Οδησσός

Ανυπόμονο
το σπίτι μάς περίμενε,
κι οι πασχαλιές μας είχαν ξανά ανθοφορήσει,
παρότι δώδεκα βήματα από το πάτημα της θάλασσας,
η λεωφόρος
έτριζε σαν σκουριασμένο ποδήλατο
και τα κουφώματα μύριζαν αγυάλιστο ξύλο.
Δίχως εσένα,
κάθε πρωί ο Αρσένι έβγάζε
μέσα από το στέρνο του
ένα περιστέρι
κι εγώ φορούσα τα φτερά του
στο κουκούλι μου,
όπου παρέδιδα τα σπλάχνα μου στην κάμπια
που δαγκώνει/
μια ευχή που εγείρετο από τη στάχτη σου,
έμενε για πάντα σα λάσπη κολλημένη.
Έτσι επέστρεφα την εικόνα σου στον ύπνο μου•
σα μια σταγόνα λαδιού
στο πείραμα του Millikan,
που παραμένει αιωνίως κρεμασμένη.
Κι ας μη τη μίσησα ποτέ τούτη τη θάλασσα/
Ακόμη κι όταν περνούσαν τα νυχτερινά γρι γρι
μέσα απ’ τους φάρους
με τα πρωραία τους σβηστά
και μύριζε ξανά
των αιώνων το ανθέλαιο,
εκείνο που δε τρίβεται με τα βάσανα και τις αναποδιές
μα μας ακολουθεί
ως το τελευταίο
νυχτερινό μας ψάρεμα,
που πολύ θα θέλαμε να γίνεται
δίχως αγωγιάτη._
ΚΛ – 14/05/2018

photo: Christian Montone – Mother, Father & Son – 1953

Advertisements

μπούμαν

Τον έρωτα,
κι ας
είχε υπάρξει μια φωλιά των χελιδονιών της Κορνουάλης,
ή ένα κλαράκι απ’ τη φιλύρα
που στα έγκατα του Γκαίτε αποξηράνθηκε,
αρκούσαν
δύο απανωτά ενύπνια
για να τον γονατίσουν/
τόσο αδαής,
τόσο φρέσκος
με ψωμί
και καθημερινότητα/
κι έτσι απομείναμε – παρότι αμφότεροι λεττριστές –
να τον κοιτάμε σαν τον Φώκνερ
καθώς ψυχορραγούσε/
και πόσο επώδυνο
που ξανακούω τα λόγια μου
μες στο στόμα σου,
αφού υπήρξε μία εποχή που γεννήθηκες
με σπασμένα νύχια
μα με τον καιρό
σιαχνόσουν και ομόρφαινες,
και δεν έπαυες να προβάλλεσαι
είτε στα φλεγόμενα αερόστατα
του Σουλταναχμέτ
είτε απλά στους ήχους που εγκυμονούσε
μια ροζ τσιχλόφουσκα/
Τώρα τα αυγά σου
φουσκώνουν
προς τα μέσα,
κι όλες οι ενδιάμεσες φθορές
φεύγουν ταχύτατα
προς τα ζενερίκ του τέλους,
μαζί με τους οπερατέρ
και τον φιλήσυχο – πάλαι ποτέ –
μπούμαν._

ΚΛ – 28/05/2018

επί προσωπικού

Αφήνομαι να κολυμπήσω
στη μέλανα συρμή
που τακτικά με επισκέπτεται/
μια κυρία επί των τιμών,
με υποδέχεται:
– εσείς δεν είστε που κοιμάστε με τα χελιδόνια του χειμώνα;
με ρωτά,
ή μήπως είστε,
ο σεβάσμιος κύριος
που εγκατέλειψε τα ποιήματα,
χρόνια όπως αφρίζανε στα ποτήρια τους,
δίχως λόγια;
Στη δυτική βεράντα
εκείνο το κορίτσι που θα γίνει η μάνα μου,
τρυπώνει μια φούστα με ένα σκουριασμένο σουβλί/
με το θάνατο
όλα της τα ρούχα
ολοκληρώθηκαν/
-μην ανησυχείς!
δεν είναι σάβανο,
λέει,
-μια πλισέ φούστα για την παρέλαση είναι•
κι ας μην έχει καν συμβεί το έπος του ’40,
ο πάππος μου ακόμη να κυνηγάει τσίχλες στο πευκόδασος,
με ένα προπολεμικό κανόνι
κι όλα τα πτώματα,
να τα ανακτά το γαλάζιο πουλόσκυλο του Κωτσηδάρα,
καθαρίζοντας τα σκάγια με το σάλιο του/
Στο τραπέζι
χωράνε επτά ορφανά και μια πεθαμενη μάνα (έγκυος ξανά)•
τους σερβίρει τζόλια με ξύλινη κουτάλα,
λέει στη μεγάλη απ’ τις μικρές,
-Λεμονιά,
εσύ προς το τέλος
δε θα θυμάσαι τα φαγιά,
μα να ρωτάς τη Φούλια μας,
η Φούλια ήδη
γράφει σε πολύχρωμα post it
ΤΖΟΛΙΑ
και
ΠΙΤΑΣΤΕΔΕΣ,
οι υπόλοιποι
αναβοσβήνουν ασπρόμαυροι,
(πιο πολύ σβήνουν,
παρά ανάβουν)
ο Παύλος -έγχρωμος και νωπός-
αρνείται οπωσδήποτε
να σβήσει/
ΚΛ – 09/04/2018

photo: Tokihiro Sato
Hakkoda #2
2009
Gelatin silver print
Purchased with the support of the Photographs Acquisition Group
© Tokihiro Sato, Courtesy Leslie Tonkonow Artworks + Projects

τα κορίτσια

Δεν εκχωρείται η αθωότητα,
ούτε και η μακρινή μας – πλέον- εφηβεία εκχωρείται,
τα στριμωξίδια γύρω απ’ τα κορίτσια
των μεθυσμένων μας λυγμών
ή οι άσφαιρες βόλτες έξω από τα σπίτια τους,
για εμάς τους ξελιγωμένους κορμοράνους/
όσα τσιτάτα αποστηθίζαμε,
από καταραμένους ποιητές
κι ακόμη κι αυτά τα ίδια τ’ όνοματά τους,
με τα τρυφερά τους σύμφωνα,
που τώρα μου διαφεύγουν
λεπτομερώς,
μα υπήρξε ένας καιρός που τα απήγγειλα με ευλάβεια,
δεν εκχωρούνται επίσης/
κι ενώ τα κεριά μας λιγοστεύουν σταθερά προς
την απογευματινή τους
αγρανάπαυση,
ένας μολυβένιος ουρανός που απομακρύνεται ενοχικά
από τις πρώτες μας αρνήσεις,
έρχεται πια συχνά και ξαναγεύεται,
μια τζούρα από τσιγάρο Όσκαρ στο χρυσοπόρφυρο πακέτο
ή
το μελένιο πάνω χείλος της,
στο πίσω υπόστεγο
με τη βροχή,
όπου μεγάλωνε στη λάσπη εκείνο το μοναχικό γαρύφαλλο,
και τα φαντάσματα των πωλητών της λαϊκής,
άλλαζαν ρούχα πριν αντικρύσουν τη νύχτα της Δευτέρας._
ΚΛ – 24/01/2018

photo: Clarence H. White (American, 1871-1925)
The Ring Toss
1899
Palladium print

γράμματα σε ένα νέο ποιητή

Ανοίγω τον άνθρωπο στην ερημιά,
κι από τις ρηχές ρωγμές του,
φεύγουν ελάφια και λυγμοί και σύθαμπα,
μα ούτε μια λέξη/
κι ο ξοδεμένος έρωτας στουμπώνει τις πληγές του
και κάποιες νύχτες με στυφή πανσέληνο,
όλα τα ράμματα τ’ αλλάζει
σε γαλάζιο φως/
σ’ αυτό το φως θα μαρτυρήσει,
πλάι στα «Γράμματα σε έναν Νέο Ποιητή»,
που του είχε δωρίσει εκείνη η φιλόλογος
με τα ελαφίσια μάτια.
Με τους θερμούς επαίνους της,
τις συμβουλές,
την προτροπή της προς την ποίηση/
κι ας γύρευε αυτός
μόνο τα μάτια της
ή έστω να σφαλίσει για πάντα μέσα του,
τα ελάφια των ματιών της/
ο έρωτας βρίσκει τα αγόρια,
πολύ πριν να προλάβουν,
να γίνουν νέοι ποιητές._
ΚΛ – 14/01/2018

photo: Hugo Erfurth (Dresden)
Clotilde von Derp-Sacharoff
From Der Kunstlerische Tanz Unserer Zeit [The Artistic Dance of Our Time] p. 23
Published 1928

ονοματολογία

Το βάρος στα πράγματα,
είναι ένας γενέθλιος τίτλος/
μάταια αγωνίζομαι να τον εξηγήσω σήμερα,
σε ανθρώπους και καθεστώτα, 
που καταρρέουν ανώνυμα/
κι αν επιμένεις να με ονομάζεις όπως τον άτιτλο έρωτα,
έναν ιστό που ονειρεύεται την ευθεία,
ή πολύ πιο πικρά,
όπως τη χρονική ανάπαυλα της κενότητας,
σε μια στιγμή απόλυτης εκπλήρωσης,
δε θα καταλαβαίνω
τους φθογγους,
τη φωνή,
το χρώμα των δοντιών,
τη νύχτα που έρχεται και φεύγει/
επειδή:
πες μου τώρα,
ΤΙ είναι νύχτα;
τα μάτια που τυφλώνονται
απ την υγρότητα των ώμων;
μα μόνο τα μαλλιά σου θα είναι για πάντα,
εκείνη η επίσχεση του κορμιού από μια πράσινη γόμα,
καρφωμένη στην καρδιά
οκτώ φορές
με ραπιντογράφο 0.5
καθώς ο ήλιος στην έδρα του
θα ξεφτιλίζεται/
χρόνια μετά από την άγρυπνη θύελλα
– κι ενώ θα χωρίζουμε ξανά και ξανά στο λιμάνι –
το δέρμα μου ακόμη θα στοιχειομετρεί τους αναιμικούς μουσώνες σου,
κι οι άυλες δίδυμες του θυρωρού,
θα συνεχίζουν να χάνονται,
η μία μες στης άλλης το όνειρο,
μέχρι να ξυπνήσουν άλλες,
ή η ίδια/
ΚΛ – 29/09/2017

photo: Patrick Pound (New Zealander/Australian 1962- )
The entrants (detail)
2016-17
Site specific installation comprising objects collected by the artist and works from the NGV Collection
Courtesy of the artist, Station, Melbourne, Stills Gallery, Sydney, Hamish McKay Gallery, Wellington and Melanie Roger Gallery, Auckland
© Patrick Pound

το αχαρτογράφητο cogito* (στη Φωτεινή)

Αξίζει που και που
να απαριθμούμε
τα αναρίθμητα κύματα,
το φως των άστρων μεγεθυμένο 
σα να ναι πρωί,
κι εκείνα τα κορίτσια με το μικρό τριανταφυλλάκι στην κοιλιά,
που όλο φυλλομετρούν
τα πέταλα,
προς την αμήχανη καρδιά του άνθους τους/
γλυκά και ρόδινα κι αιχμηρά
όπως ετοιμάζονται
να τυλιχτούν,
στη σκοτεινή προβιά
του έρωτα
και των λυγμών του.
ΚΛ – 28/08/2017

(*το καρτεσιανό υποκείμενο, η συνείδηση της ύπαρξης, ο εαυτός)

photo: Louise Lawler
Monogram
1984
Silver dye bleach print
39 1/2 × 28″ (100.3 × 71.1 cm)
Courtesy the artist and Metro Pictures, New York
© 2017 Louise Lawler

το φιλικό ιξώδες

Ήρθαν κι οι θάλασσες,
πικρές κι ανάλατες
σαν μια
προσομοίωση. 
Και μίλαγαν στο χώμα
πιο τρυφερά κι από της
μάνας
το αφηρημένο χάδι.
Μα τι ήταν εκείνο που έπρεπε να θυμηθώ;
Πώς ξεφούσκωσε, μέσα στης νύχτας τη ζάχαρη,
μια ιδέα απλή,
κι έγινε ένα ζαρωμένο παλίμψηστο
που χλωμό αναβοσβήνει,
σταθερά και παράξενα,
πάνω στην κοιλιά μου,
σαν εκείνο το φάρο,
στη στροφή,
μετά τα βράχια;
-Δε θα βυθιστώ,
σου λέω όταν απελπίζομαι,
και ζω και τεντώνομαι και χωνεύω
σαν φίδι
που μεγαλώνει μόνο στο μάκρος του,
τόσο ευθύς
ώστε να μην
διατρέχω καν τον χρόνο,
ακίνητος
κι ανάλαφρος,
να επιπλέω πάνω του
είτε σαν πουλί
είτε σαν ψάρι/
αυτό ακριβώς,
το φιλικό ιξώδες,
είναι που μας σώζει/

ΚΛ -09/08/2017

photo: Peta Clancy (Born 1970, Melbourne, Vic, Lives and works Melbourne, Vic)
Fissures in time (L to R) #3 #1 #2 #4
2017
Archival pigment prints
Courtesy the artist

η μοναξιά του «δύο»*

Μονάκριβή μου, εσύ…
η μοναξιά του «δύο»/
ένας ανίσχυρος ζυγός,
μες στο απειροσύνολο των πρώτων/
εσένα διαλέγω να σου διαβάζω τα ποιήματα για τις σκιές/
για τους αυτόχειρες στρατιώτες που γλιστρούσαν
μες το γαλάζιο αντιβούισμα σαν μέδουσες/
για μέρες που προέτρεχαν
σαν αποξεχασμένα χελιδόνια,
όπως στη θύελλα των απλοϊκών ρόδων,
μια έκπαγλη στερλίτσα καθρεφτίζει τη μυρωδιά της
στα κόκκινα βιτρώ/
τι τραγική ειρωνία!
κανείς να μην εμπλέκεται στην ερωτική αυτάρκεια,
για τα ζωντανεμένα οχυρά
και την αβεβαιότητα/
για τα σκληρά τους μέλη
όπως ίσιωναν και ξαναΐσιωναν,
ιερουργοί,
τα βρέφη στο θυσιαστήριο/
Είδες που ήρθαν
επτά ριπές από τα δυτικά
μαζί με το φρούριο που ξεχείλιζε
φακέλους;/
κι έψελναν στεντόρεια στη γέφυρα των στεναγμών
μια χορωδία ένδεκα ουσσάρων,
μα η ουσία μου διέφευγε από τις χαραμάδες τους σαν
φρέσκος μούστος/
κι ας είναι πάντα χειμώνας
κι ας αισθάνεσαι αδαής να καταπιείς το καταραμένο φίδι,
μην ανησυχείς!/
Δε φαίνεται να εξαφανίζεται η εικόνα των φοινίκων,
το γάργαρο γέλιο της Γερμανίδας τουρίστριας ή η αγάπη μας που καιγόταν σαν τα τροπικά δάση τον Αύγουστο/
Να εδώ, σου διαβάζω τα ποιήματα/
Επειδή ομνύω
να φυλάττω
τον γεννήτορα
χρόνο μας,
ως εαυτόν._

  • Πρώτοι, είναι όλοι οι φυσικοί αριθμοί, που διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και με την μονάδα. Μερικοί πρώτοι αριθμοί είναι π.χ. 2, 3, 5, 7, 11, 13, 17, 19, 23, 29, 31, 37, 41, 43, 47, κλπ. Όλοι οι πρώτοι είναι περιττοί αριθμοί εκτός του 2, που είναι ζυγός. Η ίδια η μονάδα, θεωρείται εξαίρεση και δεν κατατάσσεται ούτε στους πρώτους ούτε στους σύνθετους, για λόγους μαθηματικής συνέπειας με ένα σωρό θεωρήματα. Ας πούμε πρόχειρα επειδή μπορεί να διαιρείται πολλές φορές με τον εαυτό της, δίνοντας ίδιο αποτέλεσμα. Ένας άλλος λόγος ελαφρώς λιγότερο διαφωτιστικός αλλά μαθηματικά ορθός σημειώνεται από τον Tietze [1965], ο οποίος δηλώνει: Γιατί ο αριθμός 1 να αποτελεί εξαίρεση; Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο συχνά θέτουν τα σχολιαρόπαιδα, αφού όμως είναι θέμα ορισμού δεν είναι αμφισβητήσιμο…

photo: Ruth Maddison (born Australia 1945)
No title (Woman collecting a Christmas present from the car)
from the Christmas Holidays with Bob’s Family, Mermaid Beach, Queensland series
1977-78, printed 1979
Gelatin silver photograph, coloured pencils and fibretipped pen, ed. 1/5
National Gallery of Victoria
Purchased, 1980

ονειροκρίτης

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα «άσπρο άλογο»:
«μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει»/

ΚΛ – 25/07/2017

photoJerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann