Κωνσταντίνος και Έμιλυ/ ένα κείμενο με αφορμή το ποίημα Γένος (της Δέσποινας Λαλά Κριστ*)

Η Τέχνη δεν εκτελείται με κανόνες. Ο κάθε καλλιτέχνης δημιουργεί τους δικούς του την ώρα της έμπνευσης. Αν κάποιος «ελκυστικός» κανόνας προκύψει τότε τον επαναλαμβάνει. Βλέπω, λοιπόν, σε ορισμένα ποιήματα του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου -και μου αρέσει- ότι έχει κάποια ιδιόμορφα, κοινά στοιχεία με την Emily Dickinson. Κι αυτά είναι δύο, έτσι όπως τα σκέπτομαι: το πρώτο είναι η Ασάφεια, μια μάλλον  παιχνιδιάρικη αινιγματική χρήση λέξεων που όμως απαιτούν  προσοχή, αφού οι λέξεις κουβαλούν διάφορες έννοιες και πολύ εύκολα … λασπώνουν τα νερά. Το δεύτερο που τους χαρακτηρίζει αμφότερους, είναι η ξαφνική αναφορά ενός τόπου. Με την ασάφεια υπάρχει μια παρέκκλιση από το γνωστό, μια ανεπαίσθητη δόνηση- σαν ένας σεισμός- κάπου πολύ μακριά –αλλά αισθητός. Επιφανειακά  όλα δείχνουν γνωστά –η λέξη όμως;  Παράξενη, διφορούμενη απαιτεί προσοχή για καλύτερη σύλληψη της έννοιας. Έτσι λοιπόν αυτοί οι δύο ποιητές (και θα υπάρχουν κι άλλοι) χρησιμοποιούν αυτά τα δύο στοιχεία. Δεν φτάνει η ασάφεια των λέξεων, αλλά στα καλά των καθουμένων αναφέρονται σε μια πόλη άσχετη, γεγονός που για την Έμιλυ στοίχισε την υπόληψή της. Διότι αναφερόταν σε άγνωστα εξωτικά νησιά, που είχε επισκεφθεί ο George Gould* και η ερώτηση που εγείρετο ήταν: πώς ήταν σε θέση να γνωρίζει τα ονόματά τους, εάν δεν διατηρούσε αλληλογραφία με τον Gould; Για αυτό και πολλοί μελετητές κατέληξαν: « Ιδού ο άνδρας-έρωτας της ζωής της Ντίκινσον, που ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΟΥ εγκατέλειψε την κοινωνία»  αφού ο πατέρας της, έδιωξε τον νεαρό Gould από το σπίτι, κι αυτή θύμωσε τόσο που βρόντηξε την πόρτα της κι είπε εγώ δεν ξαναβγαίνω από το δωμάτιο μου! Εκείνο που δεν ξέρω είναι τι  θα πουν για τον Κωνσταντίνο,  –έτσι όπως πετάει το όνομα  μιας πόλης –το τρικ του –γιατί ξέρει ότι  το ξάφνιασμα πάντα γοητεύει. Έχουν οι ποιητές τα κόλπα τους να μας κρατούν προσηλωμένους στην ανάγνωση μια και δυο και τρεις φορές, να μας  ταρακουνούν για  να τρυπάμε τις λέξεις μέχρι να αντιληφθούμε την ακριβή τους έννοια,  γιατί όλες οι λέξεις της ποίησης είναι «απόκρημνες λέξεις» – όπως θα έλεγε η Διώνη Δημητριάδου – η οποία όμως δεν χρησιμοποιεί αυτή την μέθοδο γραφής. Έχει μια άλλη. Τη δικιά της.

Αλλά ας επιστρέψουμε σ’ αυτούς τους δύο που επιμένουν στην ασάφεια: η ‘Εμιλυ επί μονίμου βάσεως ενώ ο Κωνσταντίνος όταν τον βολεύει, όπως έκανε σ’ αυτό το ποίημά του- με τίτλο:

Γένος

Ορίστε η ασάφεια: Η λέξη Γένος έχει τις έννοιες της (είδος, κατηγορία, τύπος μορφής, (σόι) αντιπροσωπευτικός τύπος, καταγωγή, φυλή και  το γραμματικό είδος (αρσενικό, θηλυκό), μα εμείς συνεχίζουμε το διάβασμα χωρίς να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στην ακριβή έννοιά της. (αν όμως ο αναγνώστης συμπληρώσει την λέξη –γένος αρσενικού- θα κατανοήσει το ποίημα από την αρχή του και δεν θα έχει την ανάγκη να το διαβάσει 2-3 φορές. Άρα θα χάσει την ευκαιρία της μεγάλης αποκάλυψης των λέξεων στην πολλαπλή ανάγνωση για να θαυμάσουμε την σημαντικότητα ενός ποιήματος.

 Και πάμε στον πρώτο στοίχο:

Στο ασημένιο μπρίκι μου

Στο μπρίκι λοιπόν, δηλαδή  ένα μεγάλο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο με  δυο κατάρτια  που του επιτρέπει την χρήση πολλών πολυβόλων (αυτό να το λάβετε υπόψη σας σοβαρά). Το χρώμα  ασημί,  δηλαδή λευκόφαιο, σχεδόν άχρωμο, να μην γίνεται εύκολα αντιληπτό .

Σ’ αυτό το Μπρίκι «ιππεύει» ο Αργοναύτης – ήρωας τύπος warrior επί

τρία μερόνυχτα γήινου χρόνου

και οκτώ σεληνιακού,

ακόμα μία διακοπή. Έχουμε να κάνουμε με ηλιακό και σεληνιακό χρόνο. –ταρακούνημα και υπολογισμός-εγώ το βρήκα ως τρία χρόνια και οχτώ μήνες και σε όλο αυτό το χρόνο  νερά  και Άνεμοι να τσακίζουν δέντρα και μάντρες.

ένα ποτάμι κατέβαζε τον άνεμο ανατολικά  και τον τσάκιζε στο ασβέστινο τείχος ή στην ιτιά της αυλής./

ενώ ο ήρωας στον κόσμο του, χόρταινε αέρα.

Εγώ, καβάλα.

Τον άνεμο τον χόρτασα/

Μέχρι που παρουσιάστηκε η πριγκηπέσα όμορφη σαν νεράιδα/

έπειτα μια παραμυθία νεραϊδόσχημη,

κροκάλα γκρι μπλε,

μου ζέστανε την κοιλιά για μέρες/

(φτάνει ο Αύγουστος με την “ πριγκηπέσα ”  και τα πράγματα αλλάζουν. Οι λέξεις φλογισμένες απαστράπτουν ανακατεμένες με χρώμα,  φύση και κορμιά….

Τέλος τον Αύγουστο (αρχές) μου παραδόθηκε στην επιστροφή μου απ´ το ρέμα.

Τ’ αχαμνά μου έκαιγαν,

οι γωνιές με τις καβουρομάνες στο σάλιο του νεκρού,

έχασκαν πολύχρωμα όστρακα

θρυψαλισμένα,

σχιστόλιθοι και ιριδίζων βασάλτης/

Το κορμί της έκαιγε/

Η ζέστη του Αυγούστου κυριαρχεί. Αλλά ο ήρωας μας δεν αντιλαμβάνεται την ζέστη γιατί η  ματιά του είναι κολλημένη στα

αέναα στήθια και ηδύς ιδρός/

 ανεξάντλητος να τρέχει/

και φυσικά τρέχει. Όλα τέλεια κατανοητά με δυναμικές περιγραφές και μεταφορές

ευχάριστος από τις αισθήσεις,

λαξεμένο σπήλαιο στην εσοχή των βουνών,

υγρά/

αλλά συνομολόγησε τον πόθο και εβαπτίσθη/

μέχρι εδώ –μέλι γάλα-αμοιβαίος ο έρωτας. Τα πράγματα άλλαξαν όταν ο άνεμος έπεσε. Και όταν πέφτει ο άνεμος η ζέστη του Αυγούστου,  γίνεται πνιγηρή και πρέπει να ρίξουμε άγκυρα., και να εγκαταλείψουμε το σκάφος όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Δεν αντέχεται πλέον η μεξικάνικη έρημός με τόσες οχιές και καβούρια, τι να σου κάνουν οι λίγες νεράιδες….  Αφού…

Μόλις έπεσε ο άνεμος έπιασε η πηχτή ζέστη,

το σούρσιμο απ´ τις φολίδες της λιόχεντρας ηχηρό ως τα βαθιά πηγάδια,

ο ουρανός κίτρινος ανθρακί,

άνοιξα τα φτερά μου υγρές μεμβράνες να στεγνώσουν/

και γύρισα τα βλέφαρα αντεστραμμένα.

Οι βολβοί λευκοί και οι κόρες φευγάτες,

στραφτάλισαν το φως

και κατάπιαν το σκοτάδι/

Εκεί ιδού ο Νυμφίος,

αναλήφθηκα στην καμπύλη της σελήνης/

νεράιδες, οχιές, καβούρια εγκαταλείφθηκαν στη μεξικανική έρημο

κι έστω κι έτσι, 

και  ό ο ναυτίλος – warrior – εξέπνευσε-

με ξέπνοο πρωραίο,

ντυμένος το εφηβικό μου δέρας,

 αλλά τα νιάτα ξέρουν κι’ άλλα μονοπάτια . Παίρνουν τα βουνά.

ανοίχτηκα για την ορεινή Φωκίδα,

να ανταμώσω το γένος μου/

ΚΛ – 2013

Ένας ακόμη αρσενικός την έκανε, ενώ ο ποιητής έβγαλε ένα ακόμα αριστούργημα από τα σωθικά του φωνάζοντας στην έμπνευση, όπως η Ε.Ντ. «Take it all away and leave me the ecstasy of Creation

*Ο George Gould, από το χωριό της μητέρας της Έμιλυ, (Monson) ήταν φοιτητής στο Άμχερστ και φίλος του Austin, του αδελφού της. Συχνά τον προσκαλούσαν στο σπίτι για φαί και η συζήτηση κυλούσε πάντα προς την ποίηση-. Αυτός μιλούσε για Έμερσον  και Τέννυσον -γεγονός που γοήτευε την Έμιλυ και θύμωνε τον πατέρα της, Edward, ο οποίος επέμενε «η ποίηση δεν είναι ζωή»  για να ενημερώνει την Έμιλυ που έγραφε συνέχεια.  ‘Όταν η φιλία άρχισε να παίρνει την ροζ χροιά του ρομαντισμού ανάμεσα τους, λέγεται ότι πατέρας της Έμιλυ τον έδιωξε, επειδή τον θεωρούσε ακατάλληλο για γαμπρό. Ο νεαρός ήταν πολύ φτωχός, ήταν ρήτορας που κέρδισε όλα τα βραβεία της σχολής του 1850, τον ενδιέφερε και μίλαγε πολύ για   ποίηση και δεν έφταναν όλα αυτά αλλά εξελίχθηκε -στην εποχή της Αφύπνισης – ως έξοχος  Ιερέας όλα προσόντα προς απόρριψην για τον Πολιτικό, Edward Dickinson. Έτσι  τον πέταξε έξω από το σπίτι-ενώ η  Έμιλυ θυμωμένη έκλεισε με πάταγο την πόρτα του δωματίου της φωνάζοντας «αν δεν μ’ εμπιστεύεστε, δεν θα βγω ποτέ από το δωμάτιο μου»- το οποίο έκανε και όχι φυσικά για τον George Gould, αφού η Έμιλυ πάντα ερωτευόταν όταν συναντούσε κάποιον που είχε κάτι σημαντικό να πει- και γιατί όχι- κι έτσι ο George δεν ξαναπάτησε στο Αρχοντικό του Edward. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο  του Άμχεσρτ, πήγε στο Χάρβαρντ κι  έγινε γνωστός κι επιτυχημένος Ευαγγελιστής, αλλά όλα εις μάτην. Οι μνήμες της μεγάλης φτώχειας που υπέφερε ως παιδί του προκαλούσαν  μελαγχολίες που για να τις καταπολεμήσει, αφού πλέον ήταν οικονομικά άνετος,  έκανε διακοπές στα μακρινά εξωτικά νησιά του Ειρηνικού –ονόματα που αναφέρονταν στην ποίηση της Έμιλυ-και ιδού το τρανταχτό συμπέρασμα  των μελετητών –ότι στην  αλληλογραφία αποδεικνύεται ο έρωτας τους -κάτι που δεν το έλαβα  πολύ σοβαρά,- αφού η Έμιλυ στην ζωή της αλληλογράφησε με 2.400 άτομα-. Μερικοί μελετητές επιμένουν και  δεν διστάζουν να φέρουν το τελευταίο τους ατού. Όταν ο George Gould βρισκόταν στο κρεββάτι του θανάτου είπε στην γυναίκα του «η ζωή με απογοήτευσε…» (επειδή δεν παντρεύτηκε την Έμιλυ (;)) χωρίς να λάβουν υπόψη τους ότι και ποιόν δεν έχει απογοητεύσει -αφού  αυτό είναι το κόλπο της ζωής- να απογοητεύει,  κυρίως  τους Ευαγγελιστές κι αυτούς που καρφώνονται σε μια ιδέα και τα βλέπουν όλα από μια σκοπιά.  Πάντως η Έμιλυ χρησιμοποιούσε στην ποίησή της ξωτικά ονόματα νησιών έτσι όπως κάνει και ο Κωνσταντίνος με ευτυχώς πιο γνωστά μας ονόματα.

* Η Δέσποινα Λαλα Κριστ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αμερική λογοτεχνία, ψυχολογία και ιστορία. Παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Κριστ καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταφραστή ελληνικής λογοτεχνίας. Άλλα βιβλία της είναι τα εξής: Μυθιστορήματα: Νόστος (Κέδρος), Τα απομεινάρια του Θεού (Καστανιώτης). Παιδικά: Μια Μαργαρίτα (Κέδρος), Καπνός και Βλακείες (Κέδρος), Η ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων (Καστανιώτης). Για Νέους: Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω (Σύγχρονη Εποχή), Ένας μικρός Θεός περίσσεψε (Κέδρος). Κριτική: Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά (Καστανιώτης).

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2007) Το μυστικό της συγγραφέως, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Το ξωτικό, Περίπλους
(1999) Ένας μικρός Θεός περίσσεψε, Κέδρος
(1997) Τα απομεινάρια του Θεού, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Νόστος, Κέδρος
(1989) Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω, Σύγχρονη Εποχή
(1984) Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά, Εκδόσεις Καστανιώτη
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2002) Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, Αλεξάνδρεια

photo: Christian Thompson
Museum of Others (Othering the Anthropologist, Walter Baldwin Spencer)
2016
From the series Museum of Others
C-type print

Advertisements

ένα κείμενο με αφορμή τη Μοσχούλα ΙΙ (της Δέσποινας Λαλά Κριστ*)

 

Το «θαύμα» είναι μέρος της ζωής μας, συμβαίνει καθημερινά και δυστυχώς περνάει απαρατήρητο αφού κανείς δεν ασχολείται με την γραφή του. Ο λόγος είναι απλός. Οι συγγραφείς σαστίζουν εμπρός στο μεγαλείο του. Και να ως εκ θαύματος έρχεται ο κύριος Λουκόπουλος να περιγράψει όχι μόνο ένα, αλλά δύο, γιατί έτσι γίνονται τα θαύματα. Όταν έρθει ένα, έρχεται ακόμα άλλο ένα. Και ιδού ο τρόπος γραφής του

Κων/νου Λουκόπουλου

περί λειψάνων/ Μοσχούλα ΙΙ (βοήθειά μας)

απαραίτητη η ευχή. Προσοχή  μην παραμεληθεί από μελλοντικούς συγγραφείς θαυμάτων. Ακολουθούν λεπτομέρειες: εποχή, ώρα, τόπος, συμβάν…

..Τη νύχτα της παραμονής του Οσίου Ιερόθεου του Μαγγανάρη

κι ενώ κόντευαν μεσάνυχτα στη δυτική πλαγιά των Βλαχερνών – όλα τα κελιά στο μοναστήρι φωταγωγήθηκαν ταυτόχρονα για μερικά δευτερόλεπτα και στη συνέχεια έσβησαν με μιάς παρασύροντας στο σκοτάδι

(ο αναγνώστης τέλεια κατατοπισμένος….)

και μεταξύ άλλων αναφέρεται  το εξωπραγματικό γεγονός, μικρό γεγονός που δεν φαίνεται να παίζει και σημαντικό  ρόλο στο μεγάλο αυτό θαύμα…αλλά…)

μεταξύ άλλων -μια τυφλή νυχτερίδα προσβεβλημένη από το ραβδοϊό της λύσσας, που καθυστερώντας να επανακτήσει την υπέρηχη τροχιά της, συνετρίβη μοιραία στο στειλιάρι της σημαίας με τον δικέφαλο αητό-

( μικρό ατύχημα που όμως πρέπει να αναφερθεί με όλες της λεπτομέρειες που προκάλεσαν τον θάνατο της δύστυχης νυχτερίδας, αφού αυτή θα παίξει το μεγάλο ρόλο της μαρτυρίας. (Κι εκείνη την στιγμή που όπως αναφέρθηκε, όλα όσα φωταγωγήθηκαν, παρασύρθηκαν πάλι στο σκοτάδι.)

Σε αυτό το απόλυτο σκότος που διαδέχθηκε την έκλαμψη φωτός,

 το θαύμα έλαβε χώρα.

το λείψανο του Οσίου, ανελήφθη λιανό και απαστράπτον, με άπαντα τα παρασάρκια οστά του αιωρούμενα σε νέφος, πλην εκτός της αριστερής κνήμης η οποία παρέμεινε σφηνωμένη στο γυάλινο κιβούρι, πλεγμένη σε σταυρική παράθεση με το μεταξωτό σάβανο, ανάμεσα στο θαμπό τζάμι και μια ξύλινη βίδα από κέδρο του Λιβάνου.

(Η περιγραφή δεν μπορεί να δεχθεί καμία αμφιβολία ή αμφισβήτηση. Οι λεπτομέρειες είναι σαφέστατες. Αυτός που αμφιβάλει – γιατί δυστυχώς πολλοί αμφιβάλουν για την γένεση θαυμάτων – δεν έχει παρά να κάνει το ταξίδι στο Μοναστήρι και θα  διαπιστώσει ότι και η κνήμη (η αριστερή, παρακαλώ) και η βίδα από κέδρο Λιβάνου βρίσκονται στην θέση τους..

Εν τω μεταξύ προστίθεται ακόμη κάτι  που  θα παίξει όχι μόνο το ρόλο του αυτόπτη μάρτυρα, αλλά και θα διπλασιάσει το θαύμα της ιστορικής βραδιάς.)

Ένα θέοφωτο αστρόπλοιο με επιφάνεια τουλάχιστον τέσσερα στρέμματα εμφανίστηκε πάνω από τη θάλασσα, να κρέμεται σαν της Αγιάς Σοφιάς τον ελαιόχροντα πολυέλαιο, ακίνητο (ή σβουρίζοντας τόσο γρήγορα περί του κατακόρυφου άξονά του, που δεν το πρόφταινε το μάτι).

Ενώ το μάτι του αυτόπτη μάρτυρα κάποιου …

σιδεράς κατ’ επάγγελμα, μα κλαρινιτζής κατά περίσταση (γάμων, αρρεβώνων ή λαϊκών πανηγύρεων) καθώς και δεινός ψαράς Βύρων Λογοθέτης, έχοντας καλάρει για την ψαριά του προ ενός κιόλας μισάωρου

τη στιγμή του συμβάντος αγνάντευε τον όρμο ευχαριστημένος,

(κάποια στιγμή, θα πρέπει να το γύρισε προς τον ουρανο και είδε όπως)

καθισμένος στην πλώρη της βάρκας του «Μοσχούλα ΙΙ», μιας εκσυγχρονισμένης εκδοχής της πρώτης Μοσχούλας, βάρκας του πατέρα του – αριστερού υψιφώνου ψάλτη της βασιλικής του Αγίου Τίτου, και αφοσιωμένου μελετητή του Παπαδιαμάντη – συγχωρεμένου από καιρό.

(ο αναγνώστης κατατοπίζεται για την ποιότητα του πατέρα του ήρωα μας και τον κατατάσσει στο νου ως διανοούμενο, οπότε επηρεάζει και την γνώμη του για τον υιό Βύρωνα με τον ίδιο τύπο καϊκιού και ονομασία, ενώ το μάτι επιστρέφει στο πλάι του σκάφους …)

Ενεός απέμεινε να κοιτάει την οριζόντια ουλή χρώματος κοραλλί που άνοιξε στο πλάι του πλοίου, σε σχήμα δροσερού, εφηβικού αιδοίου  

(πρέπει να διευκρινισθεί στο νου του αναγνώστη ποιός χρησιμοποιεί αυτή την μεταφορά – ο συγγραφέας ή ο ήρωας του – για καλύτερη άποψη ως προς τον έναν ή τον άλλον)

και στο μέγεθος περίπου ενός αξιοπρεπούς σταροχώραφου,

(μάλλον του ήρωα η μεταφορά)

και η οποία με μια χαψιά κατάπιε τον Όσιο μαζί με τα άμφια και όση σκόνη είχε μαζευτεί από τον προηγούμενο Δεκέμβριο που

(και την στιγμή που ο αναγνώστης θ’ αρχίσει να δυσπιστεί για τα πραγματικά γεγονότα, (γιατί μαθές να υπάρχει σκόνη στο μοναστήρι;) ο συγγραφέας σπεύδει να μας πληροφορήσει ότι τότε)

είχε αναλάβει ηγουμένη η Θεοπίστη (μορφωμένη μεν και ικανή στην πνευματική κατήχηση, πλημμελής δε και αλαφακούπα στα πρακτικά ζητήματα και στην καθοδήγηση των αδελφών στα οικοκυρικά.)

(όλα αυτά τα είδε ολοκάθαρα-, γεγονός που δικαιολογεί την σκόνη – αλλά βάζει τον αναγνώστη στο μεγάλο ερώτημα σχετικά με την Μόρφωση και την σχέση της με την Ελαφρομυαλιά.- Μήπως πάνε αυτά τα δύο μαζί; και πως συνδέονται; Έχουν να κάνουν με την σκόνη και γενικά με το νοικοκυριό ή είναι μέρος της Μόρφωσης ή της Ελαφρομυαλιάς; Θέλει σκέψη, μελέτη και συζήτηση για να φθάσουμε σε συγκεκριμένο συμπέρασμα.)

Ενώ η ουλή που έχασκε σαν χαραγμένο σύκο, έκλεινε μαλακά, ένας βόμβος πιο εκνευριστικός κι από ένα σμάρι φαηδόνες ακούστηκε, κι η θάλασσα από κάτω άρχισε να καπνίζει. Έπειτα το όλον – αστρόπλοιο, χωνεμένος Όσιος και χέουσα κολπορραφή – παρασύρθηκε προς τον εαυτό του πάνω από την χιονισμένη κορφή της Τσούκας, περίπου στο ύψος της χορδής του Αστερισμού του Τοξότη, ο οποίος αμέσως τρεμόπαιξε γλαφυρός• ασέληνος νύχτα γαρ εφέτος, η παραμονή του Οσίου.

(Κι αυτές είναι οι τελευταίες πληροφορίες πως χάθηκε ο Όσιος (βοήθεια μας) ενώ ως εκ θαύματος ο αυτόπτης μάρτυς…..)

ο Βύρων

ανεβάζοντας τα παραγάδια κι ενώ σκεφτόταν πόσο αδύνατο θα ήταν να τον πιστέψει η σύζυγός του Φωτούλα, ο αδερφικός του φίλος Γιώργος Ευαγγέλου, ή ο οποιοσδήποτε εδώ που τα λέμε -εκτός κι αν ήταν μάρτυρας του θαύματος ιδίοις όμμασι-
(αντικρίζει το άλλο θαύμα, ενώ πάλι ο καημένος ο αναγνώστης μπαίνει σε δεύτερο μεγάλο προβληματισμό ως προς την αξιοπιστία του Βύρωνα. Πως και γιατί η γυναίκα του η Φωτούλα να αμφισβητήσει το λόγο του  ο οποίος ..)

διαπίστωσε ότι τα ψάρια, ένα ευμέγεθες κοπάδι κουτσομούρες, έβγαιναν απ’ το νερό ξεροψημένα και σαν περασμένα με χοντρό αλάτι, ενώ μες στη μέση στα δίχτυα κάπνιζε καψαλισμένη,

μια νυχτερίδα με τσακισμένο πτερύγιο, γυρισμένη τ’ ανάσκελα.

(ίσως αυτό το θαύμα είναι μεγαλύτερο από το  πρώτο. Όλα τα ψάρια είναι ξεροψημένα – (δεν πα να είναι θάλασσα, τα θαύματα δεν προσέχουν τέτοιες λεπτομέρειες, γίνονται γιατί έτσι γίνονται) και δεύτερον η νυχτερίδα που όλοι θα πρέπει να ήξεραν ότι βρισκόταν στο Μοναστήρι, παρουσιάζεται στα δίκτυα και μάλιστα (επειδή είναι μικρότερη από τις κουτσομούρες είναι  καψαλισμένη.) Η λεπτομέρεια παίζει μεγάλο ρόλο στην περιγραφή. Φυσικά και δημιουργούν παρατηρήσεις και ερωτήσεις στο νου του αναγνώστη όπως γιατί ο Βύρων δεν είναι αξιόπιστος; Φταίει η προσωπικότητά του  ή ο γάμος τους βρισκόταν σε κάποια κρίση εκείνη την εποχή, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν αφοσιωμένος μελετητής του Παπαδιαμάντη. Πρέπει να μελετηθεί σοβαρά κάθε πληροφορία που μας δίνεται από τον συγγραφέα για να έχουμε μια πιο σαφή απάντηση σε κάθε προβληματισμό μας. Εν τω μεταξύ η ώρα περνάει και…)

Εκείνη την ώρα ένας γκιόνης έπιασε να κουβεντιάζει από μακριά μες στη σιωπή• συγχρόνως η κόκκινη μπογιά στα ίσαλα της Μοσχούλας ΙΙ, άρχισε να απλώνει αργά μες στο νερό, σαν αίμα σφάγιου μετά τη σφαγή.

(και έτσι το ιστόρημα τελειώνει με κόκκινη μπογιά ν’ απλώνεται σαν αίμα, όπου και το χρώμα  κόκκινη και η λέξη αίμα σφάγιου επισφραγίζουν την συγκίνηση και την τελική  εντύπωση της αναφοράς θαυμάτων. Δηλαδή ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος έκανε το θαύμα της γραφής του και ποιός μπορεί να αμφιβάλλει για ένα πολύ καλό γραπτό που απαιτεί: Φαντασία, Λόγο και Δύναμη;)

Η Δέσποινα Λαλα Κριστ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αμερική λογοτεχνία, ψυχολογία και ιστορία. Παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Κριστ καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταφραστή ελληνικής λογοτεχνίας. Άλλα βιβλία της είναι τα εξής: Μυθιστορήματα: Νόστος (Κέδρος), Τα απομεινάρια του Θεού (Καστανιώτης). Παιδικά: Μια Μαργαρίτα (Κέδρος), Καπνός και Βλακείες (Κέδρος), Η ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων (Καστανιώτης). Για Νέους: Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω (Σύγχρονη Εποχή), Ένας μικρός Θεός περίσσεψε (Κέδρος). Κριτική: Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά (Καστανιώτης).

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

(2007) Το μυστικό της συγγραφέως, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Το ξωτικό, Περίπλους
(1999) Ένας μικρός Θεός περίσσεψε, Κέδρος
(1997) Τα απομεινάρια του Θεού, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Νόστος, Κέδρος
(1989) Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω, Σύγχρονη Εποχή
(1984) Στο καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά, Εκδόσεις Καστανιώτη
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2002) Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, Αλεξάνδρεια

RS75246_20170316_SeasonCelebration_095-lpr-2000x1333

εικόνα: τμήμα έργου της εγκατάστασης Lex and Love  του Meleko Mokgosi (γ. 1981 στην Μποτσουάνα)  από έκθεση έργων του της ενότητας Democratic Intuition  που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Williams College Museum of Art