εσύ, ήσουν πάντα ποιητής

Απάνω που λες: – μεγάλωσα πια δε θα ξανανταμώσω Αρχάγγελους/ όμως είναι τότε που συνωστίζονται στην σκάλα ανεβαίνοντας, τα νυχτοπατήματά τους σαν τα περίπολα εφοδευόντων, κι από τη σκόνη τους να πυκνώνει ο χρόνος και να πλημμυρίζει τα όνειρα/ ούτε που … Συνέχεια

10 minimal σπουδές για τη φθορά και τη νύχτα ΙΙ

Ι σ’ αυτή τη ζωή, έχουμε κι άγκυρες: πχ το φως της μάνας μας, δεν επιταχύνεται για κανένα αδρανειακό παρατηρητή/ ΙΙ λειτουργείς και δίχως όρια/ πως δεν το ξέρεις, όταν νηολογείσαι στο Πορτ-ο-Πρενς βαρκούλα εσύ, καρυδότσουφλο των τροπικών/ ΙΙΙ στην … Συνέχεια

ο χουχουριστής

Είναι τα ταξίδια ένας τόπος κι ένας άλλος τόπος, ο τόπος που φτάνουμε, λέω, κι έχω στο νου μου την ψυχή της, έτσι που αγωνίζεται να σκίσει τη λήθη τηγανίζοντας, σε τούτο το τρύπιο σπίτι που ήταν σπίτι μας/ Σιωπηλοί … Συνέχεια

…η ψυχή μου, για πάντα

        Μια ηλικιωμένη ηθοποιός, δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από τον διευθυντή της κρατικής σκηνής, για να υποδυθεί μια νεκρή ποιήτρια μέσα σε ένα φέρετρο. Ενώ επιφυλάχτηκε ευγενικά -προς ώρας- για την απάντηση, σκεφτόταν αυτά: να υποκρίνεσαι ρόλους σε … Συνέχεια

(τι χρωστώ στην) Εθνικής Αντιστάσεως

Στην απόγνωση που λειαίνεται τα Σάββατα – με ελάχιστα φράγκα μα πολλές δαγκωνιές – το παλιό μας σκοτάδι εξηγείται: είναι ένα πηγάδι αδρανούς φωτός, που βαθαίνει ακυβέρνητο/ Γενναίε Ακρίτα, των ενδογενών μου συνόρων, για πότε μεγάλωσες; Πώς και δεν είσαι … Συνέχεια

η βροχή ΙΙ/ σπονδές

  η βροχή, ένα φοιτητικό ημιυπόγειο με έπιπλα που έτριζαν από αρθριτικά, κι ένα ασταθές φουρνάκι, η βροχή, ένα ποτάμι από μελάνι, και η πηγές του, -η παλιά Ολιβέττι- σαν συνέρχονται οι λέξεις, ντροπιασμένες από την ευεργετική οξείδωση – άγριοι … Συνέχεια

εγκιβωτισμός ΧΙΙΙ/ η λίμνη

Προς το τέλος τα όνειρα εξελίχθηκαν σε ένα έκδοχο της πραγματικότητας, με όρια ασαφή. Μόλις ερχόταν ο ύπνος ενισχυμένος και μεταλλικός απ’ τα υπνοσεντόν, έβγαινα σε αυτήν την πόλη, όπως φυτρώνει στο τσιμέντο ένα αγριόχορτο: με πείσμα για να ζήσει. … Συνέχεια

τα τανκς στο μουσείο

Με τα δανεικά σου φώτα όχημα εσύ, της νιότης περιστέρι, πού χάθηκες; στα χέρια που εξεγέρθηκαν αγκαλιασμένα, στις θάλασσες που σου δίδαξα την άνωση, το κενό σου πως αναπαράχθηκε πάνω τους, μυκητιακά; πως άντεξες τους συναυτουργούς σου πλέοντες, σε μια … Συνέχεια

Σταχινά ΙΙ

     Σαν σίγασε και το τελευταίο κλαρίνο κι άρχισαν οι γυναίκες να μαζεύουν τα τραπέζια, μια γλυκιά ευωδιά από νυχτολούλουδα κατέβηκε από την πλαγιά σαν μια σταγόνα ρετσίνι, ενώ φωσφόριζαν τα βράχια στο φως του φεγγαριού κι οι βερβερίτσες … Συνέχεια

ο ψίθυρος των απόντων 

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι: διατελώντας πλέον ασαφείς και υδαρείς, πώς προέβηκαν στα απονενοημένα που τους καταλογίζουμε, με κόκκινα μάτια κι άσπρα μάγουλα, και νύχια που συνέχιζαν να μεγαλώνουν, εκεί που ο θάνατος στερέωνε το χλωμό του φως επανορίζοντας,  μια … Συνέχεια