Ιούλιος

Ιούλιος
με τη γαλανή σκιά
που για λίγο πάγωσε•
είχε το σχήμα
ενός αγοριού
που πέρασε από μέσα μου
μ’ ένα στραβοπάτημα•
-ψυχή ήταν;
-στο φως
κολυμπούσε;
στο σταβλάκι
το
χάδι
που υποκαθιστά•
υπομένει•
τόσο θάνατο.
Προς την προβλήτα
οι λέξεις γυαλίζουν
γύρω
από
το κουκουλωμένο τους νόημα•
τα ξένα όνειρα που μπαινοβγαίναμε
αιώνιοι αλήτες
μ’ ένα «παρουσιάστε»
γλιστρούν
πρώτα
τα στάχυα καίγονται
έπειτα
κατάπινουν τον καπνό
που είναι
η ουσία του ξύλου•
οι άνθρωποι δένονται
-στο στόμα,
στα αρχίδια-
μ’ ένα αλφάδι χρόνου
όχι λευκό•
σαν ένα χρυσάνθεμο
δίχως χρώμα._


ΚΛ – 05/08/2018

έργο: Dale Cox (b. 1969)
Tract 38 (Burning landscape)
2012
Acrylic on canvas
102 x 152cm

Advertisements

cantus in memoriam

Σα σβήσουμε, θα ίπταται
η αιθέρια τύρφη μας
σαν απ’ ενός
κεχριμπαρένιου ηφαιστείου τις εκρήξεις•
ένας ναυτίλος των άστρων και των Συναγωγών,
να ζωντανεύει
μια στο Στρόμπολι
και μια στο Πινατούμπο,
χρόνια και χρόνια
ενώ θα ολοκληρώνει
το έσχατο
υπερπόντιο ταξίδι της•
κι η σύναξη των – κάτωθεν- ανίσχυρων,
το αγλαές φτερούγισμα,
με ζήλεια θα αγναντεύει.
Διαυγές ηφαίστειο,
άσε με να καώ στο κεχριμπάρι σου,
σαν ένας εφημέριος
του παγωμένου αρχιπελάγους
των Λοφούτεν•
και κάθε που θα συναντιέμαι με τη λάβα σου
να σφάλλω από έρωτα κι από γαλάζιο παφλασμό,
κι ας μ’ υποδέχεται
η απατηλή
υποκίτρινη κερκίδα
ως ένα ποταπό φλανέρ
των ποιημάτων,
που πλένει πιάτα στο Μαραί
κι αειφορεί τις νύχτες του
με το Spiegel Im Spiegel._

ΚΛ – 13/07/2018

photo: Jacqui Stockdale
Duel of the Mount 1
2018
C Type Print
130 x 100 cm

ημερολόγιο καταστρώματος

Θα ζητιανέψουμε κάποτε
απ’ τα παιδιά μας, περιεχόμενο•
θα ‘ναι χειμώνας και το κορμί μας
θα έχει γίνει πια μια φορεσιά•
μ’ αυτή θα μπαινοβγαίνουμε στα όνειρα,
και θα γεμίζουμε τις τσέπες τους
με καραμέλες
και μελαγχολικά φαντάσματα.
– Καλώς σας βρήκα, θα τους λέμε,
– Πώς και χορτάσατε ζωή,
σε τόσο νεαρή ηλικία;
Κι όλο θα σκοντάφτουμε σε μπιμπερό,
στις βόλτες στα πάρκα με λιακάδα,
στο πρώτο τους κινητό•
ή σ’ όλα αυτά τα «πρώτα»,
που δε θα μάθουμε ποτέ.
Γύρω μας η θάλασσα θα κοιμίζει
και τους ανθρώπους και τα ψάρια της,
μ’ ένα αντιμάμαλο νωθρό και σκόρπιο
σα στίξη ηπατική•
μα εκείνα θα πετούν ελεύθερα
και συμπαγή,
εκτός του πλού μας,
ένα σμήνος ψαρόνια σε σχηματισμό
δακρυόσχημης ατράκτου•
και τα ταξίδια τους θα είναι οι μάρτυρες
του χρόνου που μας γδέρνει•
όλες οι ξυραφιές τους
θα φέγγουν ανεξίτηλες στο φτέρωμα,
σαν ένα Ημερολόγιο Καταστρώματος
που γράφεται μ’ αυτόματη γραφή•
σχολικές γιορτές
και παιδικά γενέθλια με τον κλόουν Πίπη•
ένα αναμμένο μαγουλο που άχνιζε αλάτι
ή όλα τα ιώδη σάρκινα άνθη
που – ως εδώ – δεν κορφολογήθηκαν•
τίποτα δε θα παραλείπεται
δίχως κανένα έλεος•
διότι η λήθη
είναι ένα πρόβατο
που βυζαίνει μ’ αφοσίωση,
τη μάνα – λύκαινα
που το κατασπαράζει._

ΚΛ – 19/06/2018

photo: Alfred G. Buckham (1879 – 1956)
R100
c. 1920
Silver gelatin print
38.50 x 46.00 cm
Collection: National Galleries of Scotland
Purchased with the assistance of the Art Fund 2008
© Richard and John Buckham

πλάγιος του τετάρτου

Σιγά σιγά συνηθίζεις,
ολόκληρα δέντρα που φέρνουν στον ύπνο σου
κι η αναπνοή τους μυρίζει κατουρημένο χώμα,
ή τα ακίνητα σύννεφα,
ή την ξερή τους γλώσσα που δεν πίνει πιά•
μερικές σκέψεις που δεν πρόλαβαν να τις σκεφτούν,
και τώρα εκρήγνυνται
σαν αδιαβροχοποιημένα λεπιδόπτερα,
τη λεπτόρροη σκόνη τους
που πυροδοτεί τις αλλεργίες/
αχ, αυτόν
το χρόνο που πυροβολεί πριν να ρωτήσει•
έπειτα το δυσκολότερο:
την ταυτόχρονη υπήχηση των φθόγγων
ΔΙ και ΝΗ,
κατά το ισοκράτημα στον ήχο πλάγιο του τετάρτου
από τον Παναγιώτη Μπουραντά,
δεξιό ψάλτη των Δώδεκα Αποστόλων,
ένα όνειρο πριν
της Σταυροπροσκυνήσεως•
δύο σταχτιά καβούρια που είχαν αρπαχτεί
απ’ τα βικτωριανά μουστάκια του
και το γέλιο του που τράνταζε
το νεκροτομείο/
είκοσι χρόνια πια
πνιγμένος._

ΚΛ – 16/06/2018

photo: Evelyn George Carey (1858 – 1932)
The Forth Bridge. Two Seated Men Raising a Boy up to Demonstrate the Cantilever Principle
September 17th 1885 (print by Michael and Barbara Gray 2007)
Digital inkjet print from negative
46.40 x 58.00 cm
© National Records of Scotland

Οδησσός

Ανυπόμονο
το σπίτι μάς περίμενε,
κι οι πασχαλιές μας είχαν ξανά ανθοφορήσει,
παρότι δώδεκα βήματα από το πάτημα της θάλασσας,
η λεωφόρος
έτριζε σαν σκουριασμένο ποδήλατο
και τα κουφώματα μύριζαν αγυάλιστο ξύλο.
Δίχως εσένα,
κάθε πρωί ο Αρσένι έβγάζε
μέσα από το στέρνο του
ένα περιστέρι
κι εγώ φορούσα τα φτερά του
στο κουκούλι μου,
όπου παρέδιδα τα σπλάχνα μου στην κάμπια
που δαγκώνει/
μια ευχή που εγείρετο από τη στάχτη σου,
έμενε για πάντα σα λάσπη κολλημένη.
Έτσι επέστρεφα την εικόνα σου στον ύπνο μου•
σα μια σταγόνα λαδιού
στο πείραμα του Millikan,
που παραμένει αιωνίως κρεμασμένη.
Κι ας μη τη μίσησα ποτέ τούτη τη θάλασσα/
Ακόμη κι όταν περνούσαν τα νυχτερινά γρι γρι
μέσα απ’ τους φάρους
με τα πρωραία τους σβηστά
και μύριζε ξανά
των αιώνων το ανθέλαιο,
εκείνο που δε τρίβεται με τα βάσανα και τις αναποδιές
μα μας ακολουθεί
ως το τελευταίο
νυχτερινό μας ψάρεμα,
που πολύ θα θέλαμε να γίνεται
δίχως αγωγιάτη._
ΚΛ – 14/05/2018

photo: Christian Montone – Mother, Father & Son – 1953

πλειάδες

Κάθε βράδυ πια σε συναντά στα φανάρια,
η ζητιάνα της Ερατοσθένους,
στον ουρανό
αστράφτουν μόνο οι Πλειάδες,
λαμπρότερες κι απ’ τη Σελήνη,
και το οίδημα στο πόδι της θεριεύει
αραχνοειδώς,
τρίβει το στήθος της
με μιαν αυτάρεσκη αξιοπρέπεια/
τις σεξουαλικές ευχές της:
«-να γαμιέσαι καλά μέχρι να πεθάνεις!»
μεταφέρεις σε δοχείο ταπεινό
ως άγιο μύρο/
διότι πάντα θα υπάρχουν στιγμές να ανακαλυφθούν έτσι
μέσα από έναν παράφορο,
ή έναν τραγικό έρωτα/
όμως εσύ ο ίδιος
-που γεννήθηκες με ένα περίστροφο στο μπράτσο σου-
ενώ διαβάζεις τον Κίρκεγκωρ
σα να ήταν ο Καντ,
από παιδί μεθοδεύεις,
τη νομοτελειακή σου
αυτοχειρία._

ΚΛ – 29/05/2018

painting: Elihu Vedder (1836–1923) – The Pleiades – 1885 – oil on canvas (61.3 × 95.6 cm)
Metropolitan Museum of Art

Ιούδας

Καθώς καθοδηγούμαι προς τη
βεβαιότητα της αρχέγονης λαθροχειρίας,
ένας ακόμη προδότης,
λερός αργυραμοιβός,
περνάω απ’ τα δωμάτια
με τους βράχους και τα γυάλινα όνειρα,
τις αμμώδεις ατόλλες,
και τις μοναστικές σπηλιές,
πάνω από τα σκύτη των ασκητών
εν τη ερήμω•
έπειτα απ’ τα στάδια με τους ανθρωποφύλακες•
λέει ο ένας τους
– Πάντα τη νύχτα αποζητούσα…
και τα χείλη του είναι φουσκωμένα απ’ το αλάτι,
στα χέρια του βαστά
τον αιθέριο αμνό,
κι από τα ρούχα του στάζουν τα όνειρα•
αυτό με ξαφνιάζει•
η απέχθεια προς στα όνειρα
-που είναι αντανακλαστικό
αυτοσυντήρησης-
δηλ. η αγωνία του να μην αποκαλυφθεί•
να μην ακουστεί ο ιδρώτας του,
πώς επιθεωρεί
τα χρόνια που περάσαν
δίχως ίχνος/
ή αν τεντώνει κι όσο πρέπει,
η πορφυρή κρεμάλα,
που αναλήπτεται
πάνω απ’ το Όρος των Ελαιών•
μα που ποτέ δε φτάνει
σε ικανό
ύψος απογείωσης._


ΚΛ – 08/05/2018

 

lithograph: Sue Coe – The Ghosts of the Skinned want their Coats Back, 1998. lithograph / buff
13 3/4 x 10 1/4″ edition: 40 printed at the University of Connecticut at Storres

ο λαμπρύνων εαυτός

Φτάνει κάποτε μια στιγμή,
που η αγωνία της επίδειξης υποχωρεί,
κι ο λαμπρύνων εαυτός
επιστρέφει με ένα φαράσι 
να μαζέψει τις στάχτες του/
Είναι συνήθως σούρουπο
και στην πόρτα τον περιμένει
Ο Μεγάλος Δικαστής ή
ο Μεγάλος Ευεργέτης/
Πίσω του αποθρυμματίζονται
τα τελευταία σκηνικά
των ταξιδιών
και των ερώτων,
όλες οι αφές,
όλες οι γεύσεις
και τα περισσότερα από τα ψοφοδεή ποιήματα,
που έγραψε
ή έζησε
ή σκέφτηκε να γράψει
ή σκέφτηκε να ζήσει/
Μα είναι μια Μόνα Λίζα των ποιημάτων,
που δε λέει να κατακρημνιστεί!
Στέκεται εκεί
σε ένα τέμπλο από αγριοτριανταφυλλιά
κι είναι πάντα άνοιξη και το τέμπλο ανθίζει/
Κάθε που την κοιτά
του αντιγυρίζει το δικό του φως, ζυμωμένο με κείνο το χαμόγελο•
έτσι τυφλωμένος εγκαταλείπεται
-δίχως να προλάβει να σκουπίσει-
στο ερεβώδες βένθος της λήθης
που τον καταπίνει._
ΚΛ – 16/05/2018

photo: Sally Mann (American, b. 1951)
The Ditch
1987
Gelatin silver print
47.5 x 58 cm (18 11/16 x 22 13/16 in.)
The Art Institute of Chicago, Gift of Sally Mann and Edwynn Houk Gallery, 2000.41
The Art Institute of Chicago / Art Resource, NY
© Sally Mann

το σπίτι

Ρωτώ το σπίτι, όταν το βρίσκω κατά τύχη,
στο Παρίσι του Ντεσνός:
– Πώς τα περνάς; και πώς σου φαίνονται οι καινούργιοι;
Τι να μου πει;
παραμερίζει να δω το κοριτσάκι,
δωμάτιο το δωμάτιο
που κυνηγά τις νυχτερίδες,
τις φωλιές στο σαλόνι που γεννάνε τα ξυράφια,
ένα φως που ακολουθεί τα αδέσποτα,
μα σβήνει μόλις σκοτεινιάζει/
και τη μάνα μου
κουτσαίνοντας,
που νταγιαντίζει
των ξένων ανθρώπων
το θάνατο._
ΚΛ – 13/05/2017

photo: Lewis Carroll (1832-98)
Ina Liddell
Summer 1858
Albumen print
5 7/8 in. x 5 in. (150 mm x 126 mm) uneven
Purchased jointly with the National Science and Media Museum, Bradford, with help from the Art Fund and the National Heritage Memorial Fund, 2002
© National Portrait Gallery, London and the National Media Museum (part of the Science Museum Group, London)

ορφάνια

Ενώ κατά την αποτίμηση,
κάθε μας σπίθα ξαναζεί
μια ζωή σε παράταση,
η γλώσσα μας συντελείται
στους φθόγγους της
ως εαυτήν/
είναι μακρά κι αργόσυρτη
κι οι ήχοι της σκοντάφτουν με το νοτιά,
άλλοτε σε έρωτες,
άλλοτε σε θανάτους
κι άλλοτε σε κείνη τη χλωμή ημέρα
που μάθαμε τον ίδιο το θάνατο/
πάντως
ο χειμώνας -εν τέλει- υποχωρεί
και το αμυγδαλέλαιο
αναγεννάται
εκτός του χώρου καύσης/
μα ναι,
η ορφάνια απομένει σαν ένα υποβιβασμένο μιτοχόνδριο,
ή σα βάραθρο που κλείνει
ενώ σε έχει πρώτα καταπιεί/
νά ναι ένα θέμα ορισμού του τέλους,
ή να ναι απλά μια
δεύτερη ευκαιρία;/
όπως κι αν
εφευρίσκονται,
οι κρύφιες ερμηνείες της,
εμείς μοιάζουμε
με κάστορες που πηλοδομούν
μες στις υγρές σκιές τους,
ετούτο ακριβώς το λαμπερό αηδόνι,
εξ’ ου το φως γεννήθηκε/
Από εκεί κι έπειτα
προσευχητάρια, θεοί και ευαγγέλια,
δίχως περιττά ψιμύθια,
αργοφυτρώνουν στην ερυσίβη της ορφάνιας μας/
Σε όποια ηλικία κι αν μας βρει._
ΚΛ – 06/05/2018