Κόρος/ Μέρα Μέρωσε

          Στην πλατεία του γυναικοχωριού του, απάνω στο πάλκο με τα οικοδομικά μαδέρια που είχε φτιαχτεί ειδικά για την πανήγυρη της Αγιάς Σωτήρας, την παραμονή της Μεταμόρφωσης, ο θρυλικός λαϊκός βιολιστής Γεράσιμος Καρτάλης του Θεοφάνους, που κόντευε ενενήντα δυο χρονών, έπιασε να μιλάει μια βραδιά του Αυγούστου, με το Θεό. Και ενώ δεν ήταν σίγουρος για το ποιος Θεός ήταν αυτός που ήρθε να του μιλήσει, ποια να ήταν άραγε η εθνικότητα του, κι αν απαιτούσε το δέος ή το σέβας του ή την υποταγή του, για τις μετατροπίες του ασυγκέραστου εγχόρδου του, δεν είχε καμιάν αμφιβολία: χιτζάζ ή σαμπάχ τέσσερα κομμάτια κι έπειτα ραστ σε χουζάμ και σεγκιάχ  άλλα δυο, ως να μην του μένει ανάσα, κι ας μην προλάβαιναν να ακολουθούν απολύτως οι υπόλοιποι της ορχήστρας. Τον αποστόμωσε και τον Θεό και αισθάνθηκε να τον κερδίζει προς ώρας. Ενώ όμως έπαιζε ένα σμυρναίικο νανούρισμα (τη Μαργαριταρένια) με κλειστά τα μάτια και σηκωμένα τα μανίκια ως συνήθιζε, και σιγοντάριζε την νεαρή τραγουδίστρια, κρυφοκοιτάζοντας τα πόδια της, δέχθηκε μιαν ακόμη επίσκεψη (του Περαματάρη τούτη τη φορά.)  Άδειο σακί ήταν το ρούχο του, και το πρόσωπό του ερεβώδες. Κι ενώ τον φόρτωνε στη σχεδία του, κι η βουβή ανάσα του μύριζε ρετσίνα και ψητό αρνί, ένιωσε από κάτω του τον ποταμό να τους μεταφέρει με θόρυβο σαν οδοντωτός.  Έπιασε κι εκείνος μια δοξαριά από τον χαμηλό πλάγιο δεύτερο και την οδήγησε μέχρι το πανηγύρι της Αγίας Σοφίας στη Στεφάνη το ’79 – εκεί όπου  ήρθε και του προσκύνησε τα χέρια η αναδεξιμιά του,  Κικίτσα Αγραφιώτου του Γιωργοδάρα, και τον χειροκροτούσε το κοινό 20 λεπτά απνευστί μέχρι να ματώσουν οι παλάμες – ως την τωρινή πανήγυρη όπου έπαιζε το Καλυμνιώτικο Μέρα Μέρωσε, κι η αυγή ντρεπόταν να χαράξει από την ομορφιά. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, άρχισε μεν να αργοπεθαίνει απ’ τα χαράματα του Σαββάτου, όμως κανείς δεν τον πήρε μυρουδιά, διότι συνέχιζε να παίζει ως το μεσημέρι της Κυριακής στις δυόμιση όπου και τον σκούντησε κατά λάθος με το σουραύλι του ο Παντελής, κι αμόλησε άξαφνα το κορμί του σαν ξεφούσκωτη τσαμπούνα μέχρι που σωριάστηκε σχεδόν καθέτως από το σκαμνί πάνω στις δούγες, του βιολιού το τρανταφυλλόξυλο άνοιξε στα δύο στο σκάφος, και το δοξάρι εκτοξεύτηκε προς την κατεύθυνση ενός τριαξονικού που μετέφερε πατάτα στη Γερμανία. Εκεί παγιδεύτηκε περήφανο κι οριζόντιο, ανάμεσα σε δυο σακιά, ενώ οι αλογότριχές του, πάλλονταν τραυματισμένες σαν ασπρόμαυρο γιορντάνι στο ανοιξιάτικο αεράκι…

(στο Γιώργο Κόρο)

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82

Καζαντζίδης/ purple rose

     Το ξημέρωμα της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1985, ανήμερα Αγίου Πνεύματος, κι ενώ θερμές αέριες μάζες από την Αφρική στροβίλιζαν το χώμα στην περιοχή Μασταμπά,  ένα σκουπιδιάρικο του Δήμου Ηρακλείου, φορτώνοντας έναν από τους καινούργιους κάδους που βρισκόταν μπροστά από το θερινό σινεμά «Ρομάντικα», εγκατέλειψε τη μάχη για την καθαριότητα, με έναν παραπονιάρικο αναστεναγμό, πληγωμένο από βαριά βλάβη (στον ιμάντα του εκκεντροφόρου). Στην βαθιά ησυχία που ακολούθησε το σαματά που έκανε ο ντίζελ κινητήρας, ακούστηκαν τα πρώτα τριζόνια της μέρας, ένας κόκορας από μια διπλανή μάντρα οικοδομικών υλικών εντός της οποίας είχε χαραχθεί με κοτετσόσυρμα ένα ισχνό κοτέτσι, και η φωνή του πίσω αριστερά σκουπιδιάρη, που τραγουδούσε με περίσσιο ντέρτι : «-Υπάρχω, κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω/ σκλάβα τη ζωή σου θα’ χω/ κι ας βαδίζουμε σε δρόμους χωριστούς…» Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου, φάνηκε να ξεπροβάλλει μέσα από τον θεόρατο κάδο, ένα χέρι λευκό και εύθρυπτο σαν τσιγαρόχαρτο, με λεπτογραμμένα δάχτυλα . Στο μεσαίο δάχτυλο  είχε περασμένο ένα δαχτυλίδι με ζιργκόν κι από την παλάμη, που ήταν γυρισμένη προς τα κάτω,  ήταν ολοφάνερο πως έλειπε ολότελα – σα να είχε σβηστεί με μια γομολάστιχα-  η γραμμή της ζωής• επιπλέον, τα δάχτυλα δεν έφεραν καθόλου δακτυλικά αποτυπώματα. Ενώ ο οδηγός και ο πίσω δεξιά υπάλληλος του δήμου άρχισαν να ιδρώνουν άφωνοι και συγκλονισμένοι, βέβαιοι πως το κορμί όπου ανήκε το χέρι ήταν άψυχο,  ο πίσω αριστερά με ένα απρόβλεπτο γύρισμα της φωνής, συνέχισε να τραγουδάει αμέριμνος: «-σα να’ μαι αγριολούλουδο και τη ζωή μου κόοοψε…» Εκεί στο ρεφραίν, το χέρι άρχισε να κινείται, και έπειτα από λίγο – και αφού παραμέρισε, μερικά χαρτόκουτα, συσκευασίες από πατατάκια και μια σκισμένη αφίσα της ταινίας “The Purple Rose of Cairo”- που έπαιζε το σινεμά την προηγούμενη εβδομάδα- αναδύθηκε από το σωρό μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά, φακίδες και παράξενο ντύσιμο, εντυπωσιακά καθαρή και μοσχομυριστή, σα να μην είχε περάσει τη νύχτα μέσα σε ένα κάδο σκουπιδιών, αλλά σε ένα λιβάδι με φασκόμηλα. Ξανά οδηγός και ο πίσω δεξιά υπάλληλος έμειναν άφωνοι (μαζί με τον κόκορα, που ότι ήταν να πει το είπε). Ξανά ο πίσω αριστερά, με ανεπαίσθητες αλλαγές, άλλαξε απλά κλίμακα και τραγούδι: » Στο θολωμένο μου μυαλό/ο κόσμος είναι μια σταλιά/ κάτι σκιές απ’ τα παλιά/και κάποιο πάθος μου τρελό….» Ξαφνικά από το φορτηγό, ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο σαν γυαλί που τρίβεται πάνω σε πέτρα, που τους κινητοποίησε, και παρότι οι βραχίονες είχαν σταματήσει σε μια παράδοξη γωνία κι ο κάδος είχε κολλήσει στην ψηλότερη θέση του μηχανισμού ανύψωσης,  κατάφεραν και στήριξαν την κοπέλα στους ώμους τους και τη βοήθησαν να κατέβει. Αυτή τεντώθηκε, ξεσκονίστηκε, ίσιωσε το μπολερό της, το κλος καπελάκι της, τους χαμογέλασε, λέγοντας: θένκς γκάις! και κατευθύνθηκε με χάρη προς το σινεμά, αφήνοντας πίσω της μια ροδαλή αύρα και μια μυρωδιά σοκολάτας γάλακτος. Εκείνη τη στιγμή μια ανεπαίσθητη σεισμική δόνηση του τόξου του νοτιοανατολικού αιγαίου, μετακίνησε τη σκουπιδιάρα ελαφρά περί του άξονα, και την έθεσε σε χαλαρή ταλάντωση, με αποτέλεσμα ο ένας βραχίονας να κρεμάσει απότομα και ο κάδος να πάρει μια χαριτωμένη στροφή προς τα κάτω, αδειάζοντας το μισό περιεχόμενο στο δρόμο, ενώ από ένα μουχλιασμένο μαξιλάρι ενός σκαμπό που ήταν πεταμένο στον κάδο, άνοιξε ένας μεταξωτός θύλακας, ελευθερώνοντας μιλιούνια μικρές αράχνες, που έφυγαν αμέσως τρεκλίζοντας, προς την κατεύθυνση του κοριτσιού. Και παρότι το φως όλο και δυνάμωνε, στη γραμμή που βάδιζαν οι αράχνες, εξαφανίζονταν τα χρώματα, και τη θέση τους έπαιρνε ένα διακριτικό νουάρ με υψηλή αντίθεση και μαλακή καμπύλη γ.  Ο πίσω αριστερά, άρχισε πάλι: « – Νυχτερίδες και αράχνες γλυκιά μου, έχουν στήσει φωλιά» ενώ το κορίτσι ήταν ήδη άφαντο, το «Ρομάντικα» είχε γίνει ασπρόμαυρο κι η αφίσα της ταινίας, αναφλεγόταν μυστηριωδώς και γινόταν παρανάλωμα εντός μερικών δευτερολέπτων.

Μπάσης και στροφορμή

 

nugent-drawing-gumby-web

Ενώ κατερχόταν από την πλαγιά του Λόφου των Αξιωματικών, η ημιξεφούσκωτη λαστιχένια μπάλα, ακουγόταν ένα πλαφ πλαφ κάθε που έβρισκε λακκούβες με νερό, και άλλαζε κατεύθυνση, διατηρώντας πάντα την τροχιά της παραβολική, αλλά με βεληνεκή, που γίνονταν όλο και μεγαλύτερα, σαν όροι μιας αύξουσας γεωμετρικής προόδου. Ο ιδιοκτήτης της, Λαζάρου Αναστάσιος του Νικόλαου, απόλυτος φύτουλας και παππαδάκι, με γυαλιά σαν του Ωνάση κι ένα φρέσκο σπυράκι στο μεσόφρυδο, έχοντας προσφάτως συνέλθει από την καθημερινή πρωινή, αμαρτωλή του δραστηριότητα, στεκόταν στην κορφή απελπισμένος και έβριζε μέσα του, θεούς και δαίμονες, που μια φορά είπε να δοκιμάσει μια κατεβασιά μόνος του, και του πήρε ο διάολος και η βαρύτητα την μπάλα, οι δε οδηγοί των διερχόμενων οχημάτων έβριζαν τον ίδιο που έχασκε σαν χάνος στη μέση του δρόμου. Η μπάλα ενώ, σχεδόν μαγικά, την έβγαζε καθαρή σε κάθε διασταύρωση, στην προτελευταία πριν τη λεωφόρο, αλλάζοντας αλγόριθμο με μια εντυπωσιακή γκέλα στο αριστερό πεζοδρόμιο,  σχεδόν υπερπήδησε ένα φορτηγό ψυγείο με σκανδιναβικούς μπακαλιάρους που είχε αρχίσει διαδικασίες παρκαρίσματος, αν και τελικώς δεν τα κατάφερε, αφού βρήκε ξυστά στη θυρίδα του εξαερισμού, ανακόπηκε η ορμή της και κατευθύνθηκε  προς μια γύφτικη τέντα στο εγκαταλελειμμένο αγκιναροχώραφο του Μπούρχα, όπου και προσέκρουσε γλιστρώντας κατά μήκος του μουσαμά με έναν ήχο απόλυτης εγκατάλειψης και στωικότητας που δεν θα τον περίμενε κανείς από μια τέτοια λαϊκή μπάλα (κρίνοντας από το χρυσαφί της χρώμα, με τις φούξια λεπτομέρειες) Φαίνεται πως η φιλοσοφική αναζήτηση του «είναι και του γίγνεσθαι» πυροδοτείται στα θεμελιώδη ερωτήματα περί ζωής και θανάτου,  ακόμη και για τα άψυχα αντικείμενα. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η στροφή προς τους στωικούς από την πλευρά της μπάλας, ακριβώς την στιγμή που εξερχόταν από την τέντα ένας δίμετρος γύφτος με τσιγκελωτό μουστάκι και γυμνό στέρνο φορτωμένο χρυσές καδένες,  που απολάμβανε προφανώς την μεσημεριανή του κυριακάτικη ραστώνη, την ώρα που τον λάπαξε η μπάλα κατά την σύγκρουσή της με την τέντα. Κραδαίνοντας ένα επαγγελματικό ξυράφι ξυρίσματος, δίκαμο με αλαβάστρινη λαβή, που θα το ζήλευε κάθε αξιοπρεπής μπαρμπέρης, μακέλεψε την μπάλα με δύο ξυραφιές και την έστειλε στην αιωνιότητα, να συναντήσει τους στωικούς, ενώ ταυτόχρονα έψαχνε μανιασμένα να βρει τον μπάσταρδο ιδιοκτήτη. Η ματαιότητα, η συνθήκη της απώλειας, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης λειτούργησαν συγχρόνως για τον Τασούλη, ο οποίος δίχως δεύτερη σκέψη,  άρχιζε να σφυρίζει, κάνοντας πως κοιτάει αδιάφορα προς το όρος Αιγάλεω, με τα χέρια στις τσέπες.   Την ίδια στιγμή το φορτηγό με τους μπακαλιάρους, κι ενώ ο οδηγός τραβούσε χειρόφρενο,  έβγαλε έναν ανατριχιαστικό ήχο σαν μπουρού ψαρόβαρκας ενισχυμένη από μια υπερκόσμια μικροφωνική, και το νορβηγικό αλιευτικό που ήταν ζωγραφισμένο στο πλάι του, φάνηκε να χώνεται με την πρύμνη  στο φιλόξενο φιόρδ,  διαταράσσοντας την αντανάκλαση του φεγγαριού στο νερό. Από την τέντα πρόβαλε μια έφηβη γυφτοπούλα σαν σταχτί ελάφι με ένα μίνι τσιτάκι δύο νούμερα πιο στενό της, στα χρώματα της μπάλας.  Τα μάτια της που έπεσαν κατευθείαν στον αυτουργό, είχαν περίεργη επίδραση πάνω του: πρώτα άναψαν τα μάγουλά του, έπειτα άρχισε να παλαντζάρει επικίνδυνα, τέλος πεδικλώθηκε άγαρμπα κι άρχισε να κουτρουβαλάει κι αυτός το λόφο, όπως η μπάλα, δίχως γκέλες και βεληνεκή, προς την κατεύθυνση του θεϊκού οράματος. Ενώ γυρόφερνε αιτιοκρατικά και η γωνιακή του ταχύτητα αυξανόταν σκέφτηκε πως α) αν ήταν χορευτής στον πάγο, θα άνοιγε τα χέρια του για να αυξηθεί η ροπή αδράνειας και να μειωθεί η ταχύτητα, ώστε να διατηρηθεί η στροφορμή, β) ούτε στον πάγο ήταν, ούτε χορευτής, ούτε η συνισταμένη των ροπών ήταν μηδενική, άρα μάλλον θα κατέληγε να τον πατήσει κάποιο αμάξι, ή στην καλύτερη να τον μαυρίσει στο ξύλο ο μπαμπάς της Ποκαχόντας, και γ) όπως και να χε, είχε μόλις ερωτευτεί,  κι είχε όλη τη ζωή μπροστά του να το απολαύσει! Μέχρι να ολοκληρώσει το συλλογισμό είχε κιόλας βρει στα λάστιχα του φορτηγού από το κόκπιτ του οποίου ακουγόταν μια σύνθεση του Νικολόπουλου, που τραγουδούσε ο Μπάσης: καράβι το φεγγάρι, στο σώμα κύλησε… Καθώς βυθίζονταν εκστατικός στη χαύνωση του έρωτά του – τόσο που νόμιζε ότι το τραγούδι ακουγόταν για αυτόν – και όντας σχεδόν τυφλός, αφού τα γυαλιά έσπασαν στην πρώτη λακκούβα-  ίσα που αισθάνθηκε τη λωρίδα του γύφτου που τον περιέλαβε σαν μπακαλιάρο κάτω από το βόρειο σέλας, και μέσα σε ένα πεντάλεπτο τον είχε κάνει παστό δίχως το αλάτι.

σκίτσο: Richard Bruce Nugent
Drawing from Alexander Gumby’s scrapbook
1920s
Ink on paper Alexander Gumby Collection of Negroiana, Rare Book and Manuscript Library, Columbia University

Βέμπο/Πειραιώς

4708-007-webΝύχτωνε, κι ενώ κάπνιζε το τελευταίο τσιγάρο, κι άφηνε τα αυτιά της να μουλιάσουν στο συνεχές βουητό από την κίνηση της Πειραιώς, παρατήρησε πώς επέπλεε το σκοτάδι στα κίτρινα φώτα της πόλης, σαν ένα βέλος με θάνατο που μουτζουρώνει μια παιδική ζωγραφιά. Αυτή η αντίθεση της φαινόταν σαφώς πιο εξορθολογισμένη, από το απλοϊκό κοντράστ λευκού μαύρου, κυρίαρχο πλέον εργαλείο, σε ένα εξαιρετικά σύνθετο σύμπαν, γεμάτο επίπεδους ανθρώπους. Είδε ένα μηχανάκι που πλησίαζε το φανάρι, δίχως να κόβει καθόλου ταχύτητα, ενώ ταυτόχρονα το τρόλεϊ που έστριβε, παρήγαγε έναν κραδασμό πάνω στα τεντωμένα νεύρα της πόλης που το πότιζαν ηλεκτρισμό, και μια αγέλη από 5-6 αδέσποτα, γρύλιζε με σηκωμένη τρίχα προς τον υπόνομο. Κάποιον αρουραίο έχοντας κεντράρει προφανώς. Άφησε το σύμπαν ελεύθερο. Το μηχανάκι να πλαγιολισθήσει οριακά προς το τρόλεϊ, μα ο οδηγός να το μαζέψει την τελευταία στιγμή και τους μούργους να μουντάρουν το ποντίκι. Τα δονούμενα καλώδια να τη μαχαιρώσουν με νοσταλγία, τα κίτρινα φώτα να την φωτίσουν τρυφερά. Ένα κομμάτι από το σκοτάδι της πόλης, όπως ήταν κι αυτή. Ενώ γύριζε στην γκαλερί αγγίζοντας ελαφρά τον τοίχο, κι ενώ σκεφτόταν αν έκαναν σωστά που εμφάνισαν την παλιά λιθοδομή, από την εποχή του κλωστοϋφαντουργείου, είδε μέσα από το αίθριο, μπροστά από την εγκατάσταση της Αλεξίου, μια κοπέλα με μαντίλα να βαδίζει σταθερά προς τη τζαμαρία. Από πίσω ακουγόταν το βουητό από το γραμμόφωνο που έπαιζε συνεχώς τις κενές αύλακες της 78άρας πλάκας. Αυτό ήταν και το νόημα: Ένα γραμμόφωνο που παίζει μια κενή εγγραφή, ένα σχόλιο για τις κενές ζωές των εργατριών της βιοτεχνίας, ζωές δίχως γεύση, στοιχειωμένες από το δωδεκάωρο, καθημερινό κυνήγι του επιούσιου. Και ο αργαλειός, και τα λανάρια κι ο μηχανισμός που πηγαινόφερνε το στημόνι αυτόματα, κι έπλεκε κουρελούδες, με ακούραστη επιμονή, σαν ένα χαλασμένο παιγνίδι που περιμένει να μείνει από μπαταρία. Ένα απλό, μα ισχυρό εννοιολογικό έργο. Άρεσε στο κοινό, νεαρά ζευγάρια κυρίως ή κοριτσοπαρέες, που εύκολα ταυτίζονταν με την κεντρική σύλληψη της εγκατάστασης. Μια έξυπνη οπτικοποίηση της σύγχρονης κοινωνίας των αγορών, με αναφορά στην ιστορική υπόσταση του καπιταλισμού όπως διαμορφώθηκε κατά τη βιομηχανική επανάσταση. Το όλον αποκαλυπτόταν με νοητικά άλματα ως ένα βαμπίρ 200 ετών που φανερώνει το γερασμένο του πρόσωπο για πρώτη φορά, καθώς στρέφει για να επιτεθεί. Και οι θεατές ήταν – και μεταφορικά, μα και πολύ περισσότερο, κατ’ ουσία- οι θλιβεροί μάρτυρες αυτής της αποκάλυψης. Η κοπέλα μόλις έφτασε στην εγκατάσταση, έλυσε τα μαλλιά, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε μπροστά στον αργαλειό. Ήταν μουσουλμάνα; Ήταν κάποια από τους ναυαγούς πρόσφυγες από τη Συρία, που είχαν κατασκηνώσει στο Σύνταγμα; Πώς μπήκε, δίχως να την αντιληφθεί; Δεν κατάλαβε. Μόνο τη στιγμή που έκανε να της φωνάξει, ένιωσε να τη σαρώνει όλη η κούραση της μέρας με μιας, και τα πόδια της να γίνονται σαν από λάστιχο. Και τα χείλη της, ξερά. Και το στομάχι της το άκουσε να γουργουρίζει. Θυμήθηκε πως δεν είχε φάει τίποτα όλη μέρα, μες στην ένταση και την αγωνία να στηθούν τα έργα. Και σωριάστηκε στον καναπέ, σχεδόν με ανακούφιση. Όταν συνήλθε σαν από βαθύ ύπνο, τα μάτια της έκαιγαν λες και τα έτριβε όλο το βράδυ. Η κίνηση στην Πειραιώς, είχε πλέον σιγάσει, θα πρέπει να κόντευαν μεσάνυχτα. Η κοπέλα είχε χαθεί. Στην κουρελού, που είχε σταματήσει να αυτοπλέκεται, φαινόταν καθαρά μια σύνθεση με ένα μηχανάκι, ένα τρόλεϊ και μια αγέλη σκύλων. Στην πάνω δεξιά γωνία ακουμπισμένη σε ένα στύλο της ΔΕΗ, κάπνιζε εκείνη αμέριμνη. Το ένα της μάγουλο ήταν κίτρινο. Το άλλο μαύρο. Το γραμμόφωνο έπαιζε στην εκτέλεση της Βέμπο: » – Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα»

από τη συλλογή διηγημάτων «λαϊκά»

photo: Barbara Kruger
Untitled (We have received orders not to move)
1982
Photographic collage
Overall: 177.17 x 120.65 cm (69 3/4 x 47 1/2 in.)
Susan Bay-Nimoy and Leonard Nimoy
Courtesy: Mary Boone Gallery, New York
© Barbara Kruger
Photo: courtesy Mary Boone Gallery, New York