η μοναξιά του «δύο»*

Μονάκριβή μου, εσύ…
η μοναξιά του «δύο»/
ένας ανίσχυρος ζυγός,
μες στο απειροσύνολο των πρώτων/
εσένα διαλέγω να σου διαβάζω τα ποιήματα για τις σκιές/
για τους αυτόχειρες στρατιώτες που γλιστρούσαν
μες το γαλάζιο αντιβούισμα σαν μέδουσες/
για μέρες που προέτρεχαν
σαν αποξεχασμένα χελιδόνια,
όπως στη θύελλα των απλοϊκών ρόδων,
μια έκπαγλη στερλίτσα καθρεφτίζει τη μυρωδιά της
στα κόκκινα βιτρώ/
τι τραγική ειρωνία!
κανείς να μην εμπλέκεται στην ερωτική αυτάρκεια,
για τα ζωντανεμένα οχυρά
και την αβεβαιότητα/
για τα σκληρά τους μέλη
όπως ίσιωναν και ξαναΐσιωναν,
ιερουργοί,
τα βρέφη στο θυσιαστήριο/
Είδες που ήρθαν
επτά ριπές από τα δυτικά
μαζί με το φρούριο που ξεχείλιζε
φακέλους;/
κι έψελναν στεντόρεια στη γέφυρα των στεναγμών
μια χορωδία ένδεκα ουσσάρων,
μα η ουσία μου διέφευγε από τις χαραμάδες τους σαν
φρέσκος μούστος/
κι ας είναι πάντα χειμώνας
κι ας αισθάνεσαι αδαής να καταπιείς το καταραμένο φίδι,
μην ανησυχείς!/
Δε φαίνεται να εξαφανίζεται η εικόνα των φοινίκων,
το γάργαρο γέλιο της Γερμανίδας τουρίστριας ή η αγάπη μας που καιγόταν σαν τα τροπικά δάση τον Αύγουστο/
Να εδώ, σου διαβάζω τα ποιήματα/
Επειδή ομνύω
να φυλάττω
τον γεννήτορα
χρόνο μας,
ως εαυτόν._

  • Πρώτοι, είναι όλοι οι φυσικοί αριθμοί, που διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και με την μονάδα. Μερικοί πρώτοι αριθμοί είναι π.χ. 2, 3, 5, 7, 11, 13, 17, 19, 23, 29, 31, 37, 41, 43, 47, κλπ. Όλοι οι πρώτοι είναι περιττοί αριθμοί εκτός του 2, που είναι ζυγός. Η ίδια η μονάδα, θεωρείται εξαίρεση και δεν κατατάσσεται ούτε στους πρώτους ούτε στους σύνθετους, για λόγους μαθηματικής συνέπειας με ένα σωρό θεωρήματα. Ας πούμε πρόχειρα επειδή μπορεί να διαιρείται πολλές φορές με τον εαυτό της, δίνοντας ίδιο αποτέλεσμα. Ένας άλλος λόγος ελαφρώς λιγότερο διαφωτιστικός αλλά μαθηματικά ορθός σημειώνεται από τον Tietze [1965], ο οποίος δηλώνει: Γιατί ο αριθμός 1 να αποτελεί εξαίρεση; Αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο συχνά θέτουν τα σχολιαρόπαιδα, αφού όμως είναι θέμα ορισμού δεν είναι αμφισβητήσιμο…

photo: Ruth Maddison (born Australia 1945)
No title (Woman collecting a Christmas present from the car)
from the Christmas Holidays with Bob’s Family, Mermaid Beach, Queensland series
1977-78, printed 1979
Gelatin silver photograph, coloured pencils and fibretipped pen, ed. 1/5
National Gallery of Victoria
Purchased, 1980

ακατάλληλοι για ποίηση

Για όσες αρνήσεις φυτεύτηκαν στο κενό μας,
θα φυτρώνει πάντα μια αδιαμφισβήτητη κατάφαση/
η άρνηση της πτήσης
στις κατασκευές του Λεονάρντο,
θα ανακαλεί τη νομοτελή βαρύτητα
ενώ η απώλεια της νιότης μας,
θα οδηγεί
στη θεοποίηση του κάλλους,
κι όμως
πικρά θα διαπιστώνω διαρκώς,
πως δεν τα καταφέρνουμε να αποφανθούμε
ούτε για την πτήση ούτε για το κάλλος,
έτσι περιγραμματικά κι ασθενικά που πορεύονται γύρω μας,
σαν με τα δάχτυλα ενός αγάλματος στραμμένα
προς τη δροσιά των άστρων,
την ωραιότητα απλά υμνώντας ενός πολεμιστή,
ή τις φλύαρες σπηλιές
εκείνης της κοπέλας με το ασύμμετρο βάδισμα,
ή την αναλαμπή μιας εκκένωσης
στο χθόνιο λιβάδι,
τις σάρκες που βλήθηκαν
και το πώς μύριζαν οι κορυφές των πεύκων μετά/
Αποδειχτήκαμε τόσο ακατάλληλοι για ποίηση,
όσο ένας κόκκος σκόνης
που προσπαθεί να εξηγήσει τις τρεις διαστάσεις,
στο χρόνο και στους θεούς.
ΚΛ – 30/07/2017

 

photoGertrude Käsebier
The Sketch (Beatrice Baxter)
1903
platinum print
Gift of Hermine Turner
Collection of George Eastman House,
International Museum of Photography and Film

ονειροκρίτης

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μια οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα, 
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανέβει τα σκαλιά,
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μας μασσούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο,
που πάει κι έρχεται σα βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει/
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα «άσπρο άλογο»:
«μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει»/

ΚΛ – 25/07/2017

photoJerry Uelsmann (born 1934)
Bloomington, Indiana
1958
Gelatin silver print
19.9 x 18.3 cm
© Jerry Uelsmann

το απαραίτητο φεγγάρι

Εδώ σε τούτο το συρτάρι φυτρώνουν τα ποιήματα:
άλλοτε είναι γέροντες που μασουλάνε με τα στραβοχυμένα – από το ΙΚΑ – μασελάκια τους,
τα πάντα όσα αντενδείκνυνται στο διαβήτη,
καραμέλες βουτύρου, ζελεδάκια, 
ένα ώριμο δαμάσκηνο,
τα μάτια τους είναι μονίμως υγρά,
και τρέμουν το χρόνο/
άλλοτε μυρωδάτοι έφηβοι, κούροι και κόρες,
με συμπαγή μπούτια κι αρχαϊκό χαμόγελο,
απλώνουν τα ολοκαίνουργια φτερά τους,
αγέρωχοι στα όνειρα
κι όταν αγκαλιάζονται
ο χρόνος τούς τρέμει/
άλλοτε εμείς οι ίδιοι,
που ανασαίνουμε βαρύτερα,
κοιμόμαστε λιγότερο,
μουδιάζουμε περισσότερο
από πέρσι.
(κι ας ερωτευόμαστε το ίδιο)
Αδιάφορο στέκει πάνω απ’ όλα αυτά το φεγγάρι.
Κάθε ποίημα πρέπει να έχει κι ένα τέτοιο.
ΚΛ – 16/07/2017

photo: Unknown photographer
Griffith & Griffith (publisher)
Full Moon
1850-1900
Albumen print on cardboard
8.8 x 17.8 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg

η πρόβα

Σεβάσμιοι όπως γίναμε με τη δουλειά
και πάψαμε να ταΐζουμε τις λέξεις
με τα χέρια,
δεν έχω να σου γράψω, σύντροφε στα όνειρα/
μου πήρε η πλήμμη
-το ημερολόγιο των κυμάτων-
κάθε λευκό χαρτί που δίψαγε την ποίηση/

Όσο μεγαλώναμε με δεμένα τα φτερά,
τσακώνονταν τριγύρω μας
ο επιούσιος κι η φθορά,
όπως ερίζουν δύο σκυλιά
πάνω απ’ το ίδιο κόκκαλο/

Λέγαμε το κάναμε για τα παιδιά/
αρκούσε που -σε μια πρόβα σχολικής γιορτής-
αρωματικά χαμομήλια φύτρωναν στα μάγουλα
και τα λόγια απ’ τα τραγούδια,
βούιζαν στον ύπνο μας για μέρες μετά/
Ταυτόχρονα
έφυγε πρώτα – μες στην πίκρα- ο πατέρας,
έπειτα η μάνα,
έπειτα κάποιοι φίλοι,
τρίφτηκαν τα ρούχα,
μαράθηκαν τα χαμόμηλα,
κι αυτός ακόμη ο επιούσιος σκύλος
κατασπαράχτηκε
από τον σκύλο της φθοράς/

Ώσπου μεγάλωσαν τα παιδιά,
τελειώσαν οι γιορτές/

Εμείς όμως ακόμη εκεί/
«Είμαστε δυο, είμαστε δυο,
η ώρα σήμανε οκτώ»
κι ας επιμένει κάθε βράδυ
το ίδιο παραμύθι να ακουστεί,
κολλήσαμε στην πρόβα/

ΚΛ – 20/06/2017

photo: Vanessa Winship
Untitled from the series Imagined States and Desires. A Balkan Journey
1999-2002

© Vanessa Winship

αλυκές

Είναι η κατακρήμνιση στη στάχτη,
και όχι η περήφανη θάλασσα που μας οδηγεί/
κι όσο κι αν ζούμε
ως εντολές,
ή άρση μας
σ’ αυτήν τη συλλογικότητα
μας καθορίζει/
κι ενώ ταξιδεύει η ψυχή μας
τεντωμένη προς το άπειρο
όλο και ζαλίζεται,
καθώς ανάβουν τα φώτα τους οι αστεροειδείς/
οι βώλοι μας αποκλείονται,
από τη γεωμετρία του σύμπαντος/
κι οι αλυκές μας σκοντάφτουν πάνω τους,
ενώ το υποκίτρινο λευκό τους,
ματώνει/
μα δεν θυμάμαι να υπήρξαμε ποτέ
τίποτα καλύτερο.
Έχοντας πουλήσει τα χρόνια μας στον Βιτρούβιο,
κοιτώντας όλο προς τα μπρος,
η αλήθεια μας είναι αυτό που φυτρώνει στο αλάτι:
ότι ζήσαμε, ζήσαμε/
και δεν πρόκειται να μας επιστραφεί/

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
The State We’re In, A (Room 14)
2015
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

orwo DDR

Όσες στιγμές αντέχω,
είναι κείνες που ελευθέρωσα,
κι έτσι ελεύθερες με επισκέπτονται.
Τα εύθρυπτα χρόνια που σκάλιζαμε τον πάτο
στο λευκό αποικιακό κρεβάτι της αυλής
κι απαραίτητα
ένα βίντεο με τους δύο τους που ψιθυρίζαν/
όχι πως ξεχνιέται η φωνή,
ένα συνεχές μάντρα της κάθε μέρας/
Και το σπίτι όλο τ’ αποφεύγουμε.
Ενώ περνάει ένα νερουλάδικο που βρέχει το χώμα,
οι πόρτες ανοίγουν και βρίσκουμε εκεί
ένα πόδι η ένα χέρι που μας έλλειπε,
τα πεταχτά φιλιά κάτω απ’ τις ακούρευτες νερατζιές,
μια ελαφριά διάσειση
σε κάποιο φιλικό ή
στην αναμέτρηση με τα αστέρια/
τον κύριο Κοσμά που μας δίδασκε για τις Νεαρές
και τη Μαίρη που ρωτάει
πώς σκληραίνει το κορμί με τα χάδια,
το απόγευμα πίσω από τις πασχαλιές,
ο λαιμός της που μυρίζει σταφύλι/
το φύλο της,
που τρανώνει
σε μια επική υγρή κενότητα,
και επιδιώκει
να πυρποληθεί/
δεν έχουν οι άνθρωποι άκρη,
ούτε έχει άκρη η θάλασσα/
η θάλασσα μας ήταν πάντα
μια πράσινη αλάνα,
που ριγούσαν τα στάχια της ασπρόμαυρα
απαθανατισμένα
σε φιλμ Όρβο DDR.

photo: László Moholy-Nagy (1895-1946)
Once a Chicken, Always a Chicken
1925
Photomontage (halftone reproductions, paper, watercolor, and grapite) on paper
15 × 19 in.
Alice Adam, Chicago
© 2017 Hattula Moholy-Nagy/Artists Rights Society (ARS), New York/VG Bild-Kunst, Bonn

ένας δανεικός θάνατος

Κάποτε ίσως σωπάσει
ακόμη κι εκείνος ο επίμονος λυγμός που μας συνοδεύει
δια βίου,
οι αισθήσεις των λατρεμένων μας ίσως επιστρέψουν
σαν το σαρωτικό -εν οίστρω- κίνημα της Σετσεσιόν/
και τα φώτα κάθε αγροικίας στις λίμνες Ζέε
να ντραπούν τουλάχιστον δις
που αναπνέουν με τη μουσική,
σαν να ήταν η ίδια η ζωή ένα λήντερ του Σούμπερτ.
Κι ένας πάνθηρας ταγός,
όπως κατηύθυνε ο Κλιμτ τον χρυσό στα δροσερά της μπούτια,
να δακρύσει τους αδένες του
γρυλίζοντας ετοιμοθάνατος,
σε μια αλατισμένη μασχάλη/
είναι λέω, η απόλαυση,
ένας δανεικός θάνατος
ο ίδιος ή
η δαμόκλειος υπόσχεσή του;

photo: Wolfgang Tillmans (German, born 1968)
Eleanor / Lutz, a
2016
Ink-jet print
Dimensions variable
© Wolfgang Tillmans

Μαλανδρίνο

Κάποτε ο χρόνος θα γίνει
μια εντολή
σαν το σιωπητήριο,
ή ένα «ευλόγησον» παραδομένο σε λάθος παραλήπτη/
Η ίδια ελεύθερη στιγμή
– πχ. μια σχολική εκδρομή –
θα τεντωθεί μέχρι να σκάσει/
Το Μαλανδρίνο θα ξυπνήσει στου Μόρνου την κοιλιά,
κι η Θήβα των παρθένων,
θα αποστραγγίξει τις κερασιές
στο χιόνι της Αγόργιανης.
Εμείς
αμήχανοι θα συνερχόμαστε από έναν ακόμη θάνατο/
και τα ζωγραφισμένα χέρια μας
θα πλέκουν ξανά,
τις πόρτες και τα σχήματα
που φύτρωναν από της μάνας μας το στόμα/
Το βλέμμα σου
θα πολεμάει να με σώσει απ’ τον πνιγμό,
και θα ναι για πάντα καλοκαίρι.
Από το δίχτυ του,
δε θα διαφεύγουν ούτε πουλιά ούτε ψάρια, κι ένα πράσινο λεωφορείο θα μας πηγαινοφέρνει για μπάνιο στην Κινέττα
εμπλοκή/
Κι εκείνη η σκιάχτρα που άστραφτε ατσαλάκωτη,
πάνω από το ρέμα του Αρδεπάτη,
θα απαλλαγεί
απ’ το φαρμάκι του έρωτα
κι ίσως να γιάνει/
Το νυφικό της μου το παρήγγειλε απ’ τον κλίβανο,
Τρίτη πρωί, σιδερωμένο.
Έπειτα με είπε
Αδάμ
και με δάγκωσε,
στο δεξί πλευρό/
Τότε μόλις το πρόσεξα
που όλα τα κάγκελα,
είχαν αλλάξει
σε χαμωπούρναρα και γκορτσιές/

photo: Black And White Prison Cell, Alcatraz – San Francisco USA – Stock Photo

σιγαστήρας

Ας παρελαύνουν οι λέξεις α-νόητες,
σε τούτη τη ζωή,
που δολώνει τους πάντες
στο μεροκάματο/
κίνδυνος να χαθεί το νόημα δεν υφίσταται:
και το σεντόνι του χρόνου
θα σιδερώνεται,
κι οι άνθρωποι θα βασανίζουν όσο περισσότερους μπορούν
ως να πεθάνουν/
και για όσα αγαπήσαμε
ας μη μιλήσουμε ποτέ/

Και κάθε νύχτα, που με τα μάτια των γαλάζιων σκύλων*
θα διαρρηγνύονται τ’ άραχνα σκότη,
κι από το δέρμα σου
σαν ξύνεις με το νύχι,
θα κυλάει ασπρόφτερο,
ένα βαλσαμωμένο περιστέρι/
κάνε πως δεν είδες.

Έφτασε η στιγμή να γίνει και η ποίηση,
ένας αήθης σιγαστήρας/

*Μάτια γαλάζιου σκύλου: τίτλος διηγήματος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες/

photo: Arthur Tress – Children’s Surreal Nightmare – Dream Collector 13