη στιγμή
– πχ. μια σχολική εκδρομή –
θα τεντωθεί μέχρι να σκάσει/
Το Μαλανδρίνο θα ξυπνήσει στου Μόρνου την κοιλιά,
κι η Θήβα των παρθένων,
θα αποστραγγίξει τις κερασιές
στο χιόνι της Αγόργιανης.
Εμείς
αμήχανοι θα συνερχόμαστε από έναν ακόμη θάνατο/
και τα ζωγραφισμένα χέρια μας
θα πλέκουν ξανά,
τις πόρτες και τα σχήματα
που φύτρωναν από της μάνας μας το στόμα/
Το βλέμμα σου
θα πολεμάει να με σώσει απ’ τον πνιγμό,
και θα ναι για πάντα καλοκαίρι.
Από το δίχτυ του,
δε θα διαφεύγουν ούτε πουλιά ούτε ψάρια, κι ένα πράσινο λεωφορείο θα μας πηγαινοφέρνει για μπάνιο στην Κινέττα
εμπλοκή/
Κι εκείνη η σκιάχτρα που άστραφτε ατσαλάκωτη,
πάνω από το ρέμα του Αρδεπάτη,
θα απαλλαγεί
απ’ το φαρμάκι του έρωτα
κι ίσως να γιάνει/
Το νυφικό της μου το παρήγγειλε απ’ τον κλίβανο,
Τρίτη πρωί, σιδερωμένο.
Έπειτα με είπε
Αδάμ
και με δάγκωσε,
στο δεξί πλευρό/
Τότε μόλις το πρόσεξα
που όλα τα κάγκελα,
είχαν αλλάξει
σε χαμωπούρναρα και γκορτσιές/

photo: Black And White Prison Cell, Alcatraz – San Francisco USA – Stock Photo

ένα μονοδιάστατο κορδόνι

Αχ η νιότη!
για όσα αγόρια ξαγρύπνησαν,
αφού προσέφεραν εκείνο το λουλούδι,
τόσα κορίτσια κοιμήθηκαν
επάνω στα φτερά των εωθινών ερωδιών,
εκεί που καταλύουν
-στερούμενοι άνωσης και βραγχίων-
οι αυτοδύτες των νεφών/
μα όσο κι αν περιφρόνησαν
βρώμικες πόλεις που ανοίγονταν κάτωθεν,
τους ανθρώπους – υφαντά,
κι όσα αδέσποτα
τους έγλυφαν τα πόδια,
σαρωτικά/
παταγωδώς/
κατέληξαν με τον καιρό,
ένα μονοδιάστατο κορδόνι εμπειρίας και γήρατος,
που όλο και φουσκώνει,
μέχρι να μας αφήσει χρόνους με ένα μπαμ!

photo: Arthur Tress – Woman with Seven Sea Turtles, Bahamas

9334ArthurTress (1)

αδύνατον να περισώσεις

Όσο κι αν αγγίζεις τις κινήσεις των ψαριών,
-νύχτα που πιέζουν τα όνειρα-
και στήνεις το κορμί σου πρηνηδόν,
σαν οριζόντια αντηρίδα,
αδύνατον να περισώσεις ο,τιδήποτε,
από τον Προαιώνιο Τρόμο,
(είτε του απύθμενου Ερέβους,
είτε του μικρού διατεταγμένου εαυτού)
Κι έτσι οι ψίθυροι αντιλαλούν βροντές,
ίσως, κι ακόμη περισσότερο
σιωπές,
και το νερό μεγαλώνει μέσα σου σαν έμβρυο/
για κάτι τέτοια οι άνθρωποι
εφηύραν τις θρησκείες.

photo: Arthur Tress (American, born 1940)
1972
Gelatin silver print
45.7 × 45.7 cm

Candy darling

 

(απ’ τις αμαρτίες μας, δεν είχε ο δρόμος άκρη*)

Τούτο το φύλο
-αυτοφυές και παράξενο-
από την Καρταχένα ντε Ίντιας
ως το Βάλπαραΐσο,
έγινε ο ιδρώτας μας/
κι από τις αμαρτίες μας
δεν είχε ο δρόμος άκρη*/
κι η γεύση του στυφή,
σαν μίσχος από χρυσάνθεμο/
στην ακμή του λευκού του σύμπαντος,
ένας ήχος μαύρος,
από γυαλισμένα βότσαλα/
στο λαιμό μου τον φέρω,
ένα φάντασμα της ανάσας
της,
δυο βδομάδες, διαρκώς
σε βαθειά καταβύθιση,
και όσες λέξεις δεν ειπώθηκαν,
τότε/
ένας σκύλος που πέρασε –
πάει κιόλας μήνας –
με τα μάτια του έγλυφε
τα περάσματά μου,
στων γλυπτών ενυπνίων τα στρώματα/
έτσι καθώς φύεται
ο δροσερός, των γλάρων
αντίλαλος,
από το παθητικό κορμί της
ορίστηκε
ο έρωτας άφυλος,
κι η παθογόνος πανσέληνος,
ελαφριά ιπταμένη/
φυγοδικεί έκτοτε
η ζεστή ψυχή της,
στα επιτάφια,
νυχτερινά
κυκλάμινα του Απρίλη/

*κι απ’ τις αμαρτίες μας, δεν είχε ο δρόμος άκρη (στίχος απ’ την Οδύσσεια)

photo: Peter Hujar
Candy Darling on Her Deathbed
1973
Gelatina de plata
Colección de Richard and Ronay Menschel
© The Peter Hujar Archive, LLC. Cortesía Pace/MacGill Gallery, Nueva York, and Fraenkel Gallery, San Francisco

https://en.wikipedia.org/wiki/Candy_Darling

 

 

το μέσο διάδοσης

και δεν είναι να διαχωρίζεις:
οι μέρες που εκτοξεύτηκαν,
συλλέγουν περιεχόμενο από το μέσο διάδοσης/
για αυτό όταν τελειώνουν,
αιμορραγούν το χρόνο
στα νύχια των αγαλμάτων,
που μεγαλώνουν στις πλατείες
όπως οι ρίζες των νεκρών μας,
βλασταίνουν οριζόντια/

μεσάνυχτα σηκωνόμαστε
άνυδροι
κι ο κήπος τους μυρίζει από την ησυχία/

κι ένας αχός σαν ηχητικό σκουλήκι
μας τριβελίζει

και κάποιο ακατάληπτο τραύλισμα
του ενός ή του άλλου τα τελευταία λόγια
(αξεχώριστα)

για αυτό οι μέρες που κρατήσαμε
σε ένα βάζο με τουρσί
μουχλιάζουν,
και το φως που τις χαϊδεύει είναι δροσερό/

με τίποτα άλλωστε δεν θανατώνεται
ο θάνατος
παρεκτός ίσως από τον ίδιο το θάνατο,
και το ποταπό υποκατάστατό του
την αιχμηρή αναλαμπή των πλοίων τον Ιούλιο,
καθώς αποσαθρώνονται τα εφηβικά μας καλοκαίρια,
σε εκείνο το άχρονο νησί,
χωρίς αντικουνουπικό/

photo: Edward J. Steichen (American, born Luxembourg, 1879-1973)
Balzac, The Open Sky – 11 P.M.
1908
Photogravure
Oklahoma City Museum of Art
Museum purchase with funds provided by Ms. Frances Kerr

έναστρη νύχτα

Εκεί θα στεκόταν και θα άκουγε
φρέσκια τη θαλασσα,
και τις τράτες τα μεσάνυχτα
πως κολυμπάνε,
ευθύγραμμοι αστερισμοί/
να που συνηθίζετε:
στις ποταμίσιες πέτρες
μια γόπα
των εαρινών φρουρών
να διαρκεί περισσότερο,
κι απ’ τον κίτρινο ήλιο
κι από την πιο μικρή μέρα
του Βίνσεντ στην Άρλ,
αν και για κείνον το φως είχε παγώσει νωρίς,
πριν τον βρει μεσημέρι,
ή με κομμένο αυτί
ή με την άδεια καρέκλα/
όσο πλέον έζησε ήταν μέσα σε κείνον τον ζεστό και κίτρινο πάγο/
αν έβλεπε,
το βαρύ στήθος της Νικολίτσας πώς διάβαζε τη ζωή,
κρατώντας σταυρωτά το βιβλίο,
ή τον δικό μας
παγωμένο,
προγονικό θάνατο/
μόνο αυτός θα καταλάβαινε
πώς είναι να ζει
μια ρώγα σαν άστρο/

εικόνα: Vincent van Gogh – λάδι σε καμβά –
Ηλιοβασίλεμα: σταροχώραφο κοντά στην Άρλ, Ιούνιος 1888
Kunstmuseum Winterthur
Winterthur,
Ελβετία

εσύ, ήσουν πάντα ποιητής

 

Απάνω που λες: – μεγάλωσα πια
δε θα ξανανταμώσω Αρχάγγελους/
όμως είναι τότε που συνωστίζονται στην σκάλα
ανεβαίνοντας,
τα νυχτοπατήματά τους σαν τα περίπολα εφοδευόντων,
κι από τη σκόνη τους
να πυκνώνει ο χρόνος και να πλημμυρίζει τα όνειρα/
ούτε που μετράω πια,
πόσες αρχές της φυσικής παραβιάζονται/
κάτι τέτοια εξηγούσα χθες στον παλαιό συνάδελφο
Νίκο Αργυράκη, χημικό,
ενώ ίσιωνε το μουστάκι του
χαϊδεύοντας απο κάτω, το ευγενικό χαμόγελο,
έπαιρνε σειρά για την ανηφόρα,
κι εγώ έκανα πώς δεν έβλεπα, πλάτη τον πατέρα μου,
που σκάλιζε τους σχιστόλιθους με ένα κουμαρόξυλο/
σαν γύριζε,
έβλεπα του έλειπαν από μπροστά δύο νεογιλά,
κι οι τιράντες του χιάζονταν
σαν χελιδονοουρές,
κι ο Νίκος μου λεγε:
«- εσύ, ήσουν πάντα ποιητής
ακόμη κι όταν δεν υπήρχε η ποίηση»,
κι έσβηνε ένα τσιγάρο στην κουπαστή,
και τα κίτρινα δάχτυλά του,
τραύλιζαν στην ανάμνηση των θειούχων και της νικοτίνης.

«-εσύ ήσουν πάντα ποιητής.
όμως εμείς σου λέω,
είμαστε, καιρό τώρα, πεθαμένοι»/

photo: Wynn Bullock (American, 1902-1975)
Child on Forest Road
1958, printed 1973
Gelatin silver print
Oklahoma City Museum of Art
Lent by Mr. and Mrs. Nicholas V. Duncan