εγκιβωτισμός XIV/ Ιερώνυμος Μπος

olga-baclanova-as-cleopatra-after-transformation-in-chicken-womanΤο Σάββατο πριν την Κυριακή της Ορθοδοξίας, συναντήθηκε ξανά με εκείνο το όνειρο: την ανάβαση του λόφου μες στη νύχτα, ενώ ήταν γυμνός και τα πέλματά του βούλιαζαν ενοχλητικά και επίμονα στη διψασμένη λάσπη. Ανεβαίνοντας με ταχύ ρυθμό, και ενώ του φαινόταν ότι πλάταινε το σκοτάδι σε κάθε μικρή στάση για αναπνοή, παρατήρησε ότι οι φωτιές στην κοιλάδα από κάτω δεν ήταν διάχυτες παρά εντοπισμένες σε κάποιες περιοχές, πες καμιά δεκαριά, κι ότι αν μισόκλεινες τα μάτια, ξεχώριζαν μέσα από την ομίχλη σαν πληγές πάνω στο κορμί ενός πυροβολημένου κόρακα. Τα υπόλοιπα ήταν όπως τα θυμόταν από άλλες φορές. Τα χερουβείμ με τα αντεστραμμένα φτερά, τα τομάρια των ζώων μετά την εκδορά απλωμένα στις μύγες, αρουραίοι με μπουτάκια μικρών παιδιών και κουδουνίστρες, φίδια – πέη που εισχωρούσαν σε αφράτα Ολλανδικά βυζιά, κλπ. Αυτή η εικόνα της κόλασης που ανακαλούσε, ήταν αποτέλεσμα καλλιέργειας και κλασσικής παιδείας. Γυρίζοντας την Ευρώπη, ένας μπον βιβέρ όπως παρέμενε σε όλη του τη ζωή, ένας απόλυτος μπατίρης των Τεχνών ταπεινότατης καταγωγής και με γονείς εργάτες, έκανε δουλειές του ποδαριού κι έτρωγε και την τελευταία του δεκάρα για να θαυμάζει στα μουσεία του κόσμου πχ τους Φλαμανδούς – και συγκεκριμένα τον Ιερώνυμο Μπος – και στη Βιέννη και στις Βρυξέλλες και στο Λονδίνο (και φυσικά στο Παρίσι). Τι όμορφο που οι πίνακές του Μπος είχαν εγκαταλείψει τη σιωπηλή του αγροικία και τους ανεμόμυλους και είχαν πάρει το δρόμο της οικουμένης, ταξιδεύοντας ιλιγγιωδώς – μέσω των αυλών των φεουδαρχών -τρίζοντας και με σαράκι ληστρικό ορισμένοι, συνομιλώντας με τις γυναικείες πλάτες κάποιοι άλλοι, ιδίως τα τρίπτυχα ( σε μια λογική παραβατικότητας και ένοχου πάθους ) στοιχειώνοντας ενήλικα και ανήλικα κρεβάτια οι περισσότεροι, και στέλνοντας φορτωσιές πιστών και απελπισμένων, μα στην ουσία φοβισμένων ανθρώπων, στις εκκλησίες. Ένας ημιάγριος του Αμαζονίου – αν υπάρχουν πλέον τέτοιοι άνθρωποι στον πλανήτη- καθόλου δε θα μασούσε με όλο αυτό το μεσαιωνικό τσίρκο. Η κόλασή του θα ήταν μινιμαλιστική και στυφή, πχ το στομάχι μιας ανακόντας όπως θα έκλεινε σιωπηλά γύρω από κεφάλι του. Κι η χώνεψή της θα ταυτιζόταν με το γυναικείο οργασμό. Τα πράγματα για κείνον θα ήταν ξεκάθαρα. H λύτρωση από το βάρος της ύπαρξης και η ερωτική έκσταση, πάντοτε ήταν ταυτόσημα σε πρωτεϊκούς πολιτισμούς, όπου ο φόβος του θανάτου ήταν ένας ακόμη φόβος, και όχι ο Απόλυτος και Κυρίαρχος. Έτσι εκείνοι οι ακαλλιέργητοι, πριν τον Κολόμβο, δεν ένιωθαν την ανάγκη να αντικαταστήσουν τους Αναρίθμητους Κατασκευασμένους Θεούς τους με τον Ένα και Μοναδικό, Αληθινό Θεό.

photo: Tod Browning (director)
Freaks (Olga Baclanova as Cleopatra after her transformation into chicken woman)
1932
Still photograph

 

εγκιβωτισμός ΧΙΙΙ/ η λίμνη

arbus-child-in-a-nightgown-wellfleet-mass-1957-web

Προς το τέλος τα όνειρα εξελίχθηκαν σε ένα έκδοχο της πραγματικότητας, με όρια ασαφή. Μόλις ερχόταν ο ύπνος ενισχυμένος και μεταλλικός απ’ τα υπνοσεντόν, έβγαινα σε αυτήν την πόλη, όπως φυτρώνει στο τσιμέντο ένα αγριόχορτο: με πείσμα για να ζήσει. Τα σημάδια της εξαφανίζονταν κάτω από το βήμα μου, μα έβρισκα τον δρόμο μου κοιτώντας ψηλά, τους γλάρους να εφορμούν στα σκουπίδια. Μου φαινόταν πως είχαν περάσει χρόνια όπου μοιραζόμουν φαγητό μαζί τους, μέσα στις άστεγες θάλασσες. Όποτε περνούσα από χαμηλούς λόφους και λειμώνες, κρυβόμουν για λίγο στη ρίζα των λουλουδιών και υποκρινόμουν το χώμα. Τα μάτια μου όπως έσβηναν με το νερό της βροχής,  έμοιαζαν με κάρβουνα που χωνεύουν στον ασβέστη, και τα μαλλιά μου μύριζαν ρετσίνι και λιανά κλαριά, καπνισμένες λινάτσες και οξειδωμένες σιδερόβεργες, σαν να δούλευα ξανά εργάτης στα ευβοϊκά καμίνια.  Ποιος από τους φίλους να θυμόταν πια, εκείνο το κομμάτι μου; (την προλεταριακή μου πινελιά στη νιρβάνα του νερόβραστου διανοούμενου;) 

Έπειτα έφτανα ξανά και ξανά, σε εκείνη τη λίμνη (που πολύ θα ήθελα να ήταν ποτάμι, όμως ήταν λίμνη.)

Την πρώτη νύχτα που περπάτησα στο νερό της,  ξυπόλητος, ως τη μέση της γάμπας, αισθάνθηκα το χάδι της σαν αιθέριο σύννεφο, κι αναγκάστηκα να σκύψω και να δοκιμάσω με τα χέρια τη θερμοκρασία και την πυκνότητα. Είδα το κορίτσι του 407, που κατασπάραζε γονατισμένη, ένα λευκό περιστέρι, τα μαλλιά της καστανά κολλημένα στο μέτωπο οδηγούσαν την εικόνα προς το ματωμένο πηγούνι, το βαρύ στήθος και το εφηβαίο, σαν πλευρές ενός ισοσκελούς τριγώνου. Τριγύρω οι σταγόνες του νερού και του αίματος σε ελεύθερη πτώση, διατηρούσαν το σχήμα κατά την κάθοδο, σαν ένα απειρομερές όλον με διακριτές οντότητες, κάποιες στιγμές ακινητοποιούνταν, έπειτα συνέχιζαν ως τη σκοτεινή επιφάνεια, δίχως να αναμειγνύονται ποτέ. Ακόμη κι όταν με αντιλαμβανόταν το κορίτσι, δεν άφηνε το πουλί από τα δόντια,  μόνο κουνούσε το κεφάλι της δεξιά αριστερά, σαν να ήθελε να το ξαναπνίξει (ή σα να ήθελε να μου δείξει ότι αρνιόταν την εικόνα μου, μέσα στο χώρο της.)Τι μας διδάσκει τούτη η παραβολή: ο θάνατος, για τον καθένα μας, είναι τόσο προσωπικός, όσο και αμετάκλητος (ούτε συμβιώνεται, ούτε κοινωνείται, και φυσικά, ούτε αναιρείται.) Στα δεξιά, έβλεπα τη μάνα μου που μάζευε νερό σε έναν ταχυβραστήρα και το έχυνε ζεματιστό πάνω σε έναν κόκορα, τα πούπουλά του που ξεκολλούσαν σαν αφρός ενώ η ατμόσφαιρα βάραινε με την οσμή της καυτής κοτοπουλίλας. Στο τέλος τον καψάλιζε πάνω από μια φλόγα που έφτιαχνε με ένα μπαμπάκι βουτηγμένο σε πράσινο οινόπνευμα. Πάντοτε θαύμαζα τον τρόπο που σκότωνε τα κουνέλια, τα πιτσούνια και τους κόκορες: με την πανάρχαια ψυχραιμία του ανθρώπου, που πρέπει να σκοτώσει για να φάει. Δεν θα έφτανε ποτέ κανένας από μας, σε τέτοια επίπεδα συνειδητότητας. Στα αριστερά μου ο Αβεσσαλώμ – τρίτος γιός του προφητάνακτα – κράδαινε την κόμη του απελπισμένος, ενώ το κρανίο του έλαμπε γυαλιστερό μες στην υγρασία. Στο στήθος του μια φρέσκια πληγή αιμορραγούσε. Κάπου εκεί υπήρχε ακόμη μια παραβολή, μα δεν ήμουν σε θέση να την ανασύρω. Εκτός που έβλεπα πολλούς, μέσα στη μέρα, που έφεραν την κόμη τους, απελπισμένοι, σαν ένα ψόφιο, λούτρινο ζωάκι.
-Τι θα ήθελες να είσαι αν δεν ήσουν η μοίρα μου; ρώτησα το κορίτσι.
– Ούτε που γνωριζόμαστε, απάντησε αυτή, δίχως να μιλά.
– Τότε γιατί συναντιόμαστε εδώ;
– Απλώς νομίζεις ότι πεθαίνουμε μαζί, για αυτό προβάλλεις ένα κοινό όνειρο για το καθαρτήριο. Εγώ δεν είμαι καν κορίτσι. Ούτε κι εσύ είσαι αγριόχορτο. Ξέρω μόνο πως παλιά, όταν εσύ ήσουν μαύρο κάρβουνο, εγώ είχα υπάρξει αυτό το λευκό περιστέρι.
Τώρα είμαστε κι οι δυο, ένα γκρίζο τίποτα.

photo: Diane Arbus (1923-1971)
Child in a nightgown, Wellfleet, Mass., 1957
1957
Silver gelatin print
© Diane Arbus/The Estate of Diane Arbus LLC

εγκιβωτισμός XII/ Γκόλεμ

297526496_1280x720
Η σιωπή είναι μια παγίδα διήγησης. Στην ερμητική εναρκτήρια σιωπή της αυγής, στις μουδιασμένες πρώτες κινήσεις των φυτών και των ζώων, όπου οι λέξεις μαγκώνονται σκουριασμένες στη ροή τους, ένα καλοκαίρι  μετασχηματίζεται σε αρχαϊκό Γκόλεμ, ενώ τα δάχτυλά μου αποκτούν περιεχόμενο σαν αιμάτινα λουκάνικα. Όσες φράσεις εκκρεμούν, διαχέονται νηματοειδώς προς κάθε κατεύθυνση, με αγωνία να ακουσθούν, τα πρόσωπά τους τεντώνονται στα όρια του αραχνοειδούς βέλου. Ενώ ούτε ένας φθόγγος δεν αρθρώνεται, τη σιωπή σχίζουν οι εκκωφαντικές προτροπές των νοσοκόμων: να γυρίσω πλευρό, να ανοίξω περισσότερο το στόμα, να σηκώσω όσο μπορώ, τη λεκάνη.
Σε αυτή τη σιωπή, επικάθεται η γενεσιουργός μου τέφρα, απόρροια οδύνης και οντολογικής ενατένισης. Το γκόλεμ ανατριχιάζει και σκέφτεται τη φράση  «Από την τέφρα προέρχεσαι και στην τέφρα θα καταλήξεις», που ανήκει στον άνθρωπο, αλλά ταυτόχρονα και στο θεό του, ως μια συνθήκη ατελούς αυτοΰπαρξης, ως μια φιλοσοφική φράση που υπενθυμίζει το θάνατο (και της τελειότητας και της ατέλειας) σε κάποιο μεσαιωνικό πυρήνα πειραματικής μεταφυσικής.  Ξέρει πως τέτοιο είναι το πεπρωμένο του: να σωματοποιείται εμπειρικά ώστε να πραγματωθούν όλες οι τιμωρίες μιας λευκής κόλασης, σε ένα συμπαγές, καταραμένο corpus χειραγώγησης. Η κόλασή του οφείλει να είναι λευκή – σαν ένα καταληκτικό στάδιο του θερμοπυρωμένου χάλυβα -μια χιονισμένη μέρα όπου το φως δε συμμαζεύεται. Η κόλαση οφείλει να είναι η αλητεία του φωτός. Βλέπω να πορευόμαστε προς τη λαμπερή αλητεία συντροφιά με αυτό τον καινούργιο φίλο,  έναν λασπερό τζίντερμπρεντ μαν, που μου κρατάει το χέρι,  μου χαϊδεύει την κοιλιά, ή μου σκουπίζει τον ιδρώτα στο στήθος, ενώ η σιωπή καταλύεται και όλα τα κωδωνοστάσια ηχούν το Summertime in Prague. Στην Πράγα ξημερώνει μια λαμπρή Κυριακή των Ασωμάτων, κι από κείνο το παλιό τραγούδι της Πασπαλά, μένει μια πίκρα για τον καιρό που πέθανε – μαζί με τον πρώτο πρώτο έρωτα  – και η αδημονία του κορμιού που συνεχίζει να πεθαίνει.

photo: Σκηνή από το Sátántangó (1994) του Μπέλα Ταρρ

Εγκιβωτισμός XI/ Impostor

oscar-muc3b1oz-ante-la-imagen-2009-web1

Σε μια σκηνή θεάτρου σας έβλεπα, σαν δυο κλειστές παλάμες με πλεγμένα τα δάχτυλα. Οι μάσκες σας, πρόσωπα ωχρά με σταθερή έκφραση, βυθίζονταν αργά σε ένα πλήθος χνουδωτά μαξιλάρια (έτσι είναι η λήθη.)

Ένα γυαλιστερό οτομοτρίς  ξεφύσαγε στην αυλή διασχίζοντας τη διαδρομή από τις λεμονιές ως στο υπόγειο, κι είχε στις ρόδες του αποκριάτικες σερπαντίνες. Έκανε φοβερό σαματά. Όλα τα βαγόνια του ήταν γεμάτα με βαρέλια μινιατούρες. Λάδι, κρασί και σπόρια από ρόδια. Μόνο του πήγαινε, σταθερά σε κύκλο, χωρίς μηχανοδηγό, και κάθε που τερμάτιζε ακουγόταν να σπάει ένα πιάτο.

Αυτός επέβλεπε, ενώ υποδυόταν τον γιο σας, στη βεράντα. Η δική του μάσκα, έπαιρνε ταυτόχρονα, όλες τις εκφράσεις, κι όλα τα χρώματα, σαν κάποιο πρόσωπο σε πίνακα του Μπέικον.

Όταν κούτσαινες, σε στήριζε από δεξιά. Όταν ίδρωνες σου έκανε αέρα με μια ισπανική βεντάλια. Ενώ ο μπαμπάς ήταν ξαπλωμένος και  κάπνιζε άφιλτρα Παπαστράτος, εσύ σκούπιζες πίσω από την πόρτα, κι εκείνος μαγείρευε μπριάμ στην κουζίνα. Η ευωδιά έφτανε στον φίκο και τον λύγιζε. Ίνες χρόνου μάτωναν τις αφράτες παλάμες του, μα το αίμα του δάκρυζε από τα μάτια μέσα στο ταψί. Στη συνέχεια ξεφούρνιζε και έβαζε τραπέζι.

Η μέρα έξω ήταν πάντα λευκή. Το κεφάλι σου στη μασχάλη του, χώραγε πάντα σαν μια κλειδαριά στον αφαλό της. Φύσαγε κι ένας εκνευριστικός νοτιάς. Μα σαν έπαιρνε το θάρρος να σε σηκώσει όρθια, κάπως τον μυριζόσουν, ένα τσακάλι σού φύτρωνε στο πρόσωπο κι ορμούσε να τον αρπάξει. Πάντα προλάβαινε και τραβιόταν. Μετά τον ξέχναγες.

Στιγμές στιγμές, ήταν σαν μια επίσκεψη σε κάποιο μουσείο (στο μουσείο της ζωής μου μαζί σας, όσο λίγο κι αν κράτησε.) Όπου ήμουν θεατής αντί για έκθεμα. Για αυτό τον ζήλεψα (παρότι τον είχε στείλει ο Χάρος να σας κοροϊδεύει.)

Το δεύτερο βράδυ έγινα σύννεφο κι άλλαξα με την ψυχή του. Τώρα όταν σε σηκώνω μου χαμογελάς και αναστενάζεις, σχεδόν όπως όταν είχες κορμί και σε τράβαγε η βαρύτητα. Το τσακάλι εξαφανίστηκε δια παντός. Ο μπαμπάς ροχαλίζει στο πλάι και μιλάει στον ύπνο του με τον Χοντρογιάννη. Το τρενάκι διαλύθηκε κι έγινε πάλι εκείνη η ρωγμή στο τσιμέντο, όπου φύτρωνε κανένα αγριόχορτο. Που και που κοιτάζεστε μειλίχιοι και βαθιά ευχαριστημένοι. Κι ούτε καν μια υποψία θανάτου δεν βαραίνει τις ψυχές σας. Γιατί ακόμη και του νεκρού ο φόβος, είναι ο ίδιος ο θάνατος.

 

photo: Oscar Muñoz
Ante la Imagen
2009
© Oscar Muñoz, courtesy of the artist and Mor charpentier gallery

πρωτοδημοσιεύτηκε στις Στάχτες του Στράτου Φουντούλη: http://staxtes.com/2003/?p=9716

 

Εγκιβωτισμός ΙX/ η αφή των ροζ φλαμίνγκο

exhi036906-web.jpg

Για χρόνια ταξίδευα με τα βαριά φτερά των αποδημητικών φλαμίνγκο. Όσα αλλότρια σμήνη κι αν αντάμωνα, με διαφοροποιήσεις σχηματισμών, δεν με πτοούσαν. Υπήρχε η σταθερή εμμονή στον προορισμό, η άρνηση του ήλιου- καθώς ο πλανήτης έστρεφε αργά με αρνητική στροφορμή και στο αφήλιο και στο περιήλιο- και η ματαιότητα των αυτοχείρων γλάρων. Όλα αυτά ήταν σημάδια επιτυχίας. Αυτά, κι ένα σταθερό χρώμα, γεννήτορας αδράνειας, ως προϋπόθεση πλοήγησης εν τω μέσω αργών σαλιγκαριών και λυσσασμένων σκύλων. Καμιά συμβουλή δεν έφτανε από τα εριστικά θεοκρατικά συμβούλια της ενδοχώρας, ενώ οι ιερείς, εντός των ροζ ράσων, έμοιαζαν αδέρφια πετεινά του ουρανού και της Άνοιξης, ευφρόσυνοι και συγκαταβατικοί. Στις ευωδιές των ιβίσκων των επιταφίων, απαντούσα με χημικό μύρο και χρώματα από μια γεννήτρια χρωμάτων. 1.024.000 συνδυασμοί που είχα μελετήσει επί 34 χρόνια, απέκλειαν την επανάληψη, ακόμη και σε οθόνες 4Κ. Εκτός των δροσερών κερασιών, εκτός των χειλιών των κοριτσιών, εκτός του συνόλου ελλειπτικών οργασμών με χερουβείμ, ένα άπειρο πλήθος αποχρώσεων, έμοιαζε ελεγχόμενο. Η οργανική ύλη όπως αγαπά να πραγματώνεται γύρω από τη ζωή, η άρνηση του θανάτου και της ταυτότητας του απλού ζώου, μια γλυκιά χαύνωση στο θρόισμα των φτερών, μια ζαλάδα μέθης ερωτευμένου εφήβου. Το φτέρωμα ήταν μαγικό, είχε θερμομόνωση, ηχομόνωση και διάχυτη λιπώδη υγρασία. Στον έρωτα γινόταν σύννεφο. Στις κηδείες αυτοαναφλεγόταν και μύριζε άζωτο, και διοξείδιο του θείου. Σε ορισμένα επίσημα γεύματα, γινόταν φράκο βισκόζ που τύλιγε τις εντράδες δίχως να λερώνεται. Συχνά άνοιγε εσοχές σαν μάρσιπους, με αφή τρίχας και γεύση καστανής καραμέλας βουτύρου. Μπορούσες να χώσεις το ράμφος και να πιεις. Όλη αυτή η οικειότητα, δεν απέτρεψε το μοιραίο. Ένα χάραμα, ενώ πετούσαμε πάνω από το μεγάλο ύφαλο, το παιδί που χωρούσα μέσα μου εν υπνώσει, άνοιξε το μάρσιπο και απελευθέρωσε τη θάλασσα. Ήρεμη στην αρχή σαν ίσκιος απομεσήμερου, φουρτούνιασε απότομα και σήκωσε μια σταχτιά καταιγίδα, που μύριζε όζον ξινό και ροή φορτίων. Πρώτη πρώτη έπεσε η 121 Πτέρυγα Μάχης, με μια εκκένωση 10.000.000 βολτ, ενώ ο αέρας ανέβαζε θερμοκρασίες χιλιάδων βαθμών.  Όσοι από μας κατέπεσαν, άφησαν στο νερό έναν ροζ αφαλό λίγο τραχύ, λίγο κοκαλωμένο. Εκείνη την ώρα, που κέρδιζε ακόμη ο ήλιος, 1.024.000 συνδυασμοί του μπλε, πάσχιζαν να καταπιούν τη νύχτα. Αλλά δεν είχα ούτε 34 δευτερόλεπτα ζωής, για να τους μελετήσω.

photo: Ugo Mulas
Andy Warhol, Gerard Malanga and Philip Fagan in New York
1964
Image courtesy Ugo Mulas Archive
© Ugo Mulas Heirs. All rights reserved. Courtesy Archivio Ugo Mulas, Milano – Galleria Lia Rumma, Milano/Napoli; Andy Warhol artwork
© 2015 The Andy Warhol Foundation for the Visual Arts, Inc./ARS, New York. Licensed by Viscopy, Sydney

Εγκιβωτισμός VIII/ η άπειρη αναμονή

yeldham-b

Σε μια γωνία του θαλάμου, που περιμένει να με χωρέσει  αφού τετραγωνιστώ, έχω σχεδιάσει ένα οριζόντιο οκτώ, σύμβολο του αυτοαναφορικού απείρου. Τις νύχτες καπνίζει κατά μήκος του με μιαν ιώδη φωταύγεια -όπως το φως των παρατημένων φάρων – και υπερυψούται. Ενώ  το φροντίζω καθησυχαστικά, είτε με λόγια είτε με νάματα, βομβίζει μονότονα, διαστέλλεται και με αγκαλιάζει. Έπειτα με κοιμίζει στις καμπύλες του και το πρωί με βρίσκει στο πάτωμα ξυλιασμένο. Για μένα που στέκομαι αμήχανος εδώ, εκθέτοντας το αδύναμο περιεχόμενό μου, υπομένοντας τούτη τη μακρά περίοδο μη καταληκτικής αναμονής, το άπειρο είναι μια παρηγοριά. Η διάρκεια  και ο χρόνος, ως γνωστόν, είναι εφευρέσεις. Την αναμονή, μιαν έννοια χρονική που περιέχει τη διάρκεια, την υπομένουμε σε κάτι τέτοιες στιγμές που η διαστολή της γίνεται αφόρητη, σαν έναν ατέλειωτο χιονισμένο σεντόνι που διακόπτει τη συνέχεια του κορμιού με τον ορίζοντα, ενώ γύρω μας η άνοιξη επελαύνει, και τα πνευμόνια μας λαχταρούν τις ευωδιές της. Η σύλληψή της καθαυτή υπερβαίνει την ουσία της, που είναι μια φοβική εκδοχή του τελικού αποτελέσματος ενός ενδεχομένου. Λίγοι και εκλεκτοί την αποφεύγουν, απομακρύνοντας τον εαυτό τους αφαιρετικά, για να συλλάβουν την ύπαρξη μεταξύ των ορίων – αγνοώντας εντελώς το χωροχρονικό συνεχές – σαν ένα είδος κβαντικών αλμάτων. Ορίστε ένας υψηλός βαθμός φιλοσοφικής ωριμότητας, ένα ιδιώνυμο κεντίδι, «θεϊκής» προέλευσης, ανεξάρτητο από την καλλιέργεια, την τάξη, τις σπουδές, εξίσου ισχυρό με το ισοδύναμό του: να συλλογιέσαι επί του τέλους, όταν το τέλος θα έχει πια συντελεστεί. Για μας τους υπόλοιπους, η άπειρη αναμονή είναι ένας χαλασμένος συναγερμός μα ταυτόχρονα ένα συνεχές εκμαυλιστικό κελάηδισμα. Στο άκουσμά του, σιγεί το τραγούδι των εντοιχισμένων πεύκων, οι κίτρινες διαγραμμίσεις του όρχου ασθενοφόρων, οι κλαγγές των σκευών στο εστιατόριο του ισογείου, οι βόλτες με συνοδεία, με στραβοπατημένες παντόφλες και πράσινες λινάτσες. Γενικά, η ίδια η ζωή όπως συμβαίνει, μες στο ντουλάπι της. (Όπου τίποτα δεν συμβαίνει , μέχρι να συμβούν τα πάντα μονομιάς).

photo: Joshua Yeldham (born 1970)

Owl of tranquillity (detail)
2015
Pigment ink-jet print
Collection of the artist

 

Εγκιβωτισμός VII/ το ασυγχώρητο κενό

image

Ένα ασαφές μεσημέρι με ελάχιστο φως, αφουγκράζεσαι, τον κενό ήχο που παρήγαγες ως εδώ. Ένα τρόλεϋ υλικών στον αντίποδα, τρίζει δαιμονισμένα σαν πανηγυριώτικη ρόδα, από τον διάδρομο. Ο λαιμός  κατακόκκινος σαν το παλαιό κονιάκ, και τα μάτια κλειστά δεν συνεργάζονται. Όλα είναι νύχτες που πάνε κι έρχονται σαν τρένα κι αφήνουν μόνο λίγο φως στο ξημέρωμα.
Αυτό αναρωτιέσαι: έχει απομείνει χώρος -να-ζεις- μέσα σε αυτή τη θάλασσα κενότητας που υπήρξες;  Στο ζεστό καλοκαίρι που πια τελείωσε ανεπιστρεπτί, η κενότητα ήταν ένα ακόμη δέρμα, μια αύρα που αναριγούσε τα μύχια σύνορά σου με τους άλλους. Έτσι άφριζες σε αυτή τη θάλασσα, μια στροβιλώδης οντολογική δήλωση, μια εκκωφαντική παρένθεση.

Αδρανειακό παραδειγμα: Όσοι έρχονται να σε συναντήσουν,  και είναι γνωστοί κατά κάποιο τρόπο,  δεν θα μπορούσαν να σου είναι περισσότερο άγνωστοι. Και πάλι τα όρια, που είναι το υγιές περίβλημα, ξεγελούν το μάτι. Πόσα όρια μπορείς να υπερβείς, μια συνθήκη διαβίωσης,  ένα πολυγραφημένο δαντικό συμβόλαιο;  Η αποστασιοποίηση από τη φιλία τους και τις αγκαλιές και τα δάκρυα, ενώ είναι μια κοφτερή και επιτακτική συνθήκη, μια στιβαρή επιλογή ανδρισμού, δεν παύει να τρέχει στη ραχοκοκαλιά σου σαν παγωμένο νερό. Αυτή η σύγκρουση είναι πλέον η πικρή συνείδηση του κενού που αντρώθηκε. Δεν επιλέγεις το συναίσθημα αλλά τη γλαφυρή φαινομενολογία του. Έτσι οι συμπεριφορές είναι αυλαίες που ανοιγοκλείνουν με ρυθμό, δίχως να αποκαλύπτουν κάποια παράσταση. Αυτές οι ίδιες γίνονται η παράσταση.

Ιστοριογραφικό παράδειγμα: Σε μια γιορτή ονομαστική, τέλη Μάη, είχατε βρεθεί σε επίσκεψη με την κόρη της δασκάλας σου στην Πέμπτη. Που είχε το ίδιο στήθος με τη μητέρα της σε δυνητική εξάπλωση, γεγονός που σου επέτρεπε να γνωρίζεις μια μελλοντική εκδοχή του πόθου σου, ενώ πραγματοποιούσες το παρόν φορώντας το προσωρινό φτέρωμά της στιγμής. Ένα στήθος ταπεινό που υπόσχεται το μεγαλείο της υπερπαραγωγής, ενώ είσαι έφηβος,  και απόλυτα ορμονικά μαστουρωμένος, έρχεται και φεύγει με την αύρα της θάλασσας, περιοδικά κάθε περίπου είκοσι δευτερόλεπτα. Το αυτό επαναλαμβάνεται και τώρα, με ένα απομονωμένο στήθος πια, διότι δεν θυμάσαι το πρόσωπο ούτε της δασκάλας ούτε της κόρης της.  Σε λίγο δε θα θυμάσαι ούτε το δικό σου. Όμως εκείνο το στήθος συνεχίζει αυθύπαρκτο έπειτα από τόσα χρόνια, το μακρύ ταξίδι της ηδονής και της υπόσχεσης. Πως είναι δυνατόν το κενό να χωράει κάτι τέτοια πράγματα; Ο πόθος και η θέληση,  ο έρωτας, οι μηχανισμοί των οργασμών,  όλα αυτά δεν ανήκουν. Ζουν την αέναη ζωή των φωτονίων και του σύμπαντος, επιστρέφουν σαν κομήτες περιοδικά, κλέβουν βαρύτητα από τη γειτονιά και τροχιοδρομούν εγωιστικά. Είναι τα μεγαλύτερα τσογλάνια του εμπειρικού γίγνεσθαι. Και σε αφήνουν να διαχειρίζεσαι μόνος σου, το όψιμο κενό σου. Έτσι αποφεύγουν το θάνατο, μα ακόμη καλύτερα, τον ίδιο το φόβο του θανάτου.

photo: Josef Koudelka
Czechoslovakia
1968
Gelatin silver, early print
© Josef Koudelka / Magnum Photos

 

εγκιβωτισμός VI/ πρωτόκολλο

sid55180m-webΗ ανάρρωση συμβαίνει πέρα από την αγωνία της υγείας, της θνητότητας, ή της απώλειας, ένα σύνολο χημείας και φυσιολογίας, πραγματώνεται, ούτως ή άλλως, όσο ο καιρός, φουσκώνει σα βραστό γάλα.  Στη διάρκεια των ωρών, παράλληλα γεγονότα αντιστρέφουν την αναμονή, σε ικεσία ή απόρριψη: αυτοϊαση δεν υφίσταται δίχως τη συμμετοχή ενός εαυτού, είτε θρησκόληπτου είτε αγνωστικιστή. Παράλληλα,  στη βεράντα, ένα ελαφρύ στρώμα από περιστέρια, αναπνέει μέσα στο φτέρωμά του. Λευκά περιστέρια, στη μαύρη νύχτα, που και που κανένα μαύρο, σαν ξεδοντιασμένο πρωτάκι, ένα στόμα από πούπουλα και θερμό αίμα. Στο Πρωτόκολλο του ισογείου η ισχνή προϊσταμένη αρχειοθετώντας, διατηρεί μια παιδική ανάμνηση, με το βρακί της κατεβασμένο στην τουαλέτα του σχολείου, ενώ δυο αγόρια χαϊδεύονταν.  Της θυμίζει αυτό: το κορμί, δεν ακολουθεί το πνεύμα πάντα (ή και ποτέ), και πράττει αυτόνομα, σαν ένα χαλασμένο ρολόι με έκκεντρα γρανάζια. Αυτή η ανακολουθία αρχειοθετείται και εδώ, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ο ένας απέτυχε να εξουδετερώσει τις αιτίες που πυροδότησαν τη ασθένεια και στέκει αμήχανος, σα χασοδίκης δικηγόρος απέναντι στην ετυμηγορία, ο άλλος θέλει να πεθάνει επί τούτου και αγωνίζεται επ’ αυτού αλλά πάντα δεν τα καταφέρνει (επίδοξος αυτόχειρας), κάποιος βρίσκεται στην τροχιά ενός αντικειμένου, που υπάκουε στη βαρύτητα, μια πανέμορφη μέρα με αιθέριο φως, άλλος καπνίζει τα συκώτια του μέχρι να αποσυντεθούν αλλά του αρέσει ο καπνός, και του μοιάζει η μόνη άξια αιτία για να ζήσει. Πολλές (αμέτρητες) περιπτώσεις για να ταξινομηθούν, απλώς πρωτοκολλούνται. Κάθε ένας φέρει την ανακολουθία του ως ορισμό του, ένα σεντόνι πεπρωμένου, αναπόφευκτο και κραταιό, όσο ο κόσμος ο ίδιος ή ο Θεός ο ίδιος. Έτσι μπορούμε με ασφάλεια να πούμε:  κάθε αρχή μιας ύπαρξης αποκωδικοποιεί την εξέλιξη, την ανάπτυξη και τη συνοχή, διότι περιέχει τη γνώση του τέλους της, και συνειδησιακά, αλλά και νομοτελειακά με όρους ενός συμπαντικού αναπόδραστου. Η νύχτα μένει, ενώ ο διπλανός βήχει τρανταχτά, οι αιχμές των πεύκων σβουρίζουν από το βοριά, ενώ τα περιστέρια προσθέτουν ένα γουργούρισμα σα γρηγοριανό ψαλμό. Στη διαδοχή των επιλογών που συμβαίνουν αλλεπάλληλα, βλέπω ξανά το κορίτσι – προϊσταμένη με το φρέσκο χαμόγελο, αγωνία των γλυπτών και των ζωγράφων, αμφιβολία του ποιητή. Ο έρωτας είναι μια συνθήκη πραγμάτωσης, μεγαλύτερη από τη ζωή, γι’ αυτό η τέχνη ανθεί πάνω του δίχως την τελολογική της διάσταση, με κατεβασμένο ή όχι το βρακί της.

photo: Julia Margaret Cameron
Vivien and Merlin from Illustrations to Tennyson’s Idylls of the King
1874
© Victoria and Albert Museum, London

εγκιβωτισμός V/ ορόσημα

Αν ήταν άλλοτε- που αυτό το μέρος το όριζε μόνο με το μυαλό- δε θα φοβόταν. Είχε βγει σ’ ένα χωράφι πεόνιες και στερλίτσες, με αίολους παπαγάλους, μια λιμνούλα δίχως βατράχους με αιώνιους γυρίνους γυάλιζε στον ορίζοντα, κι ένας χωματόδρομος αεροδρόμιο, σαν εκείνον που έπαιζαν τζάνες με σπασμένα μάρμαρα, Ιούλιος, τα σχολεία κλειστά, χώμα κι αλητεία.
Όμως τελευταίως- κι αφού έπινε επίμονα μέχρι να λιποθυμήσει- σε κάθε γωνιά του ονείρου, ξεχύνονταν οι δαίμονες της κάθε σκατομέρας. Έτσι ενώ βάδιζε αμέριμνος, από τον ίδιο δρόμο διέρχονταν, το ασθενοφόρο που έφερνε πίσω τον πατέρα μετά την επέμβαση στο ισχίο με αναμμένη σειρήνα, ένα όρνεο σακατεμένο από φουρνέλο της Πειραϊκής κουτσαίνοντας, κι ένα παιδάκι με κόκκινο ζιπούνι, βρεγμένο με θάλασσα. Όλοι τους τυφλοί και το ασθενοφόρο δίχως μπροστινά φανάρια. Ώρα μετά που περνούσαν, συνέχιζε η σειρήνα, και στον δρόμο ζωγραφίζονταν σημάδια απ’ τα λάστιχα, ενώ πάνω απ’ τα καλώδια της ΔΕΗ, ανοιγόταν μες στη νύχτα, μια κόκκινη γραμμή σα νυχιά. Το παιδί, πάντα νωπό, έμοιαζε να σέρνεται στην άκρη με ταχύτητα, αλλά το κορμί δεν άλλαζε θέση. Δεν είχε χώμα και αλητεία γι αυτό το άμοιρο. Στον Αη Γιώργη, ο αυτόχειρ φούρναρης του φούρνου επί της Γεναδίου στο νούμερο 7, διάβαζε δυνατά από τα μεγάφωνα, την επιστολή προς τη φουρνάρισσα. Που και που η φωνή του μικροφώνιζε: «- Κουράστηκα πια να ζυμώνω. Σε αφήνω. Όσα ζήσαμε ήταν νερό. Στο κομοδίνο έχω ένα σουγιά σε κοκάλινη θήκη, σπάστην και τρίψε τα κομμάτια στη μαγιά. Ζύμωσε δώδεκα πρόσφορα και με τη λάμα χάραξε: ΠΑΕΙ ΚΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ…κι όσοι προλάβουν, μοίρασέ τους, μα μην πάρεις λεφτά, για το συγχώριο. Κόλλυβα μην ψήσεις, το’ χω για κακό.» Ενώ διάβαζε, η μακαρίτισσα η μάνα του, ερχόταν σα χαλασμένη κούκλα, και τού ριχνε στους ώμους ένα πλεχτό, κόντευε χειμώνας και το κρύο δυνάμωνε. Η γυναίκα του δάγκωνε τα χείλια. Κόρνες ακούγονταν από επικείμενους γάμους, ανυπόμονες σαν τις γάτες στον οίστρο τους. Σκέφτηκε, αυτή η διαδοχή είναι η ζωή που συμβαίνει, όχι αυτή που ονειρευόμαστε, ούτε αυτή που μας υπόσχονται. Δυο τρία βιαστικά ορόσημα, και μετά η λήθη._

photo: εξώφυλλο της έκθεσης

(Mario Merz, Robert Morris, Barry Flanagan and Bruce Nauman)

εγκιβωτισμός IV/ τετραγωνισμοί

image

Κοιτώντας το δρόμο μπρος από το σπίτι, η ανάμνηση της πρωινής βροχής, δεκατριών χρονών με πράσινο μακό, μια εσοχή ονείρων που εκδράμει στον ορατό ερειπιώνα του χρονικού συνεχούς. Είναι μια μάσκα αρχαϊκης συνείδησης πια.
Την επιθυμούν τα ζώα που συναναστράφηκα με φροντίδα, λίγο νερό σε ένα πιατάκι εδώ, λίγο γάλα εκεί,  ισότιμα τη χαίρεται το χώμα, τα γεράνεια, το γαλάζιο τους τρίχωμα που φωσφορίζει μες στην κίτρινη νύχτα. Το μοιραστήκαμε.

Τακτοποιώ την μπλε φλέβα αντρισμού  που μεγαλώνει στις λέξεις και αναμετριέμαι με το κορμί μου. Την αλλαγή έτσι τη βιώνω: δεν ήμουν πάντα έτσι. Αντί να παράγει η ανθρώπινή μου διανόηση, καινουργή αντίγραφα με εγγύηση κατά της φθοράς, παράγει πήλινες κούκλες, που θρύβονται στο σβέρκο, στο αρμούς και στα αχαμνά. Την φτιάχνουμε τη φθορά μας.
Αναδύεται και βυθίζεται με τις παλίρροιες των επίχρυσων πόλεων, η λάσπη του χρόνου μέσα απο τα τρίμματα,  καλοκαίρι πάντα, ιδρωμένο το χρυσό χνούδι και τα χείλη ξερά.
Όταν κουράζεται, βάζει το δάσος να μιλήσει στη θέση της, εγώ μαγεμένος,
ένας ερωτιδεύς μαρμάρινος, συνοδεύω τα βελη της πέτρας με αιμοσταγείς μυρσίνες, επιθεωρώ. Πάντα  ο ψίθυρος του δάσους συναρτάται  με την εκμάθηση της γενέθλιας γλώσσας. Όπου όλα τα εργαλεία της είναι θολά παράθυρα της επιθυμίας, καλύτερα πλαίσια, μικροί τετραγωνισμοί. Σ’ αυτόν τον έρωτα, που δεν ουρλιάζει τα φωνήεντα, παρά τα παρατάσσει σε μια κλιμακωτή ανιούσα μονωδία, θυσιάζεται ο ψίθυρος. Μετά σε χαϊδεύω κάτω από τα αυτιά με ένα βυθισμένο απόγευμα. Με τον ήλιο κόνδωρα, στους υπνωτισμένους ανθρώπους σκηνοθέτη. Τα πυκνά βλέφαρα που γεννήθηκαν στη βροχή των χρόνων, που έφεραν τα δάση στο χρώμα τους, που έφτιαξαν τη γλώσσα, σε ορίζουν. Δεν ξερω άλλο πιο πολύτιμο απο σένα. Αυτό είναι το γινάτι μου. Αυτός κι ο ενεστώτας μου. Κι αν υπάρχουν ζώα στην κοιλιά της πόλης, που πρέπει να φροντίσω, με νερό, με γάλα, με το αίμα μου, είναι μόνο αρουραίοι και σταχτιές κατσαρίδες. Και γι ‘ αυτό που με ρωτας:
Ναι, αξίζει που πεθαίνει ο κόσμος για να ξαναγεννηθεί, αν νομίζεις ότι ο κόσμος είναι φοίνικας, και η ψυχή ένα καρμικό υπόθετο που θα μεταναστεύσει σε άλλο ορθό. Όμως όταν κάτι πεθαίνει,  απλά πεθαίνει/

photo: © Gregory Crewdson. Courtesy Gagosian Gallery