ονοματολογία

Το βάρος στα πράγματα,
είναι ένας γενέθλιος τίτλος/
μάταια αγωνίζομαι να τον εξηγήσω σήμερα,
σε ανθρώπους και καθεστώτα, 
που καταρρέουν ανώνυμα/
κι αν επιμένεις να με ονομάζεις όπως τον άτιτλο έρωτα,
έναν ιστό που ονειρεύεται την ευθεία,
ή πολύ πιο πικρά,
όπως τη χρονική ανάπαυλα της κενότητας,
σε μια στιγμή απόλυτης εκπλήρωσης,
δε θα καταλαβαίνω
τους φθογγους,
τη φωνή,
το χρώμα των δοντιών,
τη νύχτα που έρχεται και φεύγει/
επειδή:
πες μου τώρα,
ΤΙ είναι νύχτα;
τα μάτια που τυφλώνονται
απ την υγρότητα των ώμων;
μα μόνο τα μαλλιά σου θα είναι για πάντα,
εκείνη η επίσχεση του κορμιού από μια πράσινη γόμα,
καρφωμένη στην καρδιά
οκτώ φορές
με ραπιντογράφο 0.5
καθώς ο ήλιος στην έδρα του
θα ξεφτιλίζεται/
χρόνια μετά από την άγρυπνη θύελλα
– κι ενώ θα χωρίζουμε ξανά και ξανά στο λιμάνι –
το δέρμα μου ακόμη θα στοιχειομετρεί τους αναιμικούς μουσώνες σου,
κι οι άυλες δίδυμες του θυρωρού,
θα συνεχίζουν να χάνονται,
η μία μες στης άλλης το όνειρο,
μέχρι να ξυπνήσουν άλλες,
ή η ίδια/
ΚΛ – 29/09/2017

photo: Patrick Pound (New Zealander/Australian 1962- )
The entrants (detail)
2016-17
Site specific installation comprising objects collected by the artist and works from the NGV Collection
Courtesy of the artist, Station, Melbourne, Stills Gallery, Sydney, Hamish McKay Gallery, Wellington and Melanie Roger Gallery, Auckland
© Patrick Pound

Advertisements

το αχαρτογράφητο cogito* (στη Φωτεινή)

Αξίζει που και που
να απαριθμούμε
τα αναρίθμητα κύματα,
το φως των άστρων μεγεθυμένο 
σα να ναι πρωί,
κι εκείνα τα κορίτσια με το μικρό τριανταφυλλάκι στην κοιλιά,
που όλο φυλλομετρούν
τα πέταλα,
προς την αμήχανη καρδιά του άνθους τους/
γλυκά και ρόδινα κι αιχμηρά
όπως ετοιμάζονται
να τυλιχτούν,
στη σκοτεινή προβιά
του έρωτα
και των λυγμών του.
ΚΛ – 28/08/2017

(*το καρτεσιανό υποκείμενο, η συνείδηση της ύπαρξης, ο εαυτός)

photo: Louise Lawler
Monogram
1984
Silver dye bleach print
39 1/2 × 28″ (100.3 × 71.1 cm)
Courtesy the artist and Metro Pictures, New York
© 2017 Louise Lawler

το φιλικό ιξώδες

Ήρθαν κι οι θάλασσες,
πικρές κι ανάλατες
σαν μια
προσομοίωση. 
Και μίλαγαν στο χώμα
πιο τρυφερά κι από της
μάνας
το αφηρημένο χάδι.
Μα τι ήταν εκείνο που έπρεπε να θυμηθώ;
Πώς ξεφούσκωσε, μέσα στης νύχτας τη ζάχαρη,
μια ιδέα απλή,
κι έγινε ένα ζαρωμένο παλίμψηστο
που χλωμό αναβοσβήνει,
σταθερά και παράξενα,
πάνω στην κοιλιά μου,
σαν εκείνο το φάρο,
στη στροφή,
μετά τα βράχια;
-Δε θα βυθιστώ,
σου λέω όταν απελπίζομαι,
και ζω και τεντώνομαι και χωνεύω
σαν φίδι
που μεγαλώνει μόνο στο μάκρος του,
τόσο ευθύς
ώστε να μην
διατρέχω καν τον χρόνο,
ακίνητος
κι ανάλαφρος,
να επιπλέω πάνω του
είτε σαν πουλί
είτε σαν ψάρι/
αυτό ακριβώς,
το φιλικό ιξώδες,
είναι που μας σώζει/

ΚΛ -09/08/2017

photo: Peta Clancy (Born 1970, Melbourne, Vic, Lives and works Melbourne, Vic)
Fissures in time (L to R) #3 #1 #2 #4
2017
Archival pigment prints
Courtesy the artist

η μοναξιά του «δύο»*

Μονάκριβή μου, εσύ…
η μοναξιά του «δύο»/
ένας ανίσχυρος ζυγός,
μες στο απειροσύνολο των πρώτων/
εσένα διαλέγω να σου διαβάζω τα ποιήματα για τις σκιές/
για τους αυτόχειρες στρατιώτες που γλιστρούσαν
μες το γαλάζιο αντιβούισμα σαν μέδουσες/
για μέρες που προέτρεχαν
σαν αποξεχασμένα χελιδόνια,
όπως στη θύελλα των απλοϊκών ρόδων,
μια έκπαγλη στερλίτσα καθρεφτίζει τη μυρωδιά της
στα κόκκινα βιτρώ/
τι τραγική ειρωνία!
κανείς να μην εμπλέκεται στην ερωτική αυτάρκεια,
για τα ζωντανεμένα οχυρά
και την αβεβαιότητα/
για τα σκληρά τους μέλη
όπως ίσιωναν και ξαναΐσιωναν,
ιερουργοί,
τα βρέφη στο θυσιαστήριο/
Είδες που ήρθαν
επτά ριπές από τα δυτικά
μαζί με το φρούριο που ξεχείλιζε
φακέλους;/
κι έψελναν στεντόρεια στη γέφυρα των στεναγμών
μια χορωδία ένδεκα ουσσάρων,
μα η ουσία μου διέφευγε από τις χαραμάδες τους σαν
φρέσκος μούστος/
κι ας είναι πάντα χειμώνας
κι ας αισθάνεσαι αδαής να καταπιείς το καταραμένο φίδι,
μην ανησυχείς!/
Δε φαίνεται να εξαφανίζεται η εικόνα των φοινίκων,
το γάργαρο γέλιο της Γερμανίδας τουρίστριας ή η αγάπη μας που καιγόταν σαν τα τροπικά δάση τον Αύγουστο/
Να εδώ, σου διαβάζω τα ποιήματα/
Επειδή ομνύω
να φυλάττω
τον γεννήτορα
χρόνο μας,
ως εαυτόν._

  • Πρώτοι, είναι όλοι οι φυσικοί αριθμοί, που διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και με την μονάδα. Μερικοί πρώτοι αριθμοί είναι π.χ. 2, 3, 5, 7, 11, 13, 17, 19, 23, 29, 31, 37, 41, 43, 47, κλπ. Όλοι οι πρώτοι είναι περιττοί αριθμοί εκτός του 2, που είναι ζυγός. Η ίδια η μονάδα, θεωρείται εξαίρεση και δεν κατατάσσεται ούτε στους πρώτους ούτε στους σύνθετους, για λόγους μαθηματικής συνέπειας με ένα σωρό θεωρήματα. Ας πούμε πρόχειρα επειδή μπορεί να διαιρείται πολλές φορές με τον εαυτό της, δίνοντας ίδιο αποτέλεσμα. Ένας άλλος λόγος ελαφρώς λιγότερο διαφωτιστικός αλλά μαθηματικά ορθός σημειώνεται από τον Tietze [1965], ο οποίος δηλώνει: Γιατί ο αριθμός 1 να αποτελεί εξαίρεση; Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο συχνά θέτουν τα σχολιαρόπαιδα, αφού όμως είναι θέμα ορισμού δεν είναι αμφισβητήσιμο…

photo: Ruth Maddison (born Australia 1945)
No title (Woman collecting a Christmas present from the car)
from the Christmas Holidays with Bob’s Family, Mermaid Beach, Queensland series
1977-78, printed 1979
Gelatin silver photograph, coloured pencils and fibretipped pen, ed. 1/5
National Gallery of Victoria
Purchased, 1980

ονειροκρίτης

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα «άσπρο άλογο»:
«μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει»/

ΚΛ – 25/07/2017

photoJerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann

υδρόλυση

Όλα τα χρόνια μου πλέουν ακέραια,
σ’ αυτή τη θάλασσα των οντολογικών
δεσμών/
ακόμη και οι παύσεις τους είναι διαρκώς παρούσες
– αν και κατάλευκες/
όταν αρχίζω να τις μετρώ,
οι τοίχοι φουσκώνουν
δίχως δόντια ή μόνο με μια μύτη χαρακτηριστική,
ή ένα νεύμα/
κι οι νύχτες γίνονται πιο
αλμυρές/
εγώ,
μόνο τους ώμους σου ζητώ
να λιώσουν στο στόμα,
και τις ίριδες να αποσπορίσουν
το έλασσον φτερούγισμα/
το ξέρω, ο χρόνος μου υδρολύεται διαρκώς/
μα δεν παλεύεται ο έρωτας
σε όποια ηλικία/
ΚΛ – 07/2017

photo: Ute Mahler
”Untitled’ from the series ‘Living Together’
1973

orwo DDR

Όσες στιγμές αντέχω,
είναι κείνες που ελευθέρωσα,
κι έτσι ελεύθερες με επισκέπτονται.
Τα εύθρυπτα χρόνια που σκάλιζαμε τον πάτο
στο λευκό αποικιακό κρεβάτι της αυλής
κι απαραίτητα
ένα βίντεο με τους δύο τους που ψιθυρίζαν/
όχι πως ξεχνιέται η φωνή,
ένα συνεχές μάντρα της κάθε μέρας/
Και το σπίτι όλο τ’ αποφεύγουμε.
Ενώ περνάει ένα νερουλάδικο που βρέχει το χώμα,
οι πόρτες ανοίγουν και βρίσκουμε εκεί
ένα πόδι η ένα χέρι που μας έλλειπε,
τα πεταχτά φιλιά κάτω απ’ τις ακούρευτες νερατζιές,
μια ελαφριά διάσειση
σε κάποιο φιλικό ή
στην αναμέτρηση με τα αστέρια/
τον κύριο Κοσμά που μας δίδασκε για τις Νεαρές
και τη Μαίρη που ρωτάει
πώς σκληραίνει το κορμί με τα χάδια,
το απόγευμα πίσω από τις πασχαλιές,
ο λαιμός της που μυρίζει σταφύλι/
το φύλο της,
που τρανώνει
σε μια επική υγρή κενότητα,
και επιδιώκει
να πυρποληθεί/
δεν έχουν οι άνθρωποι άκρη,
ούτε έχει άκρη η θάλασσα/
η θάλασσα μας ήταν πάντα
μια πράσινη αλάνα,
που ριγούσαν τα στάχια της ασπρόμαυρα
απαθανατισμένα
σε φιλμ Όρβο DDR.

photo: László Moholy-Nagy (1895-1946)
Once a Chicken, Always a Chicken
1925
Photomontage (halftone reproductions, paper, watercolor, and grapite) on paper
15 × 19 in.
Alice Adam, Chicago
© 2017 Hattula Moholy-Nagy/Artists Rights Society (ARS), New York/VG Bild-Kunst, Bonn

η πρόκα

Όλοι γερνάμε, όμως εσύ,

έτσι θα ήθελα να μεγαλώνεις:

γύρω από αυτή την πρόκα που σκουριάζει από καιρό

στο στήθος σου.

Κι όσο απλώνεσαι στο χρόνο,

τόσο να αψηφάς,

το δήγμα του σκορπιού των βράχων στο Ασπρομόντε,

τα αγριογούρουνα των Βαρδουσίων,

και κάθε χλιαρή αύρα

που στο παίζει θύελλα/

Κι όταν συντέμνεις τις τροχιές των άστρων,

να τους απαριθμείς

τις νύχτες μας στο Κρόιτσμπεργκ και στην Ούντερ ντεν Λίντεν,

σαν να ΄ταν φλοίδες πράσινο  σαπούνι/

κι εγώ να στέκω και να χτενίζω τον αφρό τους

καθώς το κενό θα καταπίνει

τη βύθιση του Ερμή στην πετσέτα του Ήλιου/

κι όλους τους συναφείς μετασχηματισμούς Γκαλιλέο.

Το ξέρω θα ‘ναι πάντα χειμώνας,

στο χώμα οι σκουρόχρωμοι σκίουροι θα

αποσυντίθενται σταθερά προς νιτρώδη/

κι όλα τα φίλια ποιήματα

θα ματώνουν καθώς θα βάλλονται

από εχθρικούς ποιητές/

κι ίσως να γίνεις ροζ και πορφυρή και άνιση

σαν καλυμνιώτικο κοράλλι σε σπηλιά/

κι η ίδια η πρόκα να ανθίσει κι αυτή

ώσπου να γίνει,

ένα ρόδο από σίδερο,

όμως σαν θα ‘μαστε μαζί,

το χρόνο λέω, μπορώ να τον σκοτώσω.

 

photo: Elliott Erwitt (American, born France 1928)
Cracked Glass with Boy, Colorado
1955, printed 1980
Gelatin silver print
Oklahoma City Museum of Art
Gift of Raymond W. Merritt

 

documenta στο Αλμπουκέρκι

    Σιγή αλμυρή και μεταλλική μέσα στον κλωβό, όπου ένας υγρός σπινθήρας Laser διηγερμένων διμερών -που απλώνεται σαν τεθλασμένο φίδι- καταφέρνει να ματώσει τη μασχάλη της έφηβης με την πλεονασματική τριχοφυία, ενώ επιχειρεί μια αποτρίχωση τρίχα τρίχα, μέσω ενός  ρομποτικού βραχίονα. Ο κλωβός είναι μια κονσέπτσουαλ ηχηρή δήλωση για το πως συνυπάρχει και αναπτύσσεται η αυτόχθονη παράδοση των Μεξικανών μέσα σε ένα ολιστικό και παγκοσμιοποιημένο σύμπαν, ΙοΤ (Internet of the Things). Μπορείς να πείς το όλον είναι σαν να έφτιαξε ένα τεκ υπόβαθρο η Μόνα Χατούμ πάνω σε τυπωμένα κυκλώματα επιχρωματισμένα από τον Ακριθάκη,  κι ενίσχυσε η Αμπράμοβιτς το φυλετικό, εθνολογικό περιβάλλον (επεκτείνοντας τη σλάβικη εμπειρία της, στις τελετές ενηλικίωσης των Αζτέκων): επομένως τοποθετείσαι τσίτσιδη εντός της ενσταλασιόν, ήδη τέσσερα εικοσιτετράωρα τώρα,  και διαβιοίς αυτάρκης, εσύ, μια δεκαεξάχρονη Χουάνα η Παρθένα που επέζησες από την εκκαθάριση στον τρίτο τόμο του 2066*, αρχικά δούλευες στη VW για 2 δολάρια μεροκάματο, έπειτα τύλιγες μπουρίτος στους γάμους και καθάριζες τις κιθάρες των Μαριάτσι, τέλος έγινες στρίπερ σε ένα κωλάδικο με το όνομα Φελίσιτι (και δεν ήσουν καθόλου Χουάνα και καθόλου Παρθένα πια). Επειδή ορισμένοι -κυρίαρχοι- γεννήτορές σου υπήρξαν κονκισταδόρες, είσαι καθολική και οριακά αναλφάβητη, ενώ το αζτέκικο αίμα παρατίθεται στα τατουάζ της κοιλιάς, στο περιμετρικό της αριστερής γάμπας και στο καμπύλο της γραμμής του στήθους σε σχήμα παραβολής με τα κοίλα άνω. Σκουπίζεις το αίμα από τη μασχάλη σου με τις ρώγες των δαχτύλων και το φέρνεις στα χείλη, ενώ ανασηκώνεις τη γυμνή λεκάνη σου ελαφρά, παραχωρώντας ευρεία θέα στους ελάχιστους φιλότεχνους μπανιστιρτζήδες που περιβάλλουν – τέτοια ώρα, σχεδόν χαράματα- τον κλωβό.  Η σημειολογία του κορμιού τα καταφέρνει εκεί που ο κλιματισμός αποτυγχάνει να στηρίξει την θερμοδυναμική ισορροπία των συσκευών: όλοι ιδρώνουν. Έπειτα τυλίγεσαι με μια ρόμπα, ξεστομίζεις ένα » – άι γαμήσου για αποτρίχωση στην τελική!», ανοίγεις μια πόρτα στα κάγκελα πατώντας ένα τεράστιο πράσινο μπουτόν, και κατευθύνεσαι προς την έξοδο ξυπόλητη. Όμως…δεν είσαι και η πρώτη! Η προηγούμενη ντύθηκε καλόγρια και πήγε να προσκυνήσει, σαν βουάρ, στην εγκατάσταση με το σιντριβάνι της Ιερής Καρδιάς της Ιωάννας της Λωραίνης στο δεύτερο επίπεδο, η προπροηγούμενη βγήκε κι αφού προπηλάκισε έναν εφημέριο που τη χάζευε, φόρεσε ένα λευκό σεντόνι, κι άρχισε να τραγουδά αυτοσχέδια γκόσπελ για το σιχτίρισμα των τραπεζών. Έπρεπε να το καταλάβει από την αρχή ο καλλιτέχνης: γενικά οι Μεξικάνες στρίπερς είναι φτηνές μεν, αναξιόπιστες δε…
Όπως ξημερώνει, ένα φως ξεχασμένο που αλήτευε στην έρημο όλη τη νύχτα μεταμφιεσμένο, λαμπαδιάζει τους κάκτους ενσωματώνοντας το μέλι του ήλιου, και φτάνει γραμμή ως το Αλμπουκέρκι. Αυτή δεν είναι έρημος! Είναι η φωτεινή πλευρά του Ερμή! Κι αυτό το ενεό αγριοτριαντάφυλλο που σαν να ντρέπεται που φυτρώνει στις ρόδες της εγκαταλειμμένης Καμάρο, έξω από το Μουσείο, είναι σαν ένα ματωμένο χελιδόνι, που κατασπαράχτηκε μόλις, από έναν κεραμιδόγατο. Ένας Έλληνας αρτ αφισιονάδο που ταξίδεψε ως εδώ για να σε δεί, καθώς βλέπει τον ήλιο να σε ζωγραφίζει μέσα από τη διάφανη ρόμπα σου, ονειρεύεται πως ταξιδεύει τον 3ο αιώνα π.Χ. με μια τριήρη από τον Τάραντα στη Ρόδο με εμπορεύματα, και τη στιγμή που μπαίνει στο λιμάνι -αντί του κολοσσού-  το πλοίο περνάει κάτω από τα πόδια σου. Ξαπλώνει ανάσκελα στο χώμα και κάνει μια ασαφή κίνηση (μάλλον για να παραμερίσει το ιστίο) Κι εσύ, σαν να καταλαβαίνεις, τον δρασκελίζεις αγέρωχη σε αργή κίνηση, και απομακρύνεσαι προς την πιάτσα των ταξί. Όσο για την ενσταλασιόν- μπορεί να πει κανείς με σιγουριά- ας πάει στο γεροδιάολο._

*αναφορά στη ιστορία με τους φόνους των Μεξικανών κοριτσιών από το γνωστό βιβλίο του Μπολάνιο

photo: Manuel Alvarez Bravo

La buena fama durmiendo (The Good Reputation Sleeping)

1939

20.3 x 25.4 cm

Candy darling

 

(απ’ τις αμαρτίες μας, δεν είχε ο δρόμος άκρη*)

Τούτο το φύλο
-αυτοφυές και παράξενο-
από την Καρταχένα ντε Ίντιας
ως το Βάλπαραΐσο,
έγινε ο ιδρώτας μας/
κι από τις αμαρτίες μας
δεν είχε ο δρόμος άκρη*/
κι η γεύση του στυφή,
σαν μίσχος από χρυσάνθεμο/
στην ακμή του λευκού του σύμπαντος,
ένας ήχος μαύρος,
από γυαλισμένα βότσαλα/
στο λαιμό μου τον φέρω,
ένα φάντασμα της ανάσας
της,
δυο βδομάδες, διαρκώς
σε βαθειά καταβύθιση,
και όσες λέξεις δεν ειπώθηκαν,
τότε/
ένας σκύλος που πέρασε –
πάει κιόλας μήνας –
με τα μάτια του έγλυφε
τα περάσματά μου,
στων γλυπτών ενυπνίων τα στρώματα/
έτσι καθώς φύεται
ο δροσερός, των γλάρων
αντίλαλος,
από το παθητικό κορμί της
ορίστηκε
ο έρωτας άφυλος,
κι η παθογόνος πανσέληνος,
ελαφριά ιπταμένη/
φυγοδικεί έκτοτε
η ζεστή ψυχή της,
στα επιτάφια,
νυχτερινά
κυκλάμινα του Απρίλη/

*κι απ’ τις αμαρτίες μας, δεν είχε ο δρόμος άκρη (στίχος απ’ την Οδύσσεια)

photo: Peter Hujar
Candy Darling on Her Deathbed
1973
Gelatina de plata
Colección de Richard and Ronay Menschel
© The Peter Hujar Archive, LLC. Cortesía Pace/MacGill Gallery, Nueva York, and Fraenkel Gallery, San Francisco

https://en.wikipedia.org/wiki/Candy_Darling