ένα μονοδιάστατο κορδόνι

Αχ η νιότη!
για όσα αγόρια ξαγρύπνησαν,
αφού προσέφεραν εκείνο το λουλούδι,
τόσα κορίτσια κοιμήθηκαν
επάνω στα φτερά των εωθινών ερωδιών,
εκεί που καταλύουν
-στερούμενοι άνωσης και βραγχίων-
οι αυτοδύτες των νεφών/
μα όσο κι αν περιφρόνησαν
βρώμικες πόλεις που ανοίγονταν κάτωθεν,
τους ανθρώπους – υφαντά,
κι όσα αδέσποτα
τους έγλυφαν τα πόδια,
σαρωτικά/
παταγωδώς/
κατέληξαν με τον καιρό,
ένα μονοδιάστατο κορδόνι εμπειρίας και γήρατος,
που όλο και φουσκώνει,
μέχρι να μας αφήσει χρόνους με ένα μπαμ!

photo: Arthur Tress – Woman with Seven Sea Turtles, Bahamas

9334ArthurTress (1)

δέρμα

Το ξέρω καλά τούτο το δέρμα:
όριο του πρώτου έρωτα και των εφηβικών ειρμών
έτσι όπως ανάβουν
τις νύχτες
οι βουβές ιτιές,
και τα ακροϋπνια των γλάρων/
στην φαιά έκταση των αδύναμων στίχων μου
δεμένο,
στα γράδα του με λαιμαριές,
το φόρεσα,
ενώ ξίδιαζε ανήμπορο
-προτού οινοποιηθεί-
κάποιο μεσημέρι
καθώς αναμετριόταν
με το εναλλακτικό κορμί μου/
άνοιξη του ’81,
κι ο καιρός
κατέρρε στη νιότη του/

photo: Robert Doisneau
Mademoiselle Anita
1951
© Atelier Robert Doisneau, 2016

άνοιξη

Αντέχεται η άνοιξη
με βαριά καρδιά,
των νεαρών μίσχων η γλύκα και το πράσινο,
το χρώμα μιας φυλακής ή μιας θάλασσας,
κι η ρόδα της Ανάστασης που άναβε από μέσα/
όσες πομπές βαδίσαμε αργά, προς το κοιμητήριο του χειμώνα,
κι ένα χρονικό χελιδόνι
στης αποθήκης τη χελιδονοφωλιά,
εκείνη που ήρθε προς το τέλος,
να μας διδάξει ξανά την αρχή κι όλοι την κοιτούσαμε δακρυσμένοι,
τα διάφανα χέρια των νεκρών μας επαλλήλιζοντας.

photo: Janet Flanner
Letter in the shape of a tulip from Janet Flanner to Mercedes de Acosta
1928
The Rosenbach, Philadelphia

 

 

 

συγχώρεση

Στο καλό μας σερβίτσιο,
όπου ζω απερίσπαστος/
οι δεντράνθρωποι αγορεύουν δικηγόροι της διάχυσης
κι οι νεράιδες/
απολύουν τα εγώ τους σε χυμένους καφέδες/
τα φορέματά τους από φτηνό χαρτί, 
επενδύουν στις λιωμένες μυρσίνες/
και σ’ αυτό το φως στην κορφή της απόλαυσης
-που το κερί της ευωδίασε μύρτο-
πάνε χρόνια,
όπου τα μάτια μας απάντησαν
με νύχια/
Τις ακίδες του έρωτα αφαιρώ με μπαμπάκι,
πίσω αφήνω τα σύννεφα και τις γλώσσες φιδιών,
σιωπηλά να αχνίζουν σε έναν κύκλο περίστροφο/
Και αν αστράφτει λευκό
στο φεγγίτη το φεγγάρι
 -ουλαμός οπλιτών-
μες στη νύχτα μπουμπούνισε,
δυο τραγούδια θύσανους/
(το ένα του γάμου)
Δε θα πάρεις συγχώρεση απ´ τους κέδρους του τέλους/
δε θα πάρεις το τέλος με συγνώμες και κλάδεμα/
Στο βοριά ανατέλλει το απεχθές εγχειρίδιο/
η βουβή παγωνιά του
-ενόσω βυθίζεται-
είναι η πρέπουσα λύτρωση:
όσο πιο βαθειά/
τόσο πιο κρύο.

Πίνακας: Frida Kahlo – Two nudes in the forest (the earth itself) – 1939 – oil on metal – 250 x 305 cm

η βροχή/ ο ασαφής θάνατος 

Η μυρωδιά του κερασιού στη γλώσσα μου,
βυθίστηκε βράχος
με καυτή κοιλιά και παγωμένα μέλη,
πηχτή σταγόνα χρόνου δίχως όρια,
όζον αψύ και θρυμματισμένη στάχτη/

Μετράω τη βροχή στα πλευρά σου ενώ βαριανασαίνεις,
σε κάθε στάση,
ένας φάρος με σκουριασμένο κάτοποτρο,
τρίζει στη χωρική του περιδίνηση/
μόλις φτάνει το σκοτάδι,
ζωγραφίζεις
στον τοίχο μιαν όρθια μέλισσα
-κύτταρο-
που διατάσσει τη στιγμή καθ´ ύψος,
και υλοποιεί
το χρόνο – σταγόνα μελιού/

Ενώ οι φωλιές του νερού
υποχωρούν,
σπίθες – κερί μυρίζουν έγκαυμα,
κι η εικόνα κλαίουσα περί της ουλής,
φέγγει απ’ το κελί, τα μάγουλα της Παναχράντου εν αρμονία/
Εκεί, στο καμένο χώμα της άνοιξης,
μια αποτυχία κυψέλης
που ζυμώνει με λάσπη,
θηλυκώνει ακριβώς
στη δαντέλα του νερού προς τον ασαφή θάνατο/

(να σμίξεις με τη βροχή
σημαίνει
-φτωχή σταγόνα-
απώλεια ταυτότητας,
εντός του πλημμυρισμένου όλου)

photo: Alvin Langdon Coburn
Leicester Square (The Old Empire Theatre)
1908, published 1909
Photogravure on paper
Image: 206 x 172 mm
Frame: 508 x 406 mm
Wilson Centre for Photography

ο ψίθυρος των απόντων 

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι:
διατελώντας πλέον
ασαφείς και υδαρείς,
πώς προέβηκαν στα απονενοημένα που τους καταλογίζουμε,
με κόκκινα μάτια κι άσπρα μάγουλα,
και νύχια που συνέχιζαν να μεγαλώνουν,
εκεί που ο θάνατος στερέωνε
το χλωμό του φως
επανορίζοντας,
μια νέα ακινησία/

Ανυπεράσπιστοι, πώς
καταδικάστηκαν ερήμην τους,
κι εξακολουθητικά,
να διαβάζουν τα λόγια τους μες στο στόμα μας,
προς χάριν αστεϊσμών
ή διδαχής,
είτε μομφής,
είτε νουθεσίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι,
και την επίμονή τους δυσαρέσκεια,
όσο η νύχτα τους σκεπάζει:
πόσο πιο μαλακοί οι ίσκιοι της, από τα θορυβώδη οστά τους/
τα κρύα χέρια τους
στη δική τους κάμαρη,
είτε σε θαλάμους μεσοπολεμικών «εξωτικών» νοσοκομείων,
τα μάτια τους που
ανθίζουν πάνω μου,
κάθε που αποβαρύνομαι
στα χωμάτινα κάτοπτρα της ματαιοδοξίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι
και την αδρανοποιημένη ανάσα τους,
πίσω από το αυτί μου/
τις γρατσουνιές στο μπράτσο μου,
μια Κυριακή με αυγινή σελήνη,
σε τούτο το τραπέζι όπου
όλοι τρώμε με σκεπασμένα πρόσωπα,
κι ενώ η λήθη
σκαλίζει βουβά τη μεσοθωράκια
τρύπα της,
τον ψίθυρό τους αφουγκράζομαι,
σαν να ναι μέσα μου,
ακέραιοι κι ηχηροί,
ωσεί παρόντες/

ΚΛ – 28/09/2016 (Δεν ξεχνιόμαστε)

photo: Roman Vishniac – Inside the Jewish quarter, Bratislava, circa 1935

10 minimal σπουδές για τη φθορά και τη νύχτα

 

Ι

Η καμπύλη του λαιμού

ο γεωμετρικός μέσος της νύχτας/

αηδόνι – φωλιά – έγκαυμα

και διττά πρωινά χάδια/

ΙΙ

να πως λιμνάζει η επιθυμία:

νύχτες και νύχτες φύεται

στο σεντόνι των ταύρων/

μια μελάτη στύση,

προτού να σφίξει/

ΙΙΙ

Η εκτέλεση της ζωής/

είναι προϋπόθεση μιας αναγέννησης

με όρους,

κι αυτός είναι ένας

ικανός και αναγκαίος φόνος/

για οποιαδήποτε εξουσία/

ΙV

σε ένα μπράτσο καλοκαιριού/

κάμποσα ανθάκια γιασεμιού,

χλωμιάζουν απ’ το λευκό στο

κίτρινο/

μια επιτύμβια αντίδραση

στον παστέλ θάνατο/

V

λίγο πριν την παράδοση

στην ταπεινή τους σαρκοφάγο/

όλοι οι ανέστιοι αγγέλοι/

λάμνουν στο χρόνο,

σα λιβελλούλες τραβεστί/

VI

στα χέρια όπου ανθούν

οι φλέβες αραβουργήματα/

δεν αποκαλύπτεται το θείο

δια της απεικονίσεως/

VII

από τα πιο ισχνά λιόδεντρα

μετά από τη βροχή/

φουσκώνει ο καρπός,

νευρικός κι αψύς σα νεαρό λεμόνι/

VIII

Μέγιστος ο ήλιος,

μα το σκιάδι του τρισμέγιστο/

ο καθείς ας ορθώνει/

τη δική του σκιά/

ΙΧ

η έπαρση της ζωής διαβρώνει/

την ίδια τη συνείδηση της φθοράς/

πολλά φλύαρα πετεινάρια

κακαρίζουν αθανασία,

μετά από λίγο καλαμπόκι/

X

η εντολή του χρόνου

τελεί υπό αμφισβήτηση:

μοναχικοί μοναχοί,

συμβιώνουν ισοκρατώντας τη διαστολή/

ενώ το σύμπαν σιωπηλά εσωστρέφει.

photo:

Ernst Hugo Lorenz-Murowana (1872 -1950)

Mondschein über dem alten Berliner Schloss, im Vordergrund spiegelnder Fluss mit angelegten Booten.

le temps perdu

image

Το βράδυ πάλι/
είδε το τρίχρονο με το σωσίβιο  και τον μανδύα φωτός,
που γελούσε κακαριστά
στον ξινό αέρα/
ροκάνες κροτάλιζαν,
η ανάσα του μύριζε μασημένο σπίρτο/
στα μάτια δύο κόγχες με μνήματα,
όπως στο πρώτο πρώτο όνειρο,
δώδεκα του Δεκέμβρη/
 
είπε:
-έφερα τον χρόνο που περίσσεψε/
θα τον κάνουμε γαλάζιο έρωτα,
θα τον κάνουμε γυναίκες με κόκκινα μαλλιά, 
που εγκαταλείφθηκαν να ανθοφορήσουν ηλιοτρόπια σε άλλα χέρια,
θα τον κάνουμε ταξίδια με το καΐκι,
που χάσαμε εκείνη την άσπρη μέρα/
με τους βράχους στην πλώρη 
και τον βρεγμένο καπνό/
θα ερωτευτούμε μια κοκάλλινη Harley, δίχως κράνος/
θα γεννήσουμε κι άλλα παιδιά,
θα αγαπήσουμε κι άλλους σκύλους…

ενώ βούλιαζε γοργά ως τη μέση στη μαύρη λασπη,
κι ο μανδύας άρχισε να σβήνει/

ποιός να τον πίστεψε; 

photo: John Pfahl (American, b. 1939)
Wave Theory I-V, Puna Coast, Hawaii, March 1978
1978
From the series Altered Landscapes
Chromogenic development (Ektacolor) process prints, 1993
George Eastman Museum, purchase

ένα οδυνηρό ενύπνιο περί δημοκρατίας

bischof-demonstration-on-the-piazza-del-duomo-web

Σε ένα κυριακάτικο ενύπνιο του χειμώνα που μας πέρασε

-δικοί και ξένοι-

αλλάζαμε αργά σε μια αγκαλιά από ορφανά μόρια

ανθρώπων και τόπων,

μ’ ένα συριγμό ενοχλητικό,

στα όρια της άνω ακουστότητας,

ισοεντροπικοί και δημοκράτες/

μες στην κοιλότητα των εναρμόνιων φάρων που μας τύφλωνε/

ενώ ο παλμός τού καθενός

-που είναι κατιτίς που μεγαλώνει, με δική του ζωή και θέληση εντός του-

τον έχριζε σκεύος απλό

και τον απεμπολούσε,

σαν την τρίχα μες στο γάλα/

Είναι κι αυτό μια προδοσία άμα το σκεφτείς,

βαθιά/

κι εσωτερική όσο δεν παίρνει.

Να μην ταιριάζεις ούτε με τα ίδια σου τα σπλάχνα.

 

photo: Werner Bischof (1916 – 1954)
Demonstration on the Piazza del Duomo
Milan, Italy, 1946

το δέντρο

Lucia Radochonska

 

την αυγή κοιτώ το δέντρο από χαμηλά/

μια καμπύλη δύναμη

που μαχαίρωσε τη χθεσινή σελήνη

ανεβαίνοντας/

βάζω την πλάτη μου στον κορμό

κι αφουγκράζομαι/

καθεμιά περίφραξη των ετών/

πως εκτείνεται στο ρυθμό της/

και τον σηματοδοτεί/

και τον εννοιοδοτεί/

και εδώ

καθαγιάζοντας

που σπρώχνει το σπίτι αποβραδίς/

συθέμελα

στη σκάλα, με τη νοτιά,

δόντια που βγάζει και επαίρεται/

και λέει η μάχη μου

είναι μετρική/

και εμβαδού/

και απόστασης/

μα η ψυχή μου

είναι των νεκρών σου, η πυκνή ανάσα/

που την αραιώνεις

μες στο χρόνο

αυτάρεσκα/

για λόγους επιβίωσης/

 

photo:Lucia Radonchonska – untitled 1973