εκεί κυρίως

Θα ‘ρθεί καιρός
που θα βυθιστεί κι η ποίηση
στο σταχτί νερό της λησμονιάς,
ή τέλος πάντων, 
αυτά τα όνειρα
που μας συστήθηκαν ως ποίηση,
θα βυθιστούνε αντ’ αυτής,
ενώ στις γωνιές των δρόμων,
θα συλλέγεται η λάσπη τους
κι όλα τα υπόλοιπα φερτά υλικά•
πρώτη θα μουσκέψει
μια εικόνα των καλοκαιρινών ερώτων
όπως θα αντανακλά την παγωμένη αιωνιότητα•
ένα κορίτσι με μερσεριζέ μπλουζάκι
και το αλατισμένο δέρμα της, ή
η τέταρτη προβολή του Καουμπόη του Μεσονυκτίου
στο σινέ Ηλέκτρα•
έπειτα η φυσαρμόνικα στο Bella Ciao
κι ένα γύρισμα μ’ ένα περαστικό λα ματζόρε•
η αστρική φωταγωγία
στη σκαλίτσα του καφέ θέατρου
μετά το μονόπρακτο του Έντουαρντ Άλμπι•
τέλος οι γέροντες
που κόλλησαν στη μνήμη
σαν τα ένσημα του ΙΚΑ στις πράσινες καρτέλες
με τις εποχικές εργασίες,
άλλως πως,
δουλειές του ποδαριού•
άλλωστε υπήρξε και μια εποχή
που η ποίηση γραφόταν στο πόδι
καθώς
ένα ασθενοφόρο διακτινιζόταν,
πασχίζοντας να τερματίσει μια διακομιδή
γρηγορότερα από το θάνατο._
Η ποίηση γραφόταν
εκεί κυρίως._
ΚΛ – 05/07/2018

photo: David Williams (born 1952)
Royal Botanic Garden, Edinburgh
1980
Silver gelatin print
Collection: National Galleries of Scotland
Purchased 1997
© David Williams

Advertisements

ο τρόπος της λεύκας

-Πώς αγαπάς;
μια λεύκα που ψηλώνει ενάμιση εκατοστό τη μέρα,
αναρωτιέται•
γύρω της η πόλη, 
γεμίζει μπαμπάκι κι όνειρα
και τα χείλη της δαγκάνονται
σε ένα οριζόντιο οκτώ,
σημάδι του απείρου•
κάποιοι σταματούν,
κάποιοι βυθίζονται,
μα ουδείς ψηλώνει.
Αιτία είναι ο χρόνος
που δε λειτουργεί ως συντηρητικό πεδίο•
κανένα έργο του δεν είναι ανεξάρτητο της διαδρομής,
για αυτό και η υπομονή
είναι η αρετή των φαύλων•
Ο τρόπος της αγάπης
είναι της λεύκας ο τρόπος•
ο χρόνος που δε χρονοτριβεί._
ΚΛ – 03/07/2018

photo: Richard Hough (1945 – 85)
Edinburgh Bus Queue
Nd
Silver gelatin print
20.20 x 30.00 cm
Collection: National Galleries of Scotland
Presented by the Scottish Arts Council 1997
© The Estate of the Artist

 

εκκρεμές

Ανάμεσα στη βεβαιότητα
και στην αμφιβολία
αιμορραγεί ένας απλός
άνθρωπος/
Τα χείλη του,
ευθύγραμμίζουν τη σιωπή του
στις αμετάκλητες αλήθειες
που τον αφήνουν άυπνο•
το θάνατο,
το βρεφικό κλάμα,
τη σταθερή ανατολή.
Αυτό είναι ένα περιβάλλον
αρκετά ηχηρό
ώστε να αναρωτηθεί
για όλα τα μεταφυσικά δεκανίκια
που κατά καιρούς
χρησιμοποίησε.
Αλλά η πραγματική
αναπνοή του,
είναι ένα ουράνιο εκκρεμές•
η θάλασσα
-που διδάσκει το χρόνο,
πήγαινε έλα-
και το ανεξόφλητο δάνειο
που οφείλουν οι πληγές του
στο αλάτι της._
ΚΛ – 28/06/2018
photo: Daidō Moriyama (born 1938 Osaka, Japan)
National Highway 1 AT Dawn 1, Asahi-cho, Kuwana City, Mie Prefecture
1968
Gelatin silver print on Baryte paper
16.5 x 24.7 cm
Museum der Moderne Salzburg
© Daidō Moriyama

 

ημερολόγιο καταστρώματος

Θα ζητιανέψουμε κάποτε
απ’ τα παιδιά μας, περιεχόμενο•
θα ‘ναι χειμώνας και το κορμί μας
θα έχει γίνει πια μια φορεσιά•
μ’ αυτή θα μπαινοβγαίνουμε στα όνειρα,
και θα γεμίζουμε τις τσέπες τους
με καραμέλες
και μελαγχολικά φαντάσματα.
– Καλώς σας βρήκα, θα τους λέμε,
– Πώς και χορτάσατε ζωή,
σε τόσο νεαρή ηλικία;
Κι όλο θα σκοντάφτουμε σε μπιμπερό,
στις βόλτες στα πάρκα με λιακάδα,
στο πρώτο τους κινητό•
ή σ’ όλα αυτά τα «πρώτα»,
που δε θα μάθουμε ποτέ.
Γύρω μας η θάλασσα θα κοιμίζει
και τους ανθρώπους και τα ψάρια της,
μ’ ένα αντιμάμαλο νωθρό και σκόρπιο
σα στίξη ηπατική•
μα εκείνα θα πετούν ελεύθερα
και συμπαγή,
εκτός του πλού μας,
ένα σμήνος ψαρόνια σε σχηματισμό
δακρυόσχημης ατράκτου•
και τα ταξίδια τους θα είναι οι μάρτυρες
του χρόνου που μας γδέρνει•
όλες οι ξυραφιές τους
θα φέγγουν ανεξίτηλες στο φτέρωμα,
σαν ένα Ημερολόγιο Καταστρώματος
που γράφεται μ’ αυτόματη γραφή•
σχολικές γιορτές
και παιδικά γενέθλια με τον κλόουν Πίπη•
ένα αναμμένο μαγουλο που άχνιζε αλάτι
ή όλα τα ιώδη σάρκινα άνθη
που – ως εδώ – δεν κορφολογήθηκαν•
τίποτα δε θα παραλείπεται
δίχως κανένα έλεος•
διότι η λήθη
είναι ένα πρόβατο
που βυζαίνει μ’ αφοσίωση,
τη μάνα – λύκαινα
που το κατασπαράζει._

ΚΛ – 19/06/2018

photo: Alfred G. Buckham (1879 – 1956)
R100
c. 1920
Silver gelatin print
38.50 x 46.00 cm
Collection: National Galleries of Scotland
Purchased with the assistance of the Art Fund 2008
© Richard and John Buckham

η αφήγηση και το ταξίδι

Μερικές φορές μας αρκεί
που ο καιρός πυκνώνει
απλά με αφηγήσεις,
έτσι που η αφήγηση γίνεται μια βάρκα, 
πολύ βαρύτερη απ’ το ίδιο το φορτίο της•
μα αυτό είναι ένα θέμα
που επαναλαμβάνεται στην τέχνη
από τον Όμηρο ως τον Κέρουακ•
είναι τόσο ενοχικά ηδονικό,
να προτιμούμε το ταξίδι
απ’ τον προορισμό του•
για αυτό συχνά η ζωή παραμερίζει,
για να περάσει η ανάμνηση,
χαμηλή και αποτελεσματική
σαν οδοστρωτήρας.
Μια νύχτα που
έχασα το σφυγμό σου
και σιωπούσα για να σ’ ακούσω ν’ αναπνέεις
-κι η αναπνοή κόστιζε περισσότερο απ’ τη ζωή την ίδια-
όσες φορές βυθιζόμαστε
στην απόγνωση
μα πριν αλέκτορα φωνήσαι,
εγκαταλείπουμε αδίστακτα
εκείνο το αρχαίο τραύμα
που μας αυτοκαθορίζει•
έπειτα το τραύμα γίνεται ανάλεκτο,
που ακροβατεί
στην ψυχρή καρδιά μιας λεκτικής ουτοπίας/
όμως έτσι χάρτινο κι αδύναμο,
απλά πασαλείβει το χρόνο
στο θαμπό υπόβαθρο
της αυτοπροσωπογραφίας μας.
Πάντοτε βέβαια θα
εφευρίσκουμε ανάδοχους ικανούς να επιστρέψουν
το ευεργέτημα του θαμπού χρόνου,
κουρασμένοι από τη μεγαλοψυχία
και τις διαβαθμίσεις της•
και την καρδιά μας
θα την κερδίζει πάντα το ίδιο κορίτσι,
καθώς θα μαζεύονται τα σύννεφα
ηχηρά πάνω απ’ την Αλικαρνασσό,
κι ο Φασουλέτος θα κείται αδρανής
μες στη μυρωδιά της καταιγίδας•
όμως είτε με κάποια θύελλα
είτε με λυγμούς,
θα είναι και πάλι αδύνατον
να απερματίσουμε εντελώς
τις ξυραφιές της νιότης/
Αργά ή γρήγορα σ’ ένα ενύπνιο του
βαθύ χειμώνα θα επιστρέψει
η συμμορία
με τις μέδουσες,
έξω από την ψαροταβέρνα του Διαμαντή•
Κι εκεί θα άδουν για καιρό,
το Un bel Di Vedremo της Μαντάμα Μπάτερφλάι•
έπειτα για σαράντα χρόνια θα ακούγεται μονάχα η παύση τους•
εκτός ίσως απ’ τον ήχο που θα παλινωδεί
στα αβύθιστα βαρέλια
απ’ τα συσκευαστήρια του Ασπροπύργου ._
ΚΛ- 11/06/2018

photo: Duane Michals (American, born in 1932)
When he was young, he could not imagine being old. And now that he is old, he cannot imagine ever having been young
1979
Gelatin silver print
Duane Michals, courtesy of the DC Moore Gallery, New York, and Osmos, New York

πλειάδες

Κάθε βράδυ πια σε συναντά στα φανάρια,
η ζητιάνα της Ερατοσθένους,
στον ουρανό
αστράφτουν μόνο οι Πλειάδες,
λαμπρότερες κι απ’ τη Σελήνη,
και το οίδημα στο πόδι της θεριεύει
αραχνοειδώς,
τρίβει το στήθος της
με μιαν αυτάρεσκη αξιοπρέπεια/
τις σεξουαλικές ευχές της:
«-να γαμιέσαι καλά μέχρι να πεθάνεις!»
μεταφέρεις σε δοχείο ταπεινό
ως άγιο μύρο/
διότι πάντα θα υπάρχουν στιγμές να ανακαλυφθούν έτσι
μέσα από έναν παράφορο,
ή έναν τραγικό έρωτα/
όμως εσύ ο ίδιος
-που γεννήθηκες με ένα περίστροφο στο μπράτσο σου-
ενώ διαβάζεις τον Κίρκεγκωρ
σα να ήταν ο Καντ,
από παιδί μεθοδεύεις,
τη νομοτελειακή σου
αυτοχειρία._

ΚΛ – 29/05/2018

painting: Elihu Vedder (1836–1923) – The Pleiades – 1885 – oil on canvas (61.3 × 95.6 cm)
Metropolitan Museum of Art

Ιούδας

Καθώς καθοδηγούμαι προς τη
βεβαιότητα της αρχέγονης λαθροχειρίας,
ένας ακόμη προδότης,
λερός αργυραμοιβός,
περνάω απ’ τα δωμάτια
με τους βράχους και τα γυάλινα όνειρα,
τις αμμώδεις ατόλλες,
και τις μοναστικές σπηλιές,
πάνω από τα σκύτη των ασκητών
εν τη ερήμω•
έπειτα απ’ τα στάδια με τους ανθρωποφύλακες•
λέει ο ένας τους
– Πάντα τη νύχτα αποζητούσα…
και τα χείλη του είναι φουσκωμένα απ’ το αλάτι,
στα χέρια του βαστά
τον αιθέριο αμνό,
κι από τα ρούχα του στάζουν τα όνειρα•
αυτό με ξαφνιάζει•
η απέχθεια προς στα όνειρα
-που είναι αντανακλαστικό
αυτοσυντήρησης-
δηλ. η αγωνία του να μην αποκαλυφθεί•
να μην ακουστεί ο ιδρώτας του,
πώς επιθεωρεί
τα χρόνια που περάσαν
δίχως ίχνος/
ή αν τεντώνει κι όσο πρέπει,
η πορφυρή κρεμάλα,
που αναλήπτεται
πάνω απ’ το Όρος των Ελαιών•
μα που ποτέ δε φτάνει
σε ικανό
ύψος απογείωσης._


ΚΛ – 08/05/2018

 

lithograph: Sue Coe – The Ghosts of the Skinned want their Coats Back, 1998. lithograph / buff
13 3/4 x 10 1/4″ edition: 40 printed at the University of Connecticut at Storres

πανσέληνος

Κι έτσι οι απορημένοι φθόγγοι του βάλτου
πήραν κορμί
ψυχοσάββατο διανύοντας
με την πόρπη γυαλισμένη ως επιλόχεια θλίψη 
και η απαίτηση του χρόνου να προΐσταται
έγινε νομοθέτημα
στα χέρια πέντε δέκα
ανίδεων μυσταγωγών
ή τέλος πάντων
ημιμαθών εγγαστρίμυθων
-που κατηύθυναν τη φωνή
σε ένα χώρο
όπισθεν του παγκρέατος-
και οι μεσσιανικές βεγγέρες
έπαψαν με τα προξενιά/
ιδρωμένη η νύφη άλλωστε
κι ο γαμβρός πρώην Χίτης/
ένας φύκος θεριό
με κορμό μαστίγιο
απεκαύλιζε το προύχον της εμβολής (κατά το Θουκιδίδη)
και στη νύχτα αστράφτανε
μεμιάς όλες οι μαγνητικές εγκεφάλου/
νύχτα σα μέρα το λοιπόν
(αν όχι μια ακόμη απλή πανσέληνος)

ΚΛ – 29/05/2018

avoir και être

Έπειτα είναι κι οι στιγμές
που αναρωτιέσαι αν θα αρθεί ποτέ,
το σεντόνι με τις πέτρες
όπου γυαλίζει
μαύρο κι αχνιστό
το αρθρόποδο της μελαγχολίας,
ή αν θα πάψει ο υπερκείμενος σίφουνας
να μακελεύει ό,τι βρει,
τις παλιές φωτογραφίες των συλλόγων που σε περιέχουν
-και πλέον οι ραδιουργίες τους
εξυφαίνονται σε ένα ονειρικό κενό-
τη μακρά λίστα
των λησμονημένων φίλων
που κατέληξαν
προσδοκώντας ανάσταση
και ζωή του μέλλοντος αιώνος,
και μια ασπρόμαυρη εικόνα σου
με χοντροπάπουτσα,
όπου ένας έκθαμβος πιτσιρικάς
ακολουθεί τις πεταλούδες
που είναι πιο βαριές κι από τους ελέφαντες,
ανηφορίζοντας προς την Πορτ ντε Κλινιακούρ
μα βγαίνει
ξανά και ξανά στην Ελευσίνα,
με νυχιές στα φρύδια
και στο στόμα μια σχισιά
σα λαγόχειλο.
– Πρώτα να μάθουμε να κλίνουμε
τα ρήματα avoir και être, Constantin…
(που έλεγε κι ο μεσιέ Μερτζάνης._)

ΚΛ – 21/05/2018

ο λαμπρύνων εαυτός

Φτάνει κάποτε μια στιγμή,
που η αγωνία της επίδειξης υποχωρεί,
κι ο λαμπρύνων εαυτός
επιστρέφει με ένα φαράσι 
να μαζέψει τις στάχτες του/
Είναι συνήθως σούρουπο
και στην πόρτα τον περιμένει
Ο Μεγάλος Δικαστής ή
ο Μεγάλος Ευεργέτης/
Πίσω του αποθρυμματίζονται
τα τελευταία σκηνικά
των ταξιδιών
και των ερώτων,
όλες οι αφές,
όλες οι γεύσεις
και τα περισσότερα από τα ψοφοδεή ποιήματα,
που έγραψε
ή έζησε
ή σκέφτηκε να γράψει
ή σκέφτηκε να ζήσει/
Μα είναι μια Μόνα Λίζα των ποιημάτων,
που δε λέει να κατακρημνιστεί!
Στέκεται εκεί
σε ένα τέμπλο από αγριοτριανταφυλλιά
κι είναι πάντα άνοιξη και το τέμπλο ανθίζει/
Κάθε που την κοιτά
του αντιγυρίζει το δικό του φως, ζυμωμένο με κείνο το χαμόγελο•
έτσι τυφλωμένος εγκαταλείπεται
-δίχως να προλάβει να σκουπίσει-
στο ερεβώδες βένθος της λήθης
που τον καταπίνει._
ΚΛ – 16/05/2018

photo: Sally Mann (American, b. 1951)
The Ditch
1987
Gelatin silver print
47.5 x 58 cm (18 11/16 x 22 13/16 in.)
The Art Institute of Chicago, Gift of Sally Mann and Edwynn Houk Gallery, 2000.41
The Art Institute of Chicago / Art Resource, NY
© Sally Mann