η μοναξιά του «δύο»*

Μονάκριβή μου, εσύ…
η μοναξιά του «δύο»/
ένας ανίσχυρος ζυγός,
μες στο απειροσύνολο των πρώτων/
εσένα διαλέγω να σου διαβάζω τα ποιήματα για τις σκιές/
για τους αυτόχειρες στρατιώτες που γλιστρούσαν
μες το γαλάζιο αντιβούισμα σαν μέδουσες/
για μέρες που προέτρεχαν
σαν αποξεχασμένα χελιδόνια,
όπως στη θύελλα των απλοϊκών ρόδων,
μια έκπαγλη στερλίτσα καθρεφτίζει τη μυρωδιά της
στα κόκκινα βιτρώ/
τι τραγική ειρωνία!
κανείς να μην εμπλέκεται στην ερωτική αυτάρκεια,
για τα ζωντανεμένα οχυρά
και την αβεβαιότητα/
για τα σκληρά τους μέλη
όπως ίσιωναν και ξαναΐσιωναν,
ιερουργοί,
τα βρέφη στο θυσιαστήριο/
Είδες που ήρθαν
επτά ριπές από τα δυτικά
μαζί με το φρούριο που ξεχείλιζε
φακέλους;/
κι έψελναν στεντόρεια στη γέφυρα των στεναγμών
μια χορωδία ένδεκα ουσσάρων,
μα η ουσία μου διέφευγε από τις χαραμάδες τους σαν
φρέσκος μούστος/
κι ας είναι πάντα χειμώνας
κι ας αισθάνεσαι αδαής να καταπιείς το καταραμένο φίδι,
μην ανησυχείς!/
Δε φαίνεται να εξαφανίζεται η εικόνα των φοινίκων,
το γάργαρο γέλιο της Γερμανίδας τουρίστριας ή η αγάπη μας που καιγόταν σαν τα τροπικά δάση τον Αύγουστο/
Να εδώ, σου διαβάζω τα ποιήματα/
Επειδή ομνύω
να φυλάττω
τον γεννήτορα
χρόνο μας,
ως εαυτόν._

  • Πρώτοι, είναι όλοι οι φυσικοί αριθμοί, που διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και με την μονάδα. Μερικοί πρώτοι αριθμοί είναι π.χ. 2, 3, 5, 7, 11, 13, 17, 19, 23, 29, 31, 37, 41, 43, 47, κλπ. Όλοι οι πρώτοι είναι περιττοί αριθμοί εκτός του 2, που είναι ζυγός. Η ίδια η μονάδα, θεωρείται εξαίρεση και δεν κατατάσσεται ούτε στους πρώτους ούτε στους σύνθετους, για λόγους μαθηματικής συνέπειας με ένα σωρό θεωρήματα. Ας πούμε πρόχειρα επειδή μπορεί να διαιρείται πολλές φορές με τον εαυτό της, δίνοντας ίδιο αποτέλεσμα. Ένας άλλος λόγος ελαφρώς λιγότερο διαφωτιστικός αλλά μαθηματικά ορθός σημειώνεται από τον Tietze [1965], ο οποίος δηλώνει: Γιατί ο αριθμός 1 να αποτελεί εξαίρεση; Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο συχνά θέτουν τα σχολιαρόπαιδα, αφού όμως είναι θέμα ορισμού δεν είναι αμφισβητήσιμο…

photo: Ruth Maddison (born Australia 1945)
No title (Woman collecting a Christmas present from the car)
from the Christmas Holidays with Bob’s Family, Mermaid Beach, Queensland series
1977-78, printed 1979
Gelatin silver photograph, coloured pencils and fibretipped pen, ed. 1/5
National Gallery of Victoria
Purchased, 1980

ονειροκρίτης

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα «άσπρο άλογο»:
«μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει»/

ΚΛ – 25/07/2017

photoJerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann

υδρόλυση

Όλα τα χρόνια μου πλέουν ακέραια,
σ’ αυτή τη θάλασσα των οντολογικών
δεσμών/
ακόμη και οι παύσεις τους είναι διαρκώς παρούσες
– αν και κατάλευκες/
όταν αρχίζω να τις μετρώ,
οι τοίχοι φουσκώνουν
δίχως δόντια ή μόνο με μια μύτη χαρακτηριστική,
ή ένα νεύμα/
κι οι νύχτες γίνονται πιο
αλμυρές/
εγώ,
μόνο τους ώμους σου ζητώ
να λιώσουν στο στόμα,
και τις ίριδες να αποσπορίσουν
το έλασσον φτερούγισμα/
το ξέρω, ο χρόνος μου υδρολύεται διαρκώς/
μα δεν παλεύεται ο έρωτας
σε όποια ηλικία/
ΚΛ – 07/2017

photo: Ute Mahler
”Untitled’ from the series ‘Living Together’
1973

orwo DDR

Όσες στιγμές αντέχω,
είναι κείνες που ελευθέρωσα,
κι έτσι ελεύθερες με επισκέπτονται.
Τα εύθρυπτα χρόνια που σκάλιζαμε τον πάτο
στο λευκό αποικιακό κρεβάτι της αυλής
κι απαραίτητα
ένα βίντεο με τους δύο τους που ψιθυρίζαν/
όχι πως ξεχνιέται η φωνή,
ένα συνεχές μάντρα της κάθε μέρας/
Και το σπίτι όλο τ’ αποφεύγουμε.
Ενώ περνάει ένα νερουλάδικο που βρέχει το χώμα,
οι πόρτες ανοίγουν και βρίσκουμε εκεί
ένα πόδι η ένα χέρι που μας έλλειπε,
τα πεταχτά φιλιά κάτω απ’ τις ακούρευτες νερατζιές,
μια ελαφριά διάσειση
σε κάποιο φιλικό ή
στην αναμέτρηση με τα αστέρια/
τον κύριο Κοσμά που μας δίδασκε για τις Νεαρές
και τη Μαίρη που ρωτάει
πώς σκληραίνει το κορμί με τα χάδια,
το απόγευμα πίσω από τις πασχαλιές,
ο λαιμός της που μυρίζει σταφύλι/
το φύλο της,
που τρανώνει
σε μια επική υγρή κενότητα,
και επιδιώκει
να πυρποληθεί/
δεν έχουν οι άνθρωποι άκρη,
ούτε έχει άκρη η θάλασσα/
η θάλασσα μας ήταν πάντα
μια πράσινη αλάνα,
που ριγούσαν τα στάχια της ασπρόμαυρα
απαθανατισμένα
σε φιλμ Όρβο DDR.

photo: László Moholy-Nagy (1895-1946)
Once a Chicken, Always a Chicken
1925
Photomontage (halftone reproductions, paper, watercolor, and grapite) on paper
15 × 19 in.
Alice Adam, Chicago
© 2017 Hattula Moholy-Nagy/Artists Rights Society (ARS), New York/VG Bild-Kunst, Bonn

η πρόκα

Όλοι γερνάμε, όμως εσύ,

έτσι θα ήθελα να μεγαλώνεις:

γύρω από αυτή την πρόκα που σκουριάζει από καιρό

στο στήθος σου.

Κι όσο απλώνεσαι στο χρόνο,

τόσο να αψηφάς,

το δήγμα του σκορπιού των βράχων στο Ασπρομόντε,

τα αγριογούρουνα των Βαρδουσίων,

και κάθε χλιαρή αύρα

που στο παίζει θύελλα/

Κι όταν συντέμνεις τις τροχιές των άστρων,

να τους απαριθμείς

τις νύχτες μας στο Κρόιτσμπεργκ και στην Ούντερ ντεν Λίντεν,

σαν να ΄ταν φλοίδες πράσινο  σαπούνι/

κι εγώ να στέκω και να χτενίζω τον αφρό τους

καθώς το κενό θα καταπίνει

τη βύθιση του Ερμή στην πετσέτα του Ήλιου/

κι όλους τους συναφείς μετασχηματισμούς Γκαλιλέο.

Το ξέρω θα ‘ναι πάντα χειμώνας,

στο χώμα οι σκουρόχρωμοι σκίουροι θα

αποσυντίθενται σταθερά προς νιτρώδη/

κι όλα τα φίλια ποιήματα

θα ματώνουν καθώς θα βάλλονται

από εχθρικούς ποιητές/

κι ίσως να γίνεις ροζ και πορφυρή και άνιση

σαν καλυμνιώτικο κοράλλι σε σπηλιά/

κι η ίδια η πρόκα να ανθίσει κι αυτή

ώσπου να γίνει,

ένα ρόδο από σίδερο,

όμως σαν θα ‘μαστε μαζί,

το χρόνο λέω, μπορώ να τον σκοτώσω.

 

photo: Elliott Erwitt (American, born France 1928)
Cracked Glass with Boy, Colorado
1955, printed 1980
Gelatin silver print
Oklahoma City Museum of Art
Gift of Raymond W. Merritt

 

documenta στο Αλμπουκέρκι

    Σιγή αλμυρή και μεταλλική μέσα στον κλωβό, όπου ένας υγρός σπινθήρας Laser διηγερμένων διμερών -που απλώνεται σαν τεθλασμένο φίδι- καταφέρνει να ματώσει τη μασχάλη της έφηβης με την πλεονασματική τριχοφυία, ενώ επιχειρεί μια αποτρίχωση τρίχα τρίχα, μέσω ενός  ρομποτικού βραχίονα. Ο κλωβός είναι μια κονσέπτσουαλ ηχηρή δήλωση για το πως συνυπάρχει και αναπτύσσεται η αυτόχθονη παράδοση των Μεξικανών μέσα σε ένα ολιστικό και παγκοσμιοποιημένο σύμπαν, ΙοΤ (Internet of the Things). Μπορείς να πείς το όλον είναι σαν να έφτιαξε ένα τεκ υπόβαθρο η Μόνα Χατούμ πάνω σε τυπωμένα κυκλώματα επιχρωματισμένα από τον Ακριθάκη,  κι ενίσχυσε η Αμπράμοβιτς το φυλετικό, εθνολογικό περιβάλλον (επεκτείνοντας τη σλάβικη εμπειρία της, στις τελετές ενηλικίωσης των Αζτέκων): επομένως τοποθετείσαι τσίτσιδη εντός της ενσταλασιόν, ήδη τέσσερα εικοσιτετράωρα τώρα,  και διαβιοίς αυτάρκης, εσύ, μια δεκαεξάχρονη Χουάνα η Παρθένα που επέζησες από την εκκαθάριση στον τρίτο τόμο του 2066*, αρχικά δούλευες στη VW για 2 δολάρια μεροκάματο, έπειτα τύλιγες μπουρίτος στους γάμους και καθάριζες τις κιθάρες των Μαριάτσι, τέλος έγινες στρίπερ σε ένα κωλάδικο με το όνομα Φελίσιτι (και δεν ήσουν καθόλου Χουάνα και καθόλου Παρθένα πια). Επειδή ορισμένοι -κυρίαρχοι- γεννήτορές σου υπήρξαν κονκισταδόρες, είσαι καθολική και οριακά αναλφάβητη, ενώ το αζτέκικο αίμα παρατίθεται στα τατουάζ της κοιλιάς, στο περιμετρικό της αριστερής γάμπας και στο καμπύλο της γραμμής του στήθους σε σχήμα παραβολής με τα κοίλα άνω. Σκουπίζεις το αίμα από τη μασχάλη σου με τις ρώγες των δαχτύλων και το φέρνεις στα χείλη, ενώ ανασηκώνεις τη γυμνή λεκάνη σου ελαφρά, παραχωρώντας ευρεία θέα στους ελάχιστους φιλότεχνους μπανιστιρτζήδες που περιβάλλουν – τέτοια ώρα, σχεδόν χαράματα- τον κλωβό.  Η σημειολογία του κορμιού τα καταφέρνει εκεί που ο κλιματισμός αποτυγχάνει να στηρίξει την θερμοδυναμική ισορροπία των συσκευών: όλοι ιδρώνουν. Έπειτα τυλίγεσαι με μια ρόμπα, ξεστομίζεις ένα » – άι γαμήσου για αποτρίχωση στην τελική!», ανοίγεις μια πόρτα στα κάγκελα πατώντας ένα τεράστιο πράσινο μπουτόν, και κατευθύνεσαι προς την έξοδο ξυπόλητη. Όμως…δεν είσαι και η πρώτη! Η προηγούμενη ντύθηκε καλόγρια και πήγε να προσκυνήσει, σαν βουάρ, στην εγκατάσταση με το σιντριβάνι της Ιερής Καρδιάς της Ιωάννας της Λωραίνης στο δεύτερο επίπεδο, η προπροηγούμενη βγήκε κι αφού προπηλάκισε έναν εφημέριο που τη χάζευε, φόρεσε ένα λευκό σεντόνι, κι άρχισε να τραγουδά αυτοσχέδια γκόσπελ για το σιχτίρισμα των τραπεζών. Έπρεπε να το καταλάβει από την αρχή ο καλλιτέχνης: γενικά οι Μεξικάνες στρίπερς είναι φτηνές μεν, αναξιόπιστες δε…
Όπως ξημερώνει, ένα φως ξεχασμένο που αλήτευε στην έρημο όλη τη νύχτα μεταμφιεσμένο, λαμπαδιάζει τους κάκτους ενσωματώνοντας το μέλι του ήλιου, και φτάνει γραμμή ως το Αλμπουκέρκι. Αυτή δεν είναι έρημος! Είναι η φωτεινή πλευρά του Ερμή! Κι αυτό το ενεό αγριοτριαντάφυλλο που σαν να ντρέπεται που φυτρώνει στις ρόδες της εγκαταλειμμένης Καμάρο, έξω από το Μουσείο, είναι σαν ένα ματωμένο χελιδόνι, που κατασπαράχτηκε μόλις, από έναν κεραμιδόγατο. Ένας Έλληνας αρτ αφισιονάδο που ταξίδεψε ως εδώ για να σε δεί, καθώς βλέπει τον ήλιο να σε ζωγραφίζει μέσα από τη διάφανη ρόμπα σου, ονειρεύεται πως ταξιδεύει τον 3ο αιώνα π.Χ. με μια τριήρη από τον Τάραντα στη Ρόδο με εμπορεύματα, και τη στιγμή που μπαίνει στο λιμάνι -αντί του κολοσσού-  το πλοίο περνάει κάτω από τα πόδια σου. Ξαπλώνει ανάσκελα στο χώμα και κάνει μια ασαφή κίνηση (μάλλον για να παραμερίσει το ιστίο) Κι εσύ, σαν να καταλαβαίνεις, τον δρασκελίζεις αγέρωχη σε αργή κίνηση, και απομακρύνεσαι προς την πιάτσα των ταξί. Όσο για την ενσταλασιόν- μπορεί να πει κανείς με σιγουριά- ας πάει στο γεροδιάολο._

*αναφορά στη ιστορία με τους φόνους των Μεξικανών κοριτσιών από το γνωστό βιβλίο του Μπολάνιο

photo: Manuel Alvarez Bravo

La buena fama durmiendo (The Good Reputation Sleeping)

1939

20.3 x 25.4 cm

Candy darling

 

(απ’ τις αμαρτίες μας, δεν είχε ο δρόμος άκρη*)

Τούτο το φύλο
-αυτοφυές και παράξενο-
από την Καρταχένα ντε Ίντιας
ως το Βάλπαραΐσο,
έγινε ο ιδρώτας μας/
κι από τις αμαρτίες μας
δεν είχε ο δρόμος άκρη*/
κι η γεύση του στυφή,
σαν μίσχος από χρυσάνθεμο/
στην ακμή του λευκού του σύμπαντος,
ένας ήχος μαύρος,
από γυαλισμένα βότσαλα/
στο λαιμό μου τον φέρω,
ένα φάντασμα της ανάσας
της,
δυο βδομάδες, διαρκώς
σε βαθειά καταβύθιση,
και όσες λέξεις δεν ειπώθηκαν,
τότε/
ένας σκύλος που πέρασε –
πάει κιόλας μήνας –
με τα μάτια του έγλυφε
τα περάσματά μου,
στων γλυπτών ενυπνίων τα στρώματα/
έτσι καθώς φύεται
ο δροσερός, των γλάρων
αντίλαλος,
από το παθητικό κορμί της
ορίστηκε
ο έρωτας άφυλος,
κι η παθογόνος πανσέληνος,
ελαφριά ιπταμένη/
φυγοδικεί έκτοτε
η ζεστή ψυχή της,
στα επιτάφια,
νυχτερινά
κυκλάμινα του Απρίλη/

*κι απ’ τις αμαρτίες μας, δεν είχε ο δρόμος άκρη (στίχος απ’ την Οδύσσεια)

photo: Peter Hujar
Candy Darling on Her Deathbed
1973
Gelatina de plata
Colección de Richard and Ronay Menschel
© The Peter Hujar Archive, LLC. Cortesía Pace/MacGill Gallery, Nueva York, and Fraenkel Gallery, San Francisco

https://en.wikipedia.org/wiki/Candy_Darling

 

 

Καζαντζίδης/ purple rose

     Το ξημέρωμα της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1985, ανήμερα Αγίου Πνεύματος, κι ενώ θερμές αέριες μάζες από την Αφρική στροβίλιζαν το χώμα στην περιοχή Μασταμπά,  ένα σκουπιδιάρικο του Δήμου Ηρακλείου, φορτώνοντας έναν από τους καινούργιους κάδους που βρισκόταν μπροστά από το θερινό σινεμά «Ρομάντικα», εγκατέλειψε τη μάχη για την καθαριότητα, με έναν παραπονιάρικο αναστεναγμό, πληγωμένο από βαριά βλάβη (στον ιμάντα του εκκεντροφόρου). Στην βαθιά ησυχία που ακολούθησε το σαματά που έκανε ο ντίζελ κινητήρας, ακούστηκαν τα πρώτα τριζόνια της μέρας, ένας κόκορας από μια διπλανή μάντρα οικοδομικών υλικών εντός της οποίας είχε χαραχθεί με κοτετσόσυρμα ένα ισχνό κοτέτσι, και η φωνή του πίσω αριστερά σκουπιδιάρη, που τραγουδούσε με περίσσιο ντέρτι : «-Υπάρχω, κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω/ σκλάβα τη ζωή σου θα’ χω/ κι ας βαδίζουμε σε δρόμους χωριστούς…» Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου, φάνηκε να ξεπροβάλλει μέσα από τον θεόρατο κάδο, ένα χέρι λευκό και εύθρυπτο σαν τσιγαρόχαρτο, με λεπτογραμμένα δάχτυλα . Στο μεσαίο δάχτυλο  είχε περασμένο ένα δαχτυλίδι με ζιργκόν κι από την παλάμη, που ήταν γυρισμένη προς τα κάτω,  ήταν ολοφάνερο πως έλειπε ολότελα – σα να είχε σβηστεί με μια γομολάστιχα-  η γραμμή της ζωής• επιπλέον, τα δάχτυλα δεν έφεραν καθόλου δακτυλικά αποτυπώματα. Ενώ ο οδηγός και ο πίσω δεξιά υπάλληλος του δήμου άρχισαν να ιδρώνουν άφωνοι και συγκλονισμένοι, βέβαιοι πως το κορμί όπου ανήκε το χέρι ήταν άψυχο,  ο πίσω αριστερά με ένα απρόβλεπτο γύρισμα της φωνής, συνέχισε να τραγουδάει αμέριμνος: «-σα να’ μαι αγριολούλουδο και τη ζωή μου κόοοψε…» Εκεί στο ρεφραίν, το χέρι άρχισε να κινείται, και έπειτα από λίγο – και αφού παραμέρισε, μερικά χαρτόκουτα, συσκευασίες από πατατάκια και μια σκισμένη αφίσα της ταινίας “The Purple Rose of Cairo”- που έπαιζε το σινεμά την προηγούμενη εβδομάδα- αναδύθηκε από το σωρό μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά, φακίδες και παράξενο ντύσιμο, εντυπωσιακά καθαρή και μοσχομυριστή, σα να μην είχε περάσει τη νύχτα μέσα σε ένα κάδο σκουπιδιών, αλλά σε ένα λιβάδι με φασκόμηλα. Ξανά οδηγός και ο πίσω δεξιά υπάλληλος έμειναν άφωνοι (μαζί με τον κόκορα, που ότι ήταν να πει το είπε). Ξανά ο πίσω αριστερά, με ανεπαίσθητες αλλαγές, άλλαξε απλά κλίμακα και τραγούδι: » Στο θολωμένο μου μυαλό/ο κόσμος είναι μια σταλιά/ κάτι σκιές απ’ τα παλιά/και κάποιο πάθος μου τρελό….» Ξαφνικά από το φορτηγό, ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο σαν γυαλί που τρίβεται πάνω σε πέτρα, που τους κινητοποίησε, και παρότι οι βραχίονες είχαν σταματήσει σε μια παράδοξη γωνία κι ο κάδος είχε κολλήσει στην ψηλότερη θέση του μηχανισμού ανύψωσης,  κατάφεραν και στήριξαν την κοπέλα στους ώμους τους και τη βοήθησαν να κατέβει. Αυτή τεντώθηκε, ξεσκονίστηκε, ίσιωσε το μπολερό της, το κλος καπελάκι της, τους χαμογέλασε, λέγοντας: θένκς γκάις! και κατευθύνθηκε με χάρη προς το σινεμά, αφήνοντας πίσω της μια ροδαλή αύρα και μια μυρωδιά σοκολάτας γάλακτος. Εκείνη τη στιγμή μια ανεπαίσθητη σεισμική δόνηση του τόξου του νοτιοανατολικού αιγαίου, μετακίνησε τη σκουπιδιάρα ελαφρά περί του άξονα, και την έθεσε σε χαλαρή ταλάντωση, με αποτέλεσμα ο ένας βραχίονας να κρεμάσει απότομα και ο κάδος να πάρει μια χαριτωμένη στροφή προς τα κάτω, αδειάζοντας το μισό περιεχόμενο στο δρόμο, ενώ από ένα μουχλιασμένο μαξιλάρι ενός σκαμπό που ήταν πεταμένο στον κάδο, άνοιξε ένας μεταξωτός θύλακας, ελευθερώνοντας μιλιούνια μικρές αράχνες, που έφυγαν αμέσως τρεκλίζοντας, προς την κατεύθυνση του κοριτσιού. Και παρότι το φως όλο και δυνάμωνε, στη γραμμή που βάδιζαν οι αράχνες, εξαφανίζονταν τα χρώματα, και τη θέση τους έπαιρνε ένα διακριτικό νουάρ με υψηλή αντίθεση και μαλακή καμπύλη γ.  Ο πίσω αριστερά, άρχισε πάλι: « – Νυχτερίδες και αράχνες γλυκιά μου, έχουν στήσει φωλιά» ενώ το κορίτσι ήταν ήδη άφαντο, το «Ρομάντικα» είχε γίνει ασπρόμαυρο κι η αφίσα της ταινίας, αναφλεγόταν μυστηριωδώς και γινόταν παρανάλωμα εντός μερικών δευτερολέπτων.

δέρμα

Το ξέρω καλά τούτο το δέρμα:
όριο του πρώτου έρωτα και των εφηβικών ειρμών
έτσι όπως ανάβουν
τις νύχτες
οι βουβές ιτιές,
και τα ακροϋπνια των γλάρων/
στην φαιά έκταση των αδύναμων στίχων μου
δεμένο,
στα γράδα του με λαιμαριές,
το φόρεσα,
ενώ ξίδιαζε ανήμπορο
-προτού οινοποιηθεί-
κάποιο μεσημέρι
καθώς αναμετριόταν
με το εναλλακτικό κορμί μου/
άνοιξη του ’81,
κι ο καιρός
κατέρρε στη νιότη του/

photo: Robert Doisneau
Mademoiselle Anita
1951
© Atelier Robert Doisneau, 2016

εγκιβωτισμός XIV/ Ιερώνυμος Μπος

Το Σάββατο πριν την Κυριακή της Ορθοδοξίας, συναντήθηκε ξανά με εκείνο το όνειρο: την ανάβαση του λόφου μες στη νύχτα, ενώ ήταν γυμνός και τα πέλματά του βούλιαζαν ενοχλητικά και επίμονα στη διψασμένη λάσπη. Ανεβαίνοντας με ταχύ ρυθμό, και ενώ του φαινόταν ότι πλάταινε το σκοτάδι σε κάθε μικρή στάση για αναπνοή, παρατήρησε ότι οι φωτιές στην κοιλάδα από κάτω δεν ήταν διάχυτες παρά εντοπισμένες σε κάποιες περιοχές, πες καμιά δεκαριά, κι ότι αν μισόκλεινες τα μάτια, ξεχώριζαν μέσα από την ομίχλη σαν πληγές πάνω στο κορμί ενός πυροβολημένου κόρακα. Τα υπόλοιπα ήταν όπως τα θυμόταν από άλλες φορές. Τα χερουβείμ με τα αντεστραμμένα φτερά, τα τομάρια των ζώων μετά την εκδορά απλωμένα στις μύγες, αρουραίοι με μπουτάκια μικρών παιδιών και κουδουνίστρες, φίδια – πέη που εισχωρούσαν σε αφράτα Ολλανδικά βυζιά, κλπ. Αυτή η εικόνα της κόλασης που ανακαλούσε, ήταν αποτέλεσμα καλλιέργειας και κλασσικής παιδείας. Γυρίζοντας την Ευρώπη, ένας μπον βιβέρ όπως παρέμενε σε όλη του τη ζωή, ένας απόλυτος μπατίρης των Τεχνών ταπεινότατης καταγωγής και με γονείς εργάτες, έκανε δουλειές του ποδαριού κι έτρωγε και την τελευταία του δεκάρα για να θαυμάζει στα μουσεία του κόσμου πχ τους Φλαμανδούς – και συγκεκριμένα τον Ιερώνυμο Μπος – και στη Βιέννη και στις Βρυξέλλες και στο Λονδίνο (και φυσικά στο Παρίσι). Τι όμορφο που οι πίνακές του Μπος είχαν εγκαταλείψει τη σιωπηλή του αγροικία και τους ανεμόμυλους και είχαν πάρει το δρόμο της οικουμένης, ταξιδεύοντας ιλιγγιωδώς – μέσω των αυλών των φεουδαρχών -τρίζοντας και με σαράκι ληστρικό ορισμένοι, συνομιλώντας με τις γυναικείες πλάτες κάποιοι άλλοι, ιδίως τα τρίπτυχα ( σε μια λογική παραβατικότητας και ένοχου πάθους ) στοιχειώνοντας ενήλικα και ανήλικα κρεβάτια οι περισσότεροι, και στέλνοντας φορτωσιές πιστών και απελπισμένων, μα στην ουσία φοβισμένων ανθρώπων, στις εκκλησίες. Ένας ημιάγριος του Αμαζονίου – αν υπάρχουν πλέον τέτοιοι άνθρωποι στον πλανήτη- καθόλου δε θα μασούσε με όλο αυτό το μεσαιωνικό τσίρκο. Η κόλασή του θα ήταν μινιμαλιστική και στυφή, πχ το στομάχι μιας ανακόντας όπως θα έκλεινε σιωπηλά γύρω από κεφάλι του. Κι η χώνεψή της θα ταυτιζόταν με το γυναικείο οργασμό. Τα πράγματα για κείνον θα ήταν ξεκάθαρα. H λύτρωση από το βάρος της ύπαρξης και η ερωτική έκσταση, πάντοτε ήταν ταυτόσημα σε πρωτεϊκούς πολιτισμούς, όπου ο φόβος του θανάτου ήταν ένας ακόμη φόβος, και όχι ο Απόλυτος και Κυρίαρχος. Έτσι εκείνοι οι ακαλλιέργητοι, πριν τον Κολόμβο, δεν ένιωθαν την ανάγκη να αντικαταστήσουν τους Αναρίθμητους Κατασκευασμένους Θεούς τους με τον Ένα και Μοναδικό, Αληθινό Θεό.

photo: Tod Browning (director)
Freaks (Olga Baclanova as Cleopatra after her transformation into chicken woman)
1932
Still photograph