σιγαστήρας

Ας παρελαύνουν οι λέξεις α-νόητες,
σε τούτη τη ζωή,
που δολώνει τους πάντες
στο μεροκάματο/
κίνδυνος να χαθεί το νόημα δεν υφίσταται:
και το σεντόνι του χρόνου
θα σιδερώνεται,
κι οι άνθρωποι θα βασανίζουν όσο περισσότερους μπορούν
ως να πεθάνουν/
και για όσα αγαπήσαμε
ας μη μιλήσουμε ποτέ/

Και κάθε νύχτα, που με τα μάτια των γαλάζιων σκύλων*
θα διαρρηγνύονται τ’ άραχνα σκότη,
κι από το δέρμα σου
σαν ξύνεις με το νύχι,
θα κυλάει ασπρόφτερο,
ένα βαλσαμωμένο περιστέρι/
κάνε πως δεν είδες.

Έφτασε η στιγμή να γίνει και η ποίηση,
ένας αήθης σιγαστήρας/

*Μάτια γαλάζιου σκύλου: τίτλος διηγήματος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες/

photo: Arthur Tress – Children’s Surreal Nightmare – Dream Collector 13

η εμπειρική πρόσληψη/ θεός αν είναι

jessica-todd-harper-self-portrait-with-marshall-2008-web

Σε μια κυριακάτικη λειτουργία που συμβαίνει σε κάποιο ναό, μεγάλης ενορίας, ενώ οι ιερείς, εκτελούν χειρονομίες, σχηματοποιώντας τους υποδοχείς δικτύου – σταυρούς, λάβαρα, εξαπτέρυγα, κλπ- η αυστηρή και πυκνή θεϊκή ουσία κατευθύνεται προς την απλοϊκή συνείδηση των πιστών που περιμένει αδρανής και παθητική. Το ποίμνιο κοινωνεί αυτή τη ροή ανάμεσα στους υποδοχείς, και τη μετουσιώνει σε πεποίθηση, οι ιερείς λειτουργούν μόνο ως πεπεισμένοι (δίχως ίχνος αμφιβολίας θέλω να πω), και γενικά το όλον, ακροβατεί πάνω στην ιδέα μιας βεβαιότητας: της ύπαρξης ενός αιώνιου (βασιλικής υπόστασης και λειτουργικότητας) όντος που περιέχει όλους τους χρόνους και όλους τους τόπους. Στην πράξη μια ευκτική αναδύεται μέσα από όλα αυτά: η θέωση θα συμβεί με την καταστολή της ιδιαιτερότητας, είθε, λοιπόν, να καταρρεύσουν οι αντιστάσεις του (γήινου) εαυτού έναντι της ομοιομορφίας του αιθέριου και κοινωνούντος υπερσυνόλου. Την ίδια στιγμή, οι έφηβοι του εκκλησιάσματος, ζαλίζονται από τη θερμότητα της σάρκας τους και τα μάτια τους δακρύζουν (όχι από το λιβάνι). Ορισμένοι μεσήλικες, σκέφτονται αποκλειστικά την παγιδευμένη ζωή τους, και έναν καυγά που είχαν τις προάλλες στη δουλειά με τη νεαρή συνάδελφο (που όμως έχει τόσο όμορφα πόδια). Μια γιαγιά που γέρασε μες στο κουτσομπολιό και το φαρμάκι, αναγουλιάζει με τους βρωμιάρηδες που έχουν μαζευτεί στα σκαλιά του ναού, το πιθανότερο αλλόθρησκοι. Δυο νεαροί γονείς, ενώ μετατοπίζουν το βάρος του μωρού ανά πεντάλεπτο, ανασκοπούν προβάροντας τις λεπτομέρειες κάποιου μυστηρίου, όπου πρωταγωνιστούν ή συμμετέχουν, και αναρωτιούνται από ποιο μαγαζί θα ήταν πιο συμφέρουσες οι αγορές τους. Ένας επαγγελματίας φωτογράφος στο βάθος, μετράει τα επίπεδα του λευκού, και δοκιμάζει ένας φλας διάχυσης. Μια σειρά συγγενών μνημοσύνων, ειδικά των προσφάτων θανάτων, βουρκώνουν κοιτώντας την φωτογραφία του εκλιπόντος, και δεν μπορούν να χωρέσουν στο μυαλό τους, το μέγεθος της αδικίας που συνεπάγεται η απώλεια. Και οι ίδιοι οι νεκροί, με λαμπερό κι ευδιάκριτο περίγραμμα, ενώ βαδίζουν σαστισμένοι μες στο πλήθος – άλλοτε χιονίζοντας μια άγνωστη γυναικεία πλάτη, άλλοτε έναν κουκουλωμένο γέροντα, παιδικό τους φίλο από το σχολείο και συναγωνιστή που δεν τον αναγνωρίζουν πια- τους είναι αδύνατο να αντιληφθούν, που βρίσκεται επιτέλους το σώμα τους και σε τίνος το μνημόσυνο παρευρίσκονται.

julie-blackmon-time-out-2005-web

photos:

Jessica Todd Harper
Self Portrait with Marshall
2008
Archival pigment print
Courtesy of the artist and Rick Wester Fine Art, New York City
© Jessica Todd Harper

Julie Blackmon
Time Out
2005
Archival pigment print
Courtesy of the artist and Robert Mann Gallery, New York City
© Julie Blackmon