Κωνσταντίνος και Έμιλυ/ ένα κείμενο με αφορμή το ποίημα Γένος (της Δέσποινας Λαλά Κριστ*)

Η Τέχνη δεν εκτελείται με κανόνες. Ο κάθε καλλιτέχνης δημιουργεί τους δικούς του την ώρα της έμπνευσης. Αν κάποιος «ελκυστικός» κανόνας προκύψει τότε τον επαναλαμβάνει. Βλέπω, λοιπόν, σε ορισμένα ποιήματα του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου -και μου αρέσει- ότι έχει κάποια ιδιόμορφα, κοινά στοιχεία με την Emily Dickinson. Κι αυτά είναι δύο, έτσι όπως τα σκέπτομαι: το πρώτο είναι η Ασάφεια, μια μάλλον  παιχνιδιάρικη αινιγματική χρήση λέξεων που όμως απαιτούν  προσοχή, αφού οι λέξεις κουβαλούν διάφορες έννοιες και πολύ εύκολα … λασπώνουν τα νερά. Το δεύτερο που τους χαρακτηρίζει αμφότερους, είναι η ξαφνική αναφορά ενός τόπου. Με την ασάφεια υπάρχει μια παρέκκλιση από το γνωστό, μια ανεπαίσθητη δόνηση- σαν ένας σεισμός- κάπου πολύ μακριά –αλλά αισθητός. Επιφανειακά  όλα δείχνουν γνωστά –η λέξη όμως;  Παράξενη, διφορούμενη απαιτεί προσοχή για καλύτερη σύλληψη της έννοιας. Έτσι λοιπόν αυτοί οι δύο ποιητές (και θα υπάρχουν κι άλλοι) χρησιμοποιούν αυτά τα δύο στοιχεία. Δεν φτάνει η ασάφεια των λέξεων, αλλά στα καλά των καθουμένων αναφέρονται σε μια πόλη άσχετη, γεγονός που για την Έμιλυ στοίχισε την υπόληψή της. Διότι αναφερόταν σε άγνωστα εξωτικά νησιά, που είχε επισκεφθεί ο George Gould* και η ερώτηση που εγείρετο ήταν: πώς ήταν σε θέση να γνωρίζει τα ονόματά τους, εάν δεν διατηρούσε αλληλογραφία με τον Gould; Για αυτό και πολλοί μελετητές κατέληξαν: « Ιδού ο άνδρας-έρωτας της ζωής της Ντίκινσον, που ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΟΥ εγκατέλειψε την κοινωνία»  αφού ο πατέρας της, έδιωξε τον νεαρό Gould από το σπίτι, κι αυτή θύμωσε τόσο που βρόντηξε την πόρτα της κι είπε εγώ δεν ξαναβγαίνω από το δωμάτιο μου! Εκείνο που δεν ξέρω είναι τι  θα πουν για τον Κωνσταντίνο,  –έτσι όπως πετάει το όνομα  μιας πόλης –το τρικ του –γιατί ξέρει ότι  το ξάφνιασμα πάντα γοητεύει. Έχουν οι ποιητές τα κόλπα τους να μας κρατούν προσηλωμένους στην ανάγνωση μια και δυο και τρεις φορές, να μας  ταρακουνούν για  να τρυπάμε τις λέξεις μέχρι να αντιληφθούμε την ακριβή τους έννοια,  γιατί όλες οι λέξεις της ποίησης είναι «απόκρημνες λέξεις» – όπως θα έλεγε η Διώνη Δημητριάδου – η οποία όμως δεν χρησιμοποιεί αυτή την μέθοδο γραφής. Έχει μια άλλη. Τη δικιά της.

Αλλά ας επιστρέψουμε σ’ αυτούς τους δύο που επιμένουν στην ασάφεια: η ‘Εμιλυ επί μονίμου βάσεως ενώ ο Κωνσταντίνος όταν τον βολεύει, όπως έκανε σ’ αυτό το ποίημά του- με τίτλο:

Γένος

Ορίστε η ασάφεια: Η λέξη Γένος έχει τις έννοιες της (είδος, κατηγορία, τύπος μορφής, (σόι) αντιπροσωπευτικός τύπος, καταγωγή, φυλή και  το γραμματικό είδος (αρσενικό, θηλυκό), μα εμείς συνεχίζουμε το διάβασμα χωρίς να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στην ακριβή έννοιά της. (αν όμως ο αναγνώστης συμπληρώσει την λέξη –γένος αρσενικού- θα κατανοήσει το ποίημα από την αρχή του και δεν θα έχει την ανάγκη να το διαβάσει 2-3 φορές. Άρα θα χάσει την ευκαιρία της μεγάλης αποκάλυψης των λέξεων στην πολλαπλή ανάγνωση για να θαυμάσουμε την σημαντικότητα ενός ποιήματος.

 Και πάμε στον πρώτο στοίχο:

Στο ασημένιο μπρίκι μου

Στο μπρίκι λοιπόν, δηλαδή  ένα μεγάλο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο με  δυο κατάρτια  που του επιτρέπει την χρήση πολλών πολυβόλων (αυτό να το λάβετε υπόψη σας σοβαρά). Το χρώμα  ασημί,  δηλαδή λευκόφαιο, σχεδόν άχρωμο, να μην γίνεται εύκολα αντιληπτό .

Σ’ αυτό το Μπρίκι «ιππεύει» ο Αργοναύτης – ήρωας τύπος warrior επί

τρία μερόνυχτα γήινου χρόνου

και οκτώ σεληνιακού,

ακόμα μία διακοπή. Έχουμε να κάνουμε με ηλιακό και σεληνιακό χρόνο. –ταρακούνημα και υπολογισμός-εγώ το βρήκα ως τρία χρόνια και οχτώ μήνες και σε όλο αυτό το χρόνο  νερά  και Άνεμοι να τσακίζουν δέντρα και μάντρες.

ένα ποτάμι κατέβαζε τον άνεμο ανατολικά  και τον τσάκιζε στο ασβέστινο τείχος ή στην ιτιά της αυλής./

ενώ ο ήρωας στον κόσμο του, χόρταινε αέρα.

Εγώ, καβάλα.

Τον άνεμο τον χόρτασα/

Μέχρι που παρουσιάστηκε η πριγκηπέσα όμορφη σαν νεράιδα/

έπειτα μια παραμυθία νεραϊδόσχημη,

κροκάλα γκρι μπλε,

μου ζέστανε την κοιλιά για μέρες/

(φτάνει ο Αύγουστος με την “ πριγκηπέσα ”  και τα πράγματα αλλάζουν. Οι λέξεις φλογισμένες απαστράπτουν ανακατεμένες με χρώμα,  φύση και κορμιά….

Τέλος τον Αύγουστο (αρχές) μου παραδόθηκε στην επιστροφή μου απ´ το ρέμα.

Τ’ αχαμνά μου έκαιγαν,

οι γωνιές με τις καβουρομάνες στο σάλιο του νεκρού,

έχασκαν πολύχρωμα όστρακα

θρυψαλισμένα,

σχιστόλιθοι και ιριδίζων βασάλτης/

Το κορμί της έκαιγε/

Η ζέστη του Αυγούστου κυριαρχεί. Αλλά ο ήρωας μας δεν αντιλαμβάνεται την ζέστη γιατί η  ματιά του είναι κολλημένη στα

αέναα στήθια και ηδύς ιδρός/

 ανεξάντλητος να τρέχει/

και φυσικά τρέχει. Όλα τέλεια κατανοητά με δυναμικές περιγραφές και μεταφορές

ευχάριστος από τις αισθήσεις,

λαξεμένο σπήλαιο στην εσοχή των βουνών,

υγρά/

αλλά συνομολόγησε τον πόθο και εβαπτίσθη/

μέχρι εδώ –μέλι γάλα-αμοιβαίος ο έρωτας. Τα πράγματα άλλαξαν όταν ο άνεμος έπεσε. Και όταν πέφτει ο άνεμος η ζέστη του Αυγούστου,  γίνεται πνιγηρή και πρέπει να ρίξουμε άγκυρα., και να εγκαταλείψουμε το σκάφος όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Δεν αντέχεται πλέον η μεξικάνικη έρημός με τόσες οχιές και καβούρια, τι να σου κάνουν οι λίγες νεράιδες….  Αφού…

Μόλις έπεσε ο άνεμος έπιασε η πηχτή ζέστη,

το σούρσιμο απ´ τις φολίδες της λιόχεντρας ηχηρό ως τα βαθιά πηγάδια,

ο ουρανός κίτρινος ανθρακί,

άνοιξα τα φτερά μου υγρές μεμβράνες να στεγνώσουν/

και γύρισα τα βλέφαρα αντεστραμμένα.

Οι βολβοί λευκοί και οι κόρες φευγάτες,

στραφτάλισαν το φως

και κατάπιαν το σκοτάδι/

Εκεί ιδού ο Νυμφίος,

αναλήφθηκα στην καμπύλη της σελήνης/

νεράιδες, οχιές, καβούρια εγκαταλείφθηκαν στη μεξικανική έρημο

κι έστω κι έτσι, 

και  ό ο ναυτίλος – warrior – εξέπνευσε-

με ξέπνοο πρωραίο,

ντυμένος το εφηβικό μου δέρας,

 αλλά τα νιάτα ξέρουν κι’ άλλα μονοπάτια . Παίρνουν τα βουνά.

ανοίχτηκα για την ορεινή Φωκίδα,

να ανταμώσω το γένος μου/

ΚΛ – 2013

Ένας ακόμη αρσενικός την έκανε, ενώ ο ποιητής έβγαλε ένα ακόμα αριστούργημα από τα σωθικά του φωνάζοντας στην έμπνευση, όπως η Ε.Ντ. «Take it all away and leave me the ecstasy of Creation

*Ο George Gould, από το χωριό της μητέρας της Έμιλυ, (Monson) ήταν φοιτητής στο Άμχερστ και φίλος του Austin, του αδελφού της. Συχνά τον προσκαλούσαν στο σπίτι για φαί και η συζήτηση κυλούσε πάντα προς την ποίηση-. Αυτός μιλούσε για Έμερσον  και Τέννυσον -γεγονός που γοήτευε την Έμιλυ και θύμωνε τον πατέρα της, Edward, ο οποίος επέμενε «η ποίηση δεν είναι ζωή»  για να ενημερώνει την Έμιλυ που έγραφε συνέχεια.  ‘Όταν η φιλία άρχισε να παίρνει την ροζ χροιά του ρομαντισμού ανάμεσα τους, λέγεται ότι πατέρας της Έμιλυ τον έδιωξε, επειδή τον θεωρούσε ακατάλληλο για γαμπρό. Ο νεαρός ήταν πολύ φτωχός, ήταν ρήτορας που κέρδισε όλα τα βραβεία της σχολής του 1850, τον ενδιέφερε και μίλαγε πολύ για   ποίηση και δεν έφταναν όλα αυτά αλλά εξελίχθηκε -στην εποχή της Αφύπνισης – ως έξοχος  Ιερέας όλα προσόντα προς απόρριψην για τον Πολιτικό, Edward Dickinson. Έτσι  τον πέταξε έξω από το σπίτι-ενώ η  Έμιλυ θυμωμένη έκλεισε με πάταγο την πόρτα του δωματίου της φωνάζοντας «αν δεν μ’ εμπιστεύεστε, δεν θα βγω ποτέ από το δωμάτιο μου»- το οποίο έκανε και όχι φυσικά για τον George Gould, αφού η Έμιλυ πάντα ερωτευόταν όταν συναντούσε κάποιον που είχε κάτι σημαντικό να πει- και γιατί όχι- κι έτσι ο George δεν ξαναπάτησε στο Αρχοντικό του Edward. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο  του Άμχεσρτ, πήγε στο Χάρβαρντ κι  έγινε γνωστός κι επιτυχημένος Ευαγγελιστής, αλλά όλα εις μάτην. Οι μνήμες της μεγάλης φτώχειας που υπέφερε ως παιδί του προκαλούσαν  μελαγχολίες που για να τις καταπολεμήσει, αφού πλέον ήταν οικονομικά άνετος,  έκανε διακοπές στα μακρινά εξωτικά νησιά του Ειρηνικού –ονόματα που αναφέρονταν στην ποίηση της Έμιλυ-και ιδού το τρανταχτό συμπέρασμα  των μελετητών –ότι στην  αλληλογραφία αποδεικνύεται ο έρωτας τους -κάτι που δεν το έλαβα  πολύ σοβαρά,- αφού η Έμιλυ στην ζωή της αλληλογράφησε με 2.400 άτομα-. Μερικοί μελετητές επιμένουν και  δεν διστάζουν να φέρουν το τελευταίο τους ατού. Όταν ο George Gould βρισκόταν στο κρεββάτι του θανάτου είπε στην γυναίκα του «η ζωή με απογοήτευσε…» (επειδή δεν παντρεύτηκε την Έμιλυ (;)) χωρίς να λάβουν υπόψη τους ότι και ποιόν δεν έχει απογοητεύσει -αφού  αυτό είναι το κόλπο της ζωής- να απογοητεύει,  κυρίως  τους Ευαγγελιστές κι αυτούς που καρφώνονται σε μια ιδέα και τα βλέπουν όλα από μια σκοπιά.  Πάντως η Έμιλυ χρησιμοποιούσε στην ποίησή της ξωτικά ονόματα νησιών έτσι όπως κάνει και ο Κωνσταντίνος με ευτυχώς πιο γνωστά μας ονόματα.

* Η Δέσποινα Λαλα Κριστ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αμερική λογοτεχνία, ψυχολογία και ιστορία. Παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Κριστ καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταφραστή ελληνικής λογοτεχνίας. Άλλα βιβλία της είναι τα εξής: Μυθιστορήματα: Νόστος (Κέδρος), Τα απομεινάρια του Θεού (Καστανιώτης). Παιδικά: Μια Μαργαρίτα (Κέδρος), Καπνός και Βλακείες (Κέδρος), Η ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων (Καστανιώτης). Για Νέους: Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω (Σύγχρονη Εποχή), Ένας μικρός Θεός περίσσεψε (Κέδρος). Κριτική: Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά (Καστανιώτης).

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2007) Το μυστικό της συγγραφέως, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Το ξωτικό, Περίπλους
(1999) Ένας μικρός Θεός περίσσεψε, Κέδρος
(1997) Τα απομεινάρια του Θεού, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Νόστος, Κέδρος
(1989) Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω, Σύγχρονη Εποχή
(1984) Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά, Εκδόσεις Καστανιώτη
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2002) Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, Αλεξάνδρεια

photo: Christian Thompson
Museum of Others (Othering the Anthropologist, Walter Baldwin Spencer)
2016
From the series Museum of Others
C-type print

Advertisements

Για τον Έρωτα (του Μαθιού Θαλασσινού)

 

i

Νάτοι οι αδήριτοι καιροί όπου οι οιονεί εραστές
οι τέλεια αγαπημένοι στην ιερότητα τους
σωπαίνουν υπο την κλίμακα του πραγματικού
Τουμπάνιασαν από την λύπη και τον ατέλειωτο νόστο
μια τεράστιας αιωνιότητας και μιας μέρας
θα φαγωθούν στον κανιβαλισμό του κυνικού
ανόσια γεύματα στην καθαρότητα του βίου

Δεν αντέχεται τόση ιερότητα
Ξεχάστε την

ii

Ο έρωτας σου είναι το πιο ανάξιο άνθος
μια πόα με τσαλακωμένα λουλούδια στην άκρη του κήπου σου

Ο έρωτας σου με καταστρέφει για να στήσει
την εικόνα της τρυφερότητας στο κεφάλι σου

Ο ερωτάς σου με πονά ο ερωτάς σου υποκρίνεται αδιαφορεί για εμένα σκληρά

Ο έρωτας σου με εγκαταλείπει για την υποταγή

Ο έρωτας σου με αφήνει μόνο σαν παιδί στο δάσος

Ο έρωτας σου με εξουθενώνει με βάζει να κλαίω
επάνω σε τραγούδια, δεν έχει καμία τρυφερότητα

Ο έρωτας σου βυσσοδομεί στο μυαλό μου
την λαχτάρα ενός έρωτα κανονικού
με αγέρι παράθυρα κουρτίνες φωτιές φρυκτωρίες μουσικές

Ο έρωτας σου αιώνες εικασίες και ψέματα
θα τον ονομάσω τα εις εαυτόν αμαρτήματα
εκατέρωθεν

iii

Μου αρέσει να μυρίζω τη τρυφερή σάρκα
να μου δώσεις ένα μαντήλι σου κάποτε
κάτι που να χει την ανάμνησή σου

θέλω να μεθύσω από τo κύπελλό σου
και να ουρλιάζεις ακατάληπτα τη λέξη σ αγαπώ

ιv

Υπαρξιακά με νοιάζει ο κόσμος και η απόδοση του
αυτό είναι μια ηδονή μια ευδαιμονία

η απόδοσή του η περιγραφή του ποιητικά

η ποίηση η γλώσσα αυτή
η φόρμα, ο κόσμος
είναι η φωνή μου
αυτή είναι η ευδαιμονία
που μου δόθηκε,η ηρεμία
ότι δε θα με βρει ο θάνατος ανερμάτιστο

Είσαι βέβαια Eσύ
«ο κολοσσιαίος ήλιος
με τους χορωδιακούς δακτυλίους»

ο έρωτας η νέα διάσταση
το σύμπαν από την αρχή
σαν μια έκρηξη νέα
σαν μια νίκη ολότελα απρόσμενη
σαν η επανάσταση να νίκησε

Μαθιός Θαλασσινός
Χειμώνας Άνοιξη 2016

Πηγή: Για τον Έρωτα

άτιτλο – Αθηνά Τιτάκη

Εικόνα

Ήταν κι οι φορές που τρόμαζε όταν η ιδιοτροπία της φύσης χώριζε τον κεραυνό από τη λάμψη του και η βροντή χτύπαγε μία μία τις πέτρες των τοίχων και τις ράγιζε. Τσούγκριζαν τα κρύσταλλα του πολυελαίου και τα ξύλα έτριζαν, έσπαζαν τα βάζα του καφέ και της ζάχαρης και τα κρόσσια των χαλιών χόρευαν σαν πλήκτρα πιάνου. Έβρισκε με δέος το κέντρο του σπιτιού, με τα χέρια ανοιχτά βαστούσε τα κύματα του αέρα που την κράδαναν, μαδούσαν τα ρούχα της στα μπράτσα και το στήθος κι έστεκε σαρωμένη μ’ ένα τρέμουλο γύρω απ’ τον αφαλό και το βλέμμα γυμνό της απόστασης. Όταν ο ήχος έλιωνε και οι δονήσεις κάθιζαν τα κάδρα στραβά στα καρφιά τους, εκείνη έβγαζε τα κουρέλια και ντυμένη μόνο το χνούδι της μάζευε ρετσίνι απ’ τον κορμό της μυγδαλιάς, γέμιζε τις ρωγμές της πέτρας κι άλειφε με το λάδι της ελιάς το χερούλι του γραμμοφώνου, τους καρπούς και τους αστραγάλους της. Πριν βάλει το δίσκο να παίζει άγγιζε τα αυλάκια του, κοιτούσε το πρόσωπό της στον εβένινο καθρέφτη του, κι ύστερα, με την μουσική να κλείνει τα ντουλάπια και να ισιώνει την κουπαστή της σκάλας, άφηνε τις χρυσόμυγες απ’ τα σπιρτόκουτα να συντονιστούν με τη μελωδία, να τεντώσουν τα τρίχινα πόδια τους και να γυμνάσουν τα γυαλιστερά φτερά τους.

photo: Francesca Woodman

 

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα (του Στρατή Φάβρου)

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Που ποτέ δεν σε φίλησα
Ιδανική ερωμένη στο νου μου σε κράτησα
Ήταν που ποτέ δεν σ΄αγάπησα;

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Με μιαν ελιά σου στο μάγουλο, μαγεμένη πορεία…

cropped-294543_10150325496633874_2127067964_n.jpg

Στρατής Φάβρος - Strates Fabbros

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Που ποτέ δεν σε φίλησα
Ιδανική ερωμένη στο νου μου σε κράτησα
Ήταν που ποτέ δεν σ΄αγάπησα;

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Με μιαν ελιά σου στο μάγουλο, μαγεμένη πορεία
μανταρίνι και άψινθο μες τα μάτια σου μέθυσα
το φιλί σου επόθησα , ω εσύ απωθημένη μαγεία

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Σε σπηλιάδων τρυφερών δροσάτο το κάλεσμα
θερινού γοργόφτερου ανέμου η άνασσα
Στο πυργάκι του φάρου νοερό το γυμνό μας αγκάλιασμα.

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα, του αγνώστου
Πως η μοίρα ξεγίνεται, και πως το φύλο
σου από μετάξι και γλύκα καραμέλας βουτύρου
θα μου χαρίσει το τρυφερό σου το κρίνο

Μικρή ξανθογάλαζη Θάλασσα, μανία και μέθεξη
Πως μοιάζεις στη Μαίριλυν, αύρα αιθέρια
παγωτό κρέμα γλυκασμός και ονείρωξη
την ηδονή σου ζητώ σε έρευνας μάταιης μιαν απόρροια

Μικρή ξανθογάλαζη θάλασσα
Αυταπάτη και κρίμα στο μυαλό που σε ντύνω
Και με λίγο Βοριά και Λεβάντε σαν κάλεσα
Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1 επιπλέον λέξη

Kριτική, Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες (e-περιοδικό Φρέαρ)

Kριτική, Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες (e-περιοδικό Φρέαρ).

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

Ενύπνια Ψιχίων

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκάλα υπηρεσίας (e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/10/blog-post_17.html

Η σκάλα υπηρεσίας είναι σε αχρηστία πλέον. Λόγω πρόσφατης ανακαίνισης των προσωπικών αρχών μας, αποφασίσαμε να απολύσουμε την Κάντια, την υπηρέτρια, παρόλο που διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα: φωτεινό χαμόγελο, ευέλικτους γοφούς, διακριτική υποτέλεια και άκρα αξιοζήλευτα σε σχέση με θέματα που άπτονται της στιβαρότητας — τα πόδια μας ενδιέφεραν κυρίως, διότι είχαμε ρητά αποφασίσει πως κάποιος, επιτέλους, θα ’πρεπε να στέκεται όρθιος εδώ μέσα. Αν και της δώσαμε τελικά το πασαπόρτι, ακολουθήσαμε, κατά την έξοδό της από την κύρια είσοδο, αξιοπρεπείς διαδικασίες, για λόγους καθωσπρεπισμού και ευγενείας, ενστερνιστήκαμε ύφος πένθιμο με συγκαλυμμένη βλοσυρότητα, λυπούμαστε ειλικρινά, της είπαμε, με χαμηλωμένο βλέμμα, όταν της χώναμε μαζί με το μηνιάτικο κι ένα λευκό μαντήλι με ξεραμένο αντίδωρο για πουρμπουάρ στην τσέπη (δεν είχαμε άλλα σταυρουδάκια), αν και προσωπικά είχα επισημάνει πως ίσως να ήταν υπερβολική η κίνηση για τα νεύρα της μητέρας, δεν  μοιραζότανε ποτέ τα εκκλησιαστικά παρασκευάσματα.John atkinson 6 Η Κάντια ήταν…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.180 επιπλέον λέξεις